Αυτό είναι ένα κείμενο για το μυθιστόρημα Κωνσταντίνος του Παναγιώτη Ευαγγελίδη. Αν είστε εδώ αποκλειστικά γι’ αυτό όμως και δεν σας ενδιαφέρει η πλαισίωση, η ενδεδειγμένη παράκαμψη είναι να μεταβείτε απευθείας στο νούμερο δέκα.
Εκδοτικός μπαξές υπήρξε το 2025· τα άνθη του θα γαργαλάνε μύτες για καιρό. Ακολουθούν δέκα σαν τεκμήρια. Η σειρά (των εννέα πρώτων τουλάχιστον) είναι τυχαία.
- Ο Αλέξανδρος Γαζής έδωσε πνοή στις πολύ ωραίες αισθητικά και με πολύ ενδιαφέροντες τίτλους εκδόσεις San Casciano. Έχω προλάβει να διαβάσω (κλαίγοντας) μόνο το Αναγνωρίζοντας τον ξένο: Για την Παλαιστίνη και την αφήγησητης Ιζαμπέλλα Χαμμάντ (μτφ. Παναγιώτης Κεχαγιάς). Θα διαβάσω όμως σίγουρα και τους υπόλοιπους τίτλους: Αιμέ Σεζαίρ, Λόγος περί αποικιοκρατίας – Λόγος περί νεγροσύνης(μτφ. Μυρτώ Ταπεινού), Αμιτάβ Γκος, Η μεγάλη απορρύθμιση: Κλιματική αλλαγή και το αδιανόητο (μτφ. Δανάη Σιώζιου), Γουέντι Μπράουν, Στα ερείπια του νεοφιλελευθερισμού: Η άνοδος της αντιδημοκρατικής πολιτικής στη Δύση (μτφ. Βαγγέλης Πούλιος)· και θα περιμένω τους επόμενους.
- Οι εκδόσεις Στίλβη και η Μαρία Γυπαράκη άφησαν το ευδιάκριτο αποτύπωμά τους. Εμένα, που δεν διαβάζω γαλλικά, μου έκαναν πολύτιμα δώρα: το δίγλωσσο κόσμημα Μπιμπί-λα-Μπιμπίστ της Ρεϊμόντ Λινοσιέ και κάτι φοβερά και τρομερά πτηνά: Λουσί Ρικό, Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν(και οι δύο μεταφράσεις είναι της Γυπαράκη). Δεν ξέρω πόσο συχνά έχουμε τον χρόνο να το σκεφτούμε, αλλά αυτό είναι κάτι που λαχταράμε απ’ τις εκδόσεις· να μας παρουσιάζουν πράγματα που δεν ξέραμε, να λένε «διαβάστε το» και να το εννοούν.
- «Μετά το περιοδικό, το βιβλίο». Κάτι τέτοιο μουρμούρισαν οι εκδόσεις yusraόταν μας χτύπησαν την πόρτα τον Δεκέμβριο, συστήνοντάς μας τη Μίριαμ Γκούρμπα και ένα πεζογράφημα που με έφερε στην άβολη θέση να κοιτάω με λατρεία μια Κακιά1.
- Πρωτομεταφράστηκε στα ελληνικά η Χίλντα Χιλστ, με το μεράκι του Μάριου Χατζηπροκοπίου. Η αισχρή κυρία Ε κυκλοφόρησε από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες και είναι ένα ολοζώντανο βιβλίο, λες πως θα πιάσεις κουβέντα μαζί του ή θα σε πάρει στο κατόπι, εξαπολύοντας βρομόλογα, η Ιλλέ.
- Μεταφράστηκε ξανά στα ελληνικά ο αριστουργηματικός Μάλινα της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, από τον Αλέξανδρο Κυπριώτη αυτή τη φορά, για τις εκδόσεις Πότλατς, με το σαφώς φεμινιστικό πρόσημο. Καιρό ήθελα να τον ξαναδιαβάσω, δεν το ’παιρνα απόφαση, η νέα έκδοση στάθηκε ικανότατη αφορμή. Εντύπωση μου έκανε ωστόσο, και μάλιστα σε ένα βιβλίο με άφθονες υποσημειώσεις, σημειώσεις τέλους και επίμετρο, η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην πολύ παλαιότερη μετάφραση του Ιάκωβου Κοπερτί (Ο Ιβάν, ο Μαλίνα κι εγώ, Άγρωστις, 1989).
- Μιλώντας για μεταφράσματα, το Ταξίδι στην άκρη της ζωής(μτφ. Νίκη Σταυρίδη, Εκδόσεις Τσουκάτου) της Τεζέρ Οζλού με ταξίδεψε υπέροχα. Έχουν κυκλοφορήσει και άλλοι τίτλου της Οζλού στα ελληνικά, εγώ όμως τώρα την πρωτογνώρισα. Έχω βαθιά μεσάνυχτα από τουρκική λογοτεχνία, βασίζομαι στις φίλες μου για να με ξεστραβώσουν – θα διαβάσω τώρα επιτέλους και τους Αποσυνάγωγους του Ογούζ Ατάι· τους έχει μεταφράσει η Νίκη Σταυρίδη και αυτούς.
