Υπάρχει Θεός; Του Χρήστου Λάσκου

Στέλιος Βιρβιδάκης, Μιχάλης Φιλίππου (επιμέλεια)

 

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

και άλλα δοκίμια Αναλυτικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας

Άρτος Ζωής, σελ. 548

 

Ο Θεός είναι το απολύτως τέλειο ον. Άρα, υπάρχει    

ΑΝΣΕΛΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤΕΡΜΠΟΥΡΙ

 

 

Το βιβλίο, που επέλεξα να παρουσιάσω σήμερα, αποτελεί μια πραγματική συνεισφορά στην ελληνική βιβλιογραφία. Εδώ και λίγα χρόνια τα πράγματα έχουν βελτιωθεί πολύ σε σχέση με το άνυδρο τοπίο, που κυριαρχούσε σχετικά με την Φιλοσοφία της Θρησκείας.

Ελάχιστες ήταν παλιότερα οι δυνατότητες να προσεγγίσει κανείς το θρησκευτικό φαινόμενο με φιλοσοφικούς όρους επιχειρώντας να το κατανοήσει και να θέσει σε ορθολογικό έλεγχο τις ποικίλες διαστάσεις του. Σήμερα διαθέτουμε σημαντικά έργα της διεθνούς βιβλιογραφίας στην ελληνική γλώσσα με κυριότερα ανάμεσά τους, κατά τη γνώμη μου, την Εισαγωγή στη Φιλοσοφία της Θρησκείας του Κάι Νίλσεν (Ψυχογιός, 2004) και το Φιλοσοφία και Θρησκεία του Μαξ Τσάρλσγουορθ (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2014). 

Παρόλα αυτά, ο συλλογικός τόμος του «Άρτου Ζωής» αποτελεί σημαντική συμβολή, στο μέτρο που –αν και διατρέχει με πληρότητα τη σχετική συζήτηση από την εποχή του ύστερου Μεσαίωνα και μετά- εντοπίζει το ενδιαφέρον του, κυρίως, στην αγγλοσαξωνικής προέλευσης Αναλυτική Φιλοσοφία, η οποία, μεταξύ άλλων, περισσότερο από ό,τι η Ηπειρωτική Φιλοσοφία, δίνει ιδιαίτερο βάρος στην τήρηση συγκεκριμένων τεχνικών προδιαγραφών επιχειρηματολογίας και αξιοποιεί πολύ συχνά τον συμβολισμό και τις πρακτικές της κατηγορηματικής λογικής, καθώς και επιχειρήματα βασισμένα στην μαθηματική θεωρία των πιθανοτήτων.

Η Αναλυτική Φιλοσοφία συνδέεται κατεξοχήν με το έργο του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, πράγμα που καθιστά εύλογη την επιλογή το πρώτο κεφάλαιο να αναφέρεται στον κορυφαίο Αυστριακό φιλόσοφο και στις απόψεις του για την θρησκευτική πίστη. Στην εκκίνησή της, ωστόσο, αξιοποίησε μια επιστημονιστική εκδοχή του έργου του, που είχε ως αποτέλεσμα «[η] καταγραφή των πρώτων σοβαρών προσεγγίσεων της θρησκείας και της πίστης [να δίνει] σχεδόν αποκλειστική έμφαση στην εξέταση του σημασιολογικού στάτους της θρησκευτικής γλώσσας, με το οποίο συναρτάται και η αποτίμηση της ορθολογικότητας της θρησκευτικής πίστης. Και σύμφωνα με τις επαληθευσιοκρατικές θέσεις των λογικών θετικιστών, οι οποίες συνοψίζονται με σαφήνεια στο βιβλίο του Αλφρ. Τζ. Άυερ Γλώσσα, αλήθεια και λογική, οι μεταφυσικές και κατά μείζονα λόγο οι θρησκευτικές, όπως άλλωστε και οι ηθικές προτάσεις, στερούνται γνωστικού νοήματος και δεν επιδέχονται τιμές αλήθειας […] Φιλόσοφοι όπως ο Άντονυ Φλου φαίνεται να θεωρούν πως δεν μπορούμε να μιλήσουμε ούτε για δυνατότητα διάψευσης των αποφάνσεων θεολόγων και πιστών, και γι’ αυτό θα έπρεπε να τις απορρίψουμε ως κενές νοηματικού περιεχομένου» (σελ. 24-25).