- Και κινηματογραφικών υδάτων ψαριά διαθέτομεν. Η Μυρτώ Ταπεινού μετέφρασε για τις εκδόσεις Πλήθος το πολύ τρυφερό Η μητέρα μου γελάειτης Σαντάλ Άκερμαν: μια προσωπική καταγραφή, εν είδει αποχαιρετισμού της κόρης, ενόψει του χαμού της μητέρας της. Η ελληνική έκδοση κλείνει με επίμετρο της Εύας Στεφανή (που πάντα με συγκινεί). Και είναι και δυο διαμάντια που μας εξασφάλισαν οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Το ευθύβολο I Love Dick της Κρις Κράους (που ευτυχώς διάβασα προτού δω την ομώνυμη σειρά) και το, πολύ μεταγενέστερο, καθηλωτικό Στα τέσσερα της Μιράντα Τζουλάι (που το κατευχαριστήθηκα τόσο φανερά που, όσο το διάβαζα, οι γύρω μου αναρωτιόντουσαν τι το τόσο συναρπαστικό μου συνέβαινε). Μετέφρασαν η Μαρία Φακίνου και η Νατάσα Σίδερη, αντίστοιχα.
- Ξεκίνησα να γράφω λίγα πράγματα για το καινούριο μυθιστόρημα της Βίκυς Τσελεπίδου στο σημείο αυτό, βγήκαν όμως τελικά πολλά και αποφάσισα να τ’ αφήσω για αλλού2. Αν πάντως καθίσετε να διαβάσετε την Αγέλη, θα ήταν φρόνιμο να πάρετε κι ένα ποτήρι νερό μαζί, να έχετε πρόσβαση σε παράθυρο και εύκαιρη κάποια ευχάριστη ανάμνηση ή παρήγορη σκέψη. Τη διάβασα στη Σόφια τον Γενάρη. Είχαμε συναντήσει σε μια βόλτα ένα μαγαζί που το έλεγαν Opa και είχε ελληνική κουζίνα· είχα διαβάσει λάθος την επιγραφή πρώτα, νόμισα πως το έλεγαν OpaGreek. Πίσω στο σπίτι, η Αγέλη με προσέγγιζε απειλητικά. Κάθε φορά που φοβόμουν, ερχόταν αυτόματα στο μυαλό μου ό,τι πιο κοντινό σε αστείο είχα εκείνες τις μέρες. Ξεστόμισα πολλά «Opa Greek» μέχρι το τέλος.
- Για την ποιητική παραγωγή της χρονιάς, δεν είμαι δυστυχώς σε θέση να μιλήσω. Αν μου επιτρέπετε όμως, θα ήθελα κατ’ εξαίρεση να αναφέρω έναν μόνο τίτλο, ευχαριστώντας θερμά την Αθηνά Παπανικολάου, από μια ανάρτηση της οποίας τον γνώρισα. Πρόκειται για το Me sem: Λέξεις και εικόνες μιας εναλλαγής της Γεωργίας Καλπαζίδου. «Με σεμ σημαίνει εγώ είμαι», διαβάζουμε στο προλογικό σημείωμα. Κι ύστερα: «Βιώματα, σκέψεις και συναισθήματα αποτυπώνονται ισότιμα σε αυτή τη συλλογή μέσα από την ελληνική και την τσιγγάνικη γλώσσα». Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν θα το βρείτε στα ράφια των βιβλιοπωλείων, γι’ αυτό και θεώρησα σκόπιμο να σας ενημερώσω τουλάχιστον για την ύπαρξή του. Για περισσότερα, σας παραπέμπω στη σελίδα των εκδόσεων Κύκνος3.
- Πρόσφερε τέλος σημαντικές επανεκδόσεις ελληνικών βιβλίων (επανεκδόσεις σημαντικών ελληνικών βιβλίων) το 2025. Ο Ποταμός ξαναζωντάνεψε τον Λοιμότου Αντρέα Φραγκιά. Τα Κείμενα τη Δεξιά ερωμένη του Πάνου Θεοδωρίδη. Η Γεννήτρια τον Κωνσταντίνο του Παναγιώτη Ευαγγελίδη. Ποια; Ποιον; Αλήθεια; Μπράβο, επιτέλους, θαυμάσια!
Ο εκδοτικός οίκος Γεννήτρια ιδρύθηκε το 20254 από τον Παναγιώτη Κεχαγιά. Κυκλοφορούν ήδη πέντε βιβλία της, έχουν αναγγελθεί τα επόμενα τρία. Ο Κωνσταντίνος είναι το νούμερο τέσσερα, ο δεύτερος ελληνικός τίτλος της Γεννήτριας, μετά τα διηγήματα της Νατάσας Σίδερη Το μόνο ζώο, και ο πρώτος που έσπευσα να διαβάσω, μολονότι γνώριζα το κείμενο από την πρώτη έκδοσή του (Καστανιώτη, 19975 ), αν και όχι από τη μακρινή δεκαετία του ’90. Το δανείστηκα από τη βιβλιοθήκη (στα βιβλιοπωλεία ήτανε χρόνια άφαντο), το διάβασα και το λάτρεψα, αφότου άκουσα τον Κεχαγιά να λέει από μικροφώνου, παρουσιάζοντας τον Ευαγγελίδη στο 2ο Φεστιβάλ για το φύλο και τη λογοτεχνία των Μωβ Μεδουσών το 2024, «αν δεν έχετε διαβάσει τον Κωνσταντίνο του, να τον διαβάσετε». Το πόσο εννοούσε αυτό που έλεγε, αποδείχτηκε με τον καλύτερο τρόπο ελάχιστο καιρό μετά.
Τον Ευαγγελίδη τον ήξερα ωστόσο πολύ πριν συναντήσω τον Κωνσταντίνο του, χάρη στα μεταφράσματά του. Έχει μεταφράσει, ανάμεσα σε άλλα, Τανιζάκι και Γιόκο Ογκάουα – από τα ιαπωνικά, όχι από ενδιάμεση γλώσσα. Μπορεί να τον ξέρετε επίσης από τη συνεργασία του με τον Πάνο Κούτρα στη Στρέλλα, από τους Γάμους της Τήλου, από τη βράβευσή του στο 26ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης «για τη συνολική του προσφορά στον κινηματογράφο και στον πολιτισμό», από τον ακτιβισμό του. Είναι όμως και πεζογράφος – και αυτή δεν νομίζω πως είναι μια δευτερεύουσα ιδιότητα.
Όταν έκλεινε ο Πολύχρωμος Πλανήτης (μεγάλο κρίμα που έκλεισε, τρανό θαύμα που υπήρξε), βρήκα στα ράφια του Το χέρι κάτω απ’ το ρούχο (Καστανιώτη, 1993), Τα γυρίσματα του κεραυνού (Κέδρος, 2001) και το Άρρωστος σε ταξίδι (Πολύχρωμος Πλανήτης, 2016). Αυτά, μαζί με τον Κωνσταντίνο, που τον αφήνω για το τέλος, μας δίνουν τα (πεζογραφικά6 ) άπαντα του Παναγιώτη Ευαγγελίδη.
Μοιράζομαι μια όμορφη παρένθεση από Το χέρι κάτω απ’ το ρούχο: «(Σχετικά με το τελευταίο: δεν καταλάβαινε επί σειρά ετών τα επίθετα. Μην μπορώντας να τα συλλάβει, τα ουσιαστικοποιούσε. Στη φράση “να γίνεις καλό κορίτσι”, το καλό έμπαινε κατά μέρος ως κρατούμενο, μιας και δύο ουσιαστικά στη σειρά έπρεπε να χωριστούν για να μην πνίξουν τη φράση, έμενε το “να γίνεις κορίτσι”, το σιωπηλό τρομακτικό αιτούμενο που λάνθανε κάτω από κάθε ηθική και κατηγορική προσταγή –πώς να γίνω κορίτσι, να μη γίνω τι για να γίνω κορίτσι, τι είναι το άλλο του κοριτσιού και τι φύλο θα ’χει το ουδέτερο αυτό κορίτσι και ούτω καθεξής– “να γίνεις”, άρα δεν είσαι ακόμα. Αγωνία. “Καλό”: δεν υπήρχαν επίθετα, αλλά το ουσιαστικό είχε τρία γένη, μιας κι αυτά υπήρχαν και τα χρησιμοποιούσανε στο λόγο και ήταν εναλλάξιμα. Καλή. Η κυρία Καλή ή η Καλή, όνομα που χαρακτήριζε, αρχέτυπο, πριν από κάθε αξιολογικό προσδιορισμό. Και κατά προέκταση Καλό, το αρχέγονο ουδέτερο.)» (105). «Τα ντραγκς. Η πρέζα, και τα λοιπά» (34) δομούν Τα γυρίσματα του κεραυνού, ενώ το Άρρωστος σε ταξίδι είναι, όπως το θέτει ο ίδιος ο συγγραφέας του7, «το βιβλίο του AIDS». Είναι επίσης, κατά τη γνώμη μου, το πιο ενδιαφέρον ανάγνωσμα από τα τρία· και εκείνο που συγκοινωνεί πιο άμεσα με τον Κωνσταντίνο.
Ανοίγω μια εκτενή παρένθεση τώρα που, αν δεν αγαπήσατε ποτέ το «Βρες τις διαφορές», μπορεί και να προτιμάτε να παρακάμψετε. Προσπεράστε τις τρεις επόμενες παραγράφους σ’ αυτή την περίπτωση, προχωρήστε απευθείας παρακάτω, εμπρός!
Ο Κωνσταντίνος του 2025 δεν μοιάζει φυσιογνωμικά με εκείνον του 1997 (του οποίου είναι και λεπτότερος) – με τα υπόλοιπα βιβλία της Γεννήτριας μοιάζει. Εκτυφλωτική λευκότητα ήδη από το εξώφυλλο, όπου και: πορτοκαλί κεφαλαία γράμματα δύο διαφορετικών προσανατολισμών, περιμετρικά μιας όχι ευκρινούς (αδιευκρίνιστης πηγής) κεντραρισμένης εικόνας, εντός της οποίας στέκεται, λίγο σαν να ’χασε τον δρόμο της (μόλο που όχι), μια ευδιάκριτη χρωματιστή (κίτρινη σ’ αυτή την περίπτωση) βούλα. Η φωτογραφία του παλιού εξωφύλλου των (μπορεί ακόμα και τυχαίων, σίγουρα πάντως ταιριαστών) ροζ και μοβ αποχρώσεων, ήταν του Παναγιώτη Ευαγγελίδη· η μακέτα του Αντώνη Αγγελάκη.
Απόσπασμα του μυθιστορήματος δίνεται τόσο στο παλιό όσο και στο καινούριο οπισθόφυλλο – στην πρώτη περίπτωση προηγείται της περίληψης, στη δεύτερη όχι. Η επιλογή έχει από μόνη της ενδιαφέρον: Το απόσπασμα της πρώτης έκδοσης περιστρέφεται γύρω από τη «σεξουαλική πράξη»· εκείνο της δεύτερης περιλαμβάνει λέξεις όπως «θανατικό», «δυστύχημα», «κατάθλιψη». Όσο για τις περιλήψεις (δεν το λες κι ανεξήγητο αλλά), μοιάζει να επιτελούν δυο διαφορετικές μεταξύ τους λειτουργίες. Η πρώτη ξεκινά από τον Κωστή και καταλήγει στον Κωνσταντίνο, ακολουθώντας την ασαφή πορεία της σχέσης τους μέσα από τα σκοτάδια. Η δεύτερη είναι ασύγκριτα πιο συγκεκριμένη, τοποθετώντας μας καταρχάς στον χώρο και τον χρόνο: Βρισκόμαστε στην Αθήνα της δεκαετίας του ’90. Γίνεται μάλιστα, κατά μία έννοια, πιο αποκαλυπτική από το ίδιο το βιβλίο8 , το οποίο δεν αποφεύγει να προσδιορίσει και να κατατάξει κάνοντας λόγο για «εμβληματικό queer μυθιστόρημα», όταν λέει: «Φίλοι και γνωστοί αργοπεθαίνουν από το AIDS».
Στον Κωνσταντίνο του 1997 δεν αναφέρεται επιμελητής· την επιμέλεια του αναγεννημένου ανέλαβε ο Παναγιώτης Κεχαγιάς. Δεν τον διάβασα αναζητώντας με ζήλο τις πινελιές του (μου λείπει η τόση πειθαρχία), είχα όμως απ’ την άλλη την περιέργεια να δω σε ποια σημεία θα στεκόταν, τι αναδιατυπώσεις θα πρότεινε. Κράτησα λοιπόν σημειώσεις και αφήνω ένα μέρος τους εδώ, χωρίς σχόλια: Το «Περιστασιακά, σαν μέχρι τώρα να μην του το έχει δώσει, από απλή συγκυρία» (128) άλλαξε σε «Χαλαρά, λες και μέχρι τώρα δεν του το έχει δώσει επειδή απλά δεν το είχε σκεφτεί» (113). Το «τρέχε εσύ» (133) σε «πάτα γκάζι» (118). Το «δε γίνονται πάραυτα ξεκάθαρα αντιληπτές» (228) σε «δεν γίνονται αμέσως απόλυτα κατανοητές» (207). Το «ακούγοντας και μαζί σκεφτόμενοι τις δικές τους σκέψεις, βιαστικός να συνεχίσει ο Αποστόλης, εκμεταλλευόμενος τη μικρή χρονική ανάπαυλα ο Κωστής για να αρχίσει να επιχειρεί να σκεφτεί» (269) αντικαταστάθηκε από το «τον ακούνε και μαζί κάνουν και τις δικές τους σκέψεις, ο Αποστόλης βιάζεται να συνεχίσει την αφήγησή του, ο Κωστής εκμεταλλεύεται τη μικρή χρονική ανάπαυλα για να κάτσει να σκεφτεί» (243). Η «επαίτισσα» (193) έγινε «ζητιάνα» (173)· οι «κόλες διαγωνισμού» (224) «κόλλες αναφοράς» (203)· οι «slow μέρες» (265) «ήρεμες μέρες» (240)· οι «νάιλον κορδέλες» (287) «μαγνητικές ταινίες» (260). Και η παρένθεση κλείνει ακριβώς εδώ.
Ο Κωνσταντίνος είναι ένα μυθιστόρημα για την αγάπη, το δόσιμο και τον έρωτα – τον έρωτα μεταξύ αντρών, στην Αθήνα9 της δεκαετίας του ’90. Είναι η ιστορία του Κωστή και του Κωνσταντίνου, μια ιστορία με πρόλογο («Η γέφυρα», 1-8), δύο μέρη, οι τίτλοι των οποίων είναι «Σπίτια και πλατείες» (9-212) και «Το δάσος» (213-315), και επίλογο («Σκόνη στο βινύλιο», 316-341). Όλα ξεκινάν από μια ερώτηση: «Δεν υπάρχει λοιπόν τίποτα τόσο απλό που να μη χρειάζεται να του ρίξει κανείς δεύτερη ματιά;…». Ακολουθούν κι άλλα ερωτήματα, όπως αυτό: «Πώς ήταν δυνατόν όμως ν’ αγαπήσεις έναν άνθρωπο ολόκληρο;» (173). Γεννιούνται ίσως και άλλα, όπως: Πότε ξεκινάει μια γνωριμία και τι σημαίνει γνωρίζω έναν άνθρωπο; Προσφέρονται επίσης μερικές δυνητικές απαντήσεις: «είμαστε όλοι ένα αυτί που ακούει και μιλάει ταυτόχρονα χωρίς να υπάρχει στόμα, ένα αυτί που οδηγεί σ’ ένα μυαλό που όλοι γκρινιάζουμε και οικτίρουμε και κριτικάρουμε και ονομάζουμε σακατεμένο» (312).
Κωστής και Κωνσταντίνος συναντιούνται για πρώτη φορά στο Πεδίο του Άρεως, όταν ο ένας έχει ήδη ακούσει για τον άλλο μέσα από αφηγήσεις τρίτων. Στη συνέχεια βρίσκονται στο σπίτι του Κωστή, στο αυτοκίνητο του Κωνσταντίνου, κυρίως όμως τηλεφωνιούνται. Η συνωνυμία τους, που αρχικά μπορεί να μπερδέψει, κυρίως επειδή εμείς ξέρουμε τον Κωστή ως Κωστή αλλά στον Κωνσταντίνο συστήνεται ως Κωνσταντίνος10 –«“Κωνσταντίνε”, λέει o ένας , «“Κωνσταντίνε”, λέει ο άλλος» (8)– ανάγεται από τους ίδιους σε κώδικα –“Γεια σου, Κωνσταντίνε – γεια σου, Κωνσταντίνε» (209)– γίνεται παιχνίδι – «Κωνσταντίνος προς Κωνσταντίνο» (24)11. Η σχέση τους ξεδιπλώνεται μέσα από συναντήσεις που ξεχνιούνται, αναμνήσεις που κατασκευάζονται, ψέματα που στήνουν αρεστά σκηνικά, σχέδια για εκδρομές και μερικές απολαυστικές συζητήσεις12.
Ο Κωστής δουλεύει ως επιμελητής και φημολογείται πως είναι αρρωστομανής. Ήταν πρώτα Ντίνος, μετά Κωστής, ύστερα θέλησε να είναι Κωνσταντίνος. Αυτόν παρακολουθούμε, σ’ αυτόν είναι στραμμένο το βλέμμα μας. Μαθαίνουμε στιγμές της παιδικής του ηλικίας, τον βλέπουμε να αλληλεπιδρά με φίλους, να σκέφτεται ή/και να ψάχνει τον Κωνσταντίνο, να μιλάει με τον Κωνσταντίνο στο τηλέφωνο, να είναι με τον Κωνσταντίνο, να μην είναι αλλά να μιλάει γι’ αυτόν. Οι χρόνοι εναλλάσσονται, δεν τον συναντάμε πρώτα μικρό, τα κομμάτια παρουσιάζονται μπερδεμένα, σαν κάρτες που έχουν ανακατευτεί.
Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, δεν μας περιγράφει ο Κωστής ό,τι βιώνει, μας κρατάει όμως ανοιχτό τον φεγγίτη, επιτρέποντάς μας να βλέπουμε και να ακούμε ό,τι και εκείνος. Και είναι πάντα παρών, σε αντίθεση με τον Κωνσταντίνο που συχνά εξαφανίζεται – περνάνε ώρες, μέρες, μήνες που δεν ξέρουμε πού είναι, τι κάνει, τι νιώθει, τι σκέφτεται13.
Ο Κωνσταντίνος είναι φαλακρός από μικρός, υπήρξε χοντρός, καπνίζει πολύ, λατρεύει τα παγωτά, έχει πάθος με τη μουσική, ακούει και γράφει κασέτες, το επίθετό του είναι Ιορδάνου και συστήνεται ως γιατρός. Σε πολλούς αρέσει να μιλάνε γι’ αυτόν, κυκλοφορούν διάφορες ιστορίες, η ιστορία με τις μπότες, εκείνη με την καπότα14. Είναι ένας άνθρωπος που μερικοί «χρησιμοποίησαν μόνο ως σκεύος διαστροφών και τυχαίου ξεφαντώματος» (137) και ο άνθρωπος με τον οποίο παθιάστηκε ο Κωστής. Δανείζει το όνομά του στο βιβλίο, τον γνωρίζουμε όμως καλύτερα στο δεύτερο μέρος, εκεί που γνωρίζουμε και τον Μπάμπη, έναν τύπο που αναφέρεται μερικές φορές και στο πρώτο, δίνει όμως την εντύπωση πως δεν θα παίξει ρόλο στην ιστορία. Τελικά παίζει και τελικά λέγεται Αποστόλης15.
Ο Κωνσταντίνος είναι γεμάτος αγγίγματα, φιλιά με σάλια, σφιχτά αγκαλιάσματα, χάδια και χαστούκια, δάχτυλα βαθιά μέσα σε στόματα, σώματα που επιθυμούν να γδυθούν και να ενωθούν – ένα βιβλίο μες στη διέγερση, που περιλαμβάνει και την εξαίρετη δεκασέλιδη περιγραφή μιας πρωτοχρονιάτικης υπαίθριας σεξουαλικής γιορτής με πολλούς συμμετέχοντες (190-200). Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Ευαγγελίδης εξήγησε πως πρόθεσή του ήταν να περιγράψει «τη διείσδυση και την καύλα χωρίς να ειπωθούν αυτές οι λέξεις»16. Κάπως έτσι προέκυψαν αποσπάσματα όπως: «Δεν είπε ευχαρίστηση ούτε ερεθισμός, αλλά εκείνη την άλλη λέξη της καθομιλουμένης, εκείνη που άρχιζε από κάππα όπως και τα ονόματά τους» (34).
Δεν είναι όμως μόνο η «διείσδυση» και η «καύλα» που αποφεύγονται στο βιβλίο· το πιο εκπληκτικό είναι άλλο. Ενώ στο οπισθόφυλλο της νέας έκδοσης αναφέρεται ρητά το AIDS, η λέξη δεν εμφανίζεται ούτε μία φορά στις 341 σελίδες του Κωνσταντίνου, από τις οποίες απουσιάζουν επίσης ολοσχερώς λέξεις όπως «γκέι», «ομοφυλοφιλία», «οροθετικός»17. Αντίθετα, μια λέξη που εμφανίζεται από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου είναι η «αρρώστια». Ο Παναγιώτης, φίλος του Κωστή που ξέρει και τον Κωνσταντίνο, είναι άρρωστος και δεν είναι ο μόνος. Για την αρρώστια του λέγονται διάφορα πράγματα, όπως ότι «χαρακτηριζόταν ανίατη» (107), ποτέ όμως το όνομά της18, δανείζεται το δικό του, είναι «η αρρώστια του Παναγιώτη» (80) – αν και δεν είναι μόνο δική του.
(Λογο)Τεχνικά οι τρόποι με τους οποίους δεν λέγει, πολύ λιγότερο όμως κρύπτει, ο Ευαγγελίδης είναι θαυμαστοί. Επί της ουσίας, τα πρόσωπα του βιβλίου μοιράζονται μια στάση (δεν αποκαλούν την αρρώστια με το όνομά της), οι λόγοι όμως ποικίλλουν, όπως ποικίλλουν και οι θέσεις τους. Κάποιοι δοκιμάζουν να την αρνηθούν («ούτε η αρρώστια είναι αρρώστια, είπε σιβυλλικά κάπως» [87]), δεν επιθυμούν να την αναγνωρίσουν, κάνουν πως δεν την δίνουν αξία, έτσι που στο τέλος μένει ένα πράγμα χωρίς λέξη, ένα γενικό-χωρίς-ειδικό όνομα («και στο δικό του αίμα κολυμπούσε το ίδιο επίφοβο όνομα» [262])19– πράγμα που προφανώς δεν συνεπάγεται την εξάλειψή της. Μερικοί δυσκολεύονται να διαχειριστούν την κατάσταση, κατ’ επέκταση και να μιλήσουν γι’ αυτήν, αν και καθόλου και ποτέ δεν τους διαφεύγει. Ορισμένοι (τρίτοι) ντρέπονται (για λογαριασμό των αρρώστων), φοβούνται μη στιγματιστούν, αποφεύγουν κάθε ρίσκο (και ξεβόλεμα), μην ξέροντας μέχρι πού θα μπορούσαν να φτάσουν τα πλοκάμια της μόλυνσης: «νομίζουν, ή τουλάχιστον υποκρίνονται πως πιστεύουν, ότι πάσχει από μια μορφή καρκίνου στο στομάχι» (82), «έκρυβαν ακόμα και το όνομα, πόσο μάλλον την πορεία και τις κρίσιμες καμπές της αρρώστιας» (275).
Το «γιατί να μην πει κανείς “AIDS”;» δεν είναι ένα απλό (εύκολο) ερώτημα20. Του Ευαγγελίδη πάντως δεν του λείπει η τόλμη· με τον Κωνσταντίνο μάλιστα δημιουργεί την καθησυχαστική ψευδαίσθηση πως όλα τα μπορεί. Και ενώ είναι σαφές για ποιο πράγμα μιλάει (καθώς έχει μεριμνήσει να το κάνει σαφές με κάθε τρόπο, εκτός απ’ τον πιο εύκολο), αποφεύγοντας μέχρι τέλους να το κατονομάσει, σου δίνει μια επιλογή: σου αφήνει το περιθώριο, αν δεν θέλεις να το αντικρίσεις/ αντιμετωπίσεις, να κάνεις τα στραβά μάτια, να κοιμηθείς ήσυχος. Απ’ την άλλη πάλι, σε διευκολύνει ίσως, αν το θελήσεις (ή απλώς αφεθείς), να ταυτιστείς. Η αρρώστια είναι κάτι καθολικό, μπορεί φυσικά να συμβεί και σε σένα· σε απειλεί ανά πάσα στιγμή, σε αποδεικνύει όμοιο με τα άλλα ανθρώπινα όντα. Το AIDS είναι επίσης κάτι καθολικό. Πόσο ξεκάθαρο και κοινώς αποδεκτό ήταν αυτό όμως το 1997;
Ο Κωνσταντίνος είναι έτσι γραμμένος που μοιάζει με λατρευτικό αντικείμενο. Ο Ευαγγελίδης δίνει κατά τόπους ρεσιτάλ μακροπερίοδου λόγου, παίζει κάτι παρενθέσεις που χωράνε περίπου τα πάντα21 στα δάχτυλα και δεν έχει κανένα λόγο να σερβίρει μασημένη τροφή – κάποιους ελιγμούς του θα τους ζήλευε και σκιέρ. Αφού βρούμε την ισορροπία μας, βλέπουμε την έλξη να βάζει κάτω τη φθορά. Η ζωή είναι ορεξάτη και επίμονη, ο θάνατος υπάρχει αλλά, σε μια ανακουφιστική αντιστροφή, γίνεται παροδικά έρμαιο στα χέρια των ανθρώπων22. Σε αυτό το σύμπαν, αν πάει και πεθάνει κανείς, δεν σημαίνει πως δεν θα τον ξανακούσεις ποτέ.
Με θολά όρια ανάμεσα στο τι έχει όντως συμβεί και τι όχι23, διότι δεν έχει δα και τόση σημασία, ο Κωνσταντίνος είναι, με μια λέξη, σαγηνευτικός. Και αποτελεί την πιο φιλική πρόταση που θα μπορούσα να σας κάνω για να διδάξετε σε παιδιά την προοικονομία (εμένα προσπαθούσαν να μου τη μάθουν σε ομηρικά εδάφη και τσινούσα24). Δεν σκέφτομαι πια με όρους «αγαπημένων» και αποφεύγω τις συζητήσεις περί «καλύτερων». Πάει καιρός όμως που μια έμπιστη φίλη και άξια μεταφράστρια μου ζήτησε, περισσότερο με λαχτάρα παρά από περιέργεια, να της προτείνω ένα δυο ελληνικά κουίρ πεζογραφήματα που θα είχαν κάτι να προσφέρουν στην παγκόσμια λογοτεχνία και με είδε να διστάζω. Αν με ρωτάς ακόμα, διαλέγω τον Κωνσταντίνο, παπαρούνα· και τα 40 γράμματα πένθους (Εξάντας, 2019) της Μαριέλ Νικοδήμος. Ζηλευτά και τα δύο και μονάκριβα.
- Για περισσότερα, βλ. εδώ: https://mag.frear.gr/i-kakia-no-es-para-todos-i-kakia-omos/. [↩]
- Για το Φρέαρ #18, συγκεκριμένα. [↩]
- Βλ. εδώ: https://kyknospublications.gr/product/ekdosi-poihtikhs-sylloghs-me-sem-ekdoseis-kyknos/. (Μπορείτε να το συνοδεύσετε και με τον Φάκελο «Ρομά και αντιτσιγγανισμός: Βλέμματα, μύθοι και διεκδικήσεις» που επιμελήθηκε ο Χρήστος Σύλλας στο 27ο τεύχος του yusra. [↩]
- Παράταιρη μοιάζει μάλλον μια τέτοια διατύπωση πασχαλιάτικα. Ας είναι. Θα μου θυμίζει πως παλεύω να μιλήσω για τον Κωνσταντίνο απ’ τον Δεκέμβρη· πως κατάφερα να βγάλω επιτέλους φωνή τον Απρίλη [↩]
- Εφόσον στάθηκα τόσο στο έτος κυκλοφορίας της δεύτερης έκδοσης του Κωνσταντίνου παραπάνω, ας μείνω λιγάκι και στο έτος της πρώτης. Το 1997 κυκλοφόρησε η Μικρά Αγγλία της Ιωάννας Καρυστιάνη. Άλλαξαν στέγη τα δύο πρώτα μυθιστορήματα της Μαργαρίτας Καραπάνου. Έπαιζαν Μουζικούλες του Ηλία Λάγιου. Πρωτομεταφράστηκε στα ελληνικά έργο της Μαρί Ντιάι. Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης μετέφρασε Το μονοπάτι με τις αραχνοφωλιές του Ίταλο Καλβίνο, ο Παναγιώτης Ευαγγελίδης Ιστορίες της παλάμης του Γιασουνάρι Καουαμπάτα. (Και έγιναν φυσικά και άλλα πολλά. [↩]
- Ο Ευαγγελίδης έχει πολλά χρόνια να εκδώσει νέο μυθιστόρημα, στις αρχές του 2026 όμως κυκλοφόρησε από την Άγρα το ωραιότατο μικρό βιβλίο του Η μετάφραση της ιαπωνικής ποίησης ή τα ιαπωνικά δεν έχουν κεφαλαία. (Εξού και η παρένθεση. [↩]
- Σε συνέντευξή του στον M. Hulot, «Ο ξεχασμένος Κωνσταντίνος του Παναγιώτη Ευαγγελίδη κυκλοφορεί ξανά», Lifo, 14/11/2025, https://www.lifo.gr/culture/vivlio/o-xehasmenos-konstantinos-toy-panagioti-eyaggelidi-kykloforei-xana. Αφήνω εδώ και δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα του βιβλίου: «Δεν ακούς μου φαίνεται. Οροθετικός. Σου λέει κάτι; Εγώ, ναι εγώ. Να το συλλαβίσω; Είμαι εκεί και συναντάω άλλους οροθετικούς. Αρκετούς ξένους. Ανάμεσά τους είναι πιθανό να βρω κι αυτό που γενικά ψάχνω σε επίπεδο αντρών. Πρακτικοί λόγοι. Κι επίσης ενημερώνομαι για ό,τι τελευταίο συμβαίνει στον τομέα της αρρώστιας. Πράγμα που εδώ με δυσκολία τους το βγάζεις απ’ το στόμα των γιατρών», «Είναι τα γραφεία της Act up και όλοι τρέχουν πέρα-δώθε ετοιμάζοντας με ψύχραιμο πυρετό τις εκδηλώσεις της 1ης Δεκεμβρίου, παγκόσμιας ημέρας του έιντς» (σ. 73 και 323, αντίστοιχα). [↩]
- Θα το κάνω παρακάτω λιανά αυτό, εκτός παρένθεσης, είμαστε μες σε παρένθεση τώρα, περιμένετε λίγο. [↩]
- Ένα σωρό περιοχές και γειτονιές της ζωντανεύουν στις σελίδες του, σημειώνω όμως, για όποιον μπορεί κάτι να σημαίνει και σε μια προσπάθεια να συγκρατήσω την πληροφορία για καιρό, πως υπάρχει και μια αναφορά στην Ορεστιάδα προς το τέλος του Κωνσταντίνου (σ. 324). [↩]
- Κωνσταντίνο, «κύριο Κωνσταντίνο» για την ακρίβεια, τον αποκαλεί ο πατέρας ενός φίλου του, ο κύριος Νικηφόρος, έτσι που αναρωτιόμαστε ίσως αν τον ξέρουν κι άλλοι ως Κωστή εκτός από μας. [↩]
- Οι φορές που λένε και ξαναλένε το όνομά τους μεταξύ τους και οι συνακόλουθες αντιδράσεις τους λένε μια σύντομη ιστορία της σχέσης τους. Βλ. σ. 23, 31, 129, 156. [↩]
- Όπως εκείνη για τα πορτοκάλια στις σ. 92-93. [↩]
- Ενδεικτικά: «Περνάνε έτσι πολλές εβδομάδες» (30), «Του δίνει επιτέλους τον αριθμό ύστερα από τόσους μήνες» (113), «Περνάει πάλι καιρός» (185), «έχει να τον δει μήνες, τόσο που ξεχνάει τις λεπτομέρειες της ανατομίας του (187), «Πέρασε κι ο χειμώνας, ο δεύτερος αφότου γνωρίστηκαν, έφτασε πάλι η άνοιξη, χάθηκε για μεγάλο διάστημα ο Κωνσταντίνος, μετά ξαναφάνηκε» (200). [↩]
- Βλ. σ. 138 και 307 (κ.ε.), αντίστοιχα. [↩]
- Για τον Μπάμπη(-Αποστόλη), τον Αποστόλη(-Μπάμπη), βλ. σ. 56, 71, 93, 150, 214-215 και 222: «Τι κάνει, Μπάμπη, τι κάνει, Αποστόλη, ο Κωνσταντίνος;». Τα δύο ονόματα δεν μοιάζουν καθόλου μεταξύ τους και υπογραμμίζουν, με τον τρόπο τους, τη σχετικότητα των πραγμάτων: Δεν έχει σημασία που δεν ξέρεις κανέναν Μπάμπη, μπορεί να τον ξέρεις/ θυμάσαι/ σου συστήθηκε ως Αποστόλης. [↩]
- Βλ., παραπάνω, σημ. 9. [↩]
- Μερικές λέξεις αποφεύγονται συγκεκριμένα από τον Κωστή ή τον Κωνσταντίνο. Στη σ. 62, π.χ., ο Κωστής ρωτάει «μήπως θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν κάτι, ναι, κάτι ήταν η λέξη που πρόφερε». Άλλα άτομα προφέρουν τη λέξη «προφυλακτικό» στις σ. 86, 87 και 307. [↩]
- Βλ. και Άρρωστος σε ταξίδι, σ. 138: «Η αρρώστια μου, που δύσκολα λέω το όνομά της, δεν έχει, για την ώρα τουλάχιστον, θεραπεία». [↩]
- Αν κολλήσετε κι εσείς με τις προεκτάσεις, τις λειτουργίες, τις ερμηνείες των ονομάτων στον Κωνσταντίνο, δείτε και σ. 181: «Η λέξη, όχι η λέξη, το όνομα, θέλει τον τόπο του, θέλει να σμίξει σε μια ένωση πραγματική, που είναι μαρτύριο να του αρνιέσαι» [↩]
- Εμβληματικό παραμένει το βιβλίο της Σούζαν Σόνταγκ Η νόσος ως μεταφορά / Το AIDS και οι μεταφορές του, που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τους Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο και Στέφανο Ροζάνη (Ύψιλον, 1993). Παραπέμπω ενδεικτικά και σε τρία κείμενα που αφορούν τα ελληνικά πράγματα, μολονότι κανένα από αυτά δεν αναφέρεται στον Παναγιώτη Ευαγγελίδη: 1) Δημήτρης Παπανικολάου, «Συγκροτησιακή, υποστηρικτική, παλινωδική και ενσώματη – Η λογοκρισία της ομοφυλοφιλίας στον μακρό 20ό αιώνα», στο Πηνελόπη Πετσίνη & Δημήτρης Χριστόπουλος (επιμ.), Λεξικό λογοκρισίας στην Ελλάδα: Καχεκτική δημοκρατία, δικτατορία, μεταπολίτευση, Καστανιώτη, Αθήνα 2018, σ. 206-220. 2) Δημήτρης Παπανικολάου & Γιώργος Σαμπατακάκης, «Η λογοκρισία ως πολιτισμική ιστορία: Το HIV/AIDS στην Ελλάδα (1982-2000)», Αρχειοτάξιο 22, 2020, σ. 163-182. 3) Γιώργος Σαμπατακάκης, «Επιτελώντας τη νόσο: Η διακινδύνευση της παρρησίας στη λογοτεχνία του AIDS (Μπίστικας, Αγγελάκης, Κωνσταντίνου)», στο Γωγώ Βαρζελιώτη, Ξένια Γεωργοπούλου & Άννα Καρακατσούλη (επιμ.), Νόσος και λογοτεχνία (Πρακτικά 1ου Διεπιστημονικού Συνεδρίου του Εργαστηρίου Ιστορίας του Βιβλίου σε συνεργασία με την Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ, 26-27 Μαΐου 2023), Αθήνα 2024, σ. 217-235. [↩]
- Βλ., ενδεικτικά, σ. 161-162 (απόσπασμα που επιλέχθηκε και για το οπισθόφυλλο της πρώτης έκδοσης), 172-174, 254-255. [↩]
- Βλ. σ. 229: «Υπήρχε ο θάνατος, αλλά θα τον τοποθετούσαν αυτοί μαζί σε όποιο σημείο του χρόνου θέλανε, όπου τους έκανε κέφι, θα τον σταματούσαν κι αυτόν σαν τις ερωτικές τους συνευρέσεις στη μέση». [↩]
- Στη σ. 184, ας πούμε, πέφτεις ξαφνικά πάνω σε ένα: «Από δω και πέρα όλα είναι σαν να συνέβησαν πραγματικά». [↩]
- (Δεν μέμφομαι τον Όμηρο, αν χρειάζεται να το διευκρινίσω κι αυτό. [↩]