Βέβαια, η κατοπινότερη κατανόηση του έργου της ύστερης περιόδου του Βιτγκενστάιν –ιδίως των Φιλοσοφικών Ερευνών- άλλαξε την στάση πολλών αναλυτικών φιλοσόφων, που μέχρι τότε βασίζονταν αποκλειστικά στις προτάσεις του πρώιμου Tractatus. Η σαφής αναγνώριση του μη αναγώγιμου νοήματος των πολλών και μη μεταφράσιμων γλωσσικών παιχνιδιών, που συνδέονται με αντίστοιχες μορφές ζωής, συνέβαλλαν στην απομάκρυνση από τον θετικιστικό επιστημονισμό.

Επιπλέον, ο λογικός θετικισμός και η αρχή της επαληθευσιμότητας κρίθηκαν ελλιποβαρείς και από την άποψη της λογικής συνοχής, με τα ίδια τους τα κριτήρια: Η αρχή της επαληθευσιμότητας, βάσει της οποίας οι μεταφυσικές προτάσεις απορρίπτονταν ως α-νόητες, δεν επιδέχονταν επαλήθευση η ίδια, αποτελώντας μια προφανή επιχειρηματολογική αυθαιρεσία. Επρόκειτο για την αποθέωση της επιτελεστικής αντίφασης.

Τα προηγούμενα υπήρξαν οι βασικοί λόγοι, για τους οποίους, ιδίως μετά τη δεκαετία του 1980, οι αναλυτικοί φιλόσοφοι ενέταξαν τα θεμελιώδη μεταφυσικά, θρησκευτικά και ηθικά ερωτήματα στο πεδίο ενασχόλησής τους διερευνώντας σε αυτά το πιθανό, πλέον, νοηματικό τους περιεχόμενο.

Έτσι, «διερευνάται το πρόβλημα του Κακού και οι δυνατότητες λογικής αντιμετώπισής του που τροφοδοτούν νέες εκδοχές θεοδικίας και απολογητικής [Το πρόβλημα που έχει τεθεί με σαφή τρόπο στη νεότερη φιλοσοφία από την εποχή του Λάιμπνιτς είναι αν η ύπαρξη ενός παντοδύναμου, παντογνώστη και πανάγαθου Θεού, ο οποίος αγαπά τα δημιουργήματά του και προνοεί γι’ αυτά, είναι συμβατή με την ύπαρξη των χειρότερων μορφών φυσικού και ηθικού Κακού στον κόσμο]» (σελ. 29).

Διερευνάται, επίσης, η δυνατότητα και η φύση της ανθρώπινης ελευθερίας μέσα σε έναν κόσμο καλυπτόμενο και στο μέλλον από την παντογνωσία του Θεού και διεπόμενο από την θεία πρόνοια ή και τον προκαθορισμό.

«Η διδασκαλία για τη μετα θάνατον ζωή και την ανάσταση ψυχών και σωμάτων, η οποία διαφέρει από την πλατωνική αντίληψη της αθανασίας της ψυχής, γίνεται αφορμή διεξοδικών τεχνικών αναλύσεων στον χώρο της μεταφυσικής και ειδικότερα της φιλοσοφίας του νου. Βασικοί στόχοι αυτών των αναλύσεων είναι η κατανόηση και ο έλεγχος ή η υπεράσπιση θέσεων που ανταποκρίνονται στη προσδοκία κάποιας μορφής προσωπικής επιβίωσης. Παράλληλα, στο πεδίο του ηθικού στοχασμού, συναντάει κανείς ενδιαφέρουσες μεταηθικές αντιλήψεις ενός υπερφυσιοκρατικού ρεαλισμού αξιών με θεολογικά ερείσματα και παραλλαγές κανονιστικών θεωριών θείας επιταγής και φυσικού δικαίου» (σελ. 30).              

Ευρεία συζήτηση, επίσης, γίνεται σχετικά με τον προσωπικό Θεό των μονοθεϊστικών θρησκειών και ειδικά με τον τριαδικό Θεό της χριστιανικής ομολογίας, η εγγενής «παραδοξότητα» της οποίας αποτελεί αφορμή για μια περίτεχνη επιχειρηματολογία σε ζητήματα, που αφορούν πολλά φιλοσοφικά ερωτήματα πέραν του συγκεκριμένου πεδίου και από την οποία οι άθεοι και οι αγνωστικιστές έχουν ιδιαίτερα να ωφεληθούν. Πράγμα που ισχύει και για τη διερεύνηση της λογικής συμβατότητας/ασυμβατότητας των κατηγορημάτων που αποδίδονται στον Θεό, όπως η απειρότητα, η παντοδυναμία, η αιωνιότητα, μαζί όμως και η παρουσία του στον χρόνο ή η δημιουργία εκ του μηδενός –η συζήτηση αναφορικά με αυτά κάθε άλλο παρά τον θεϊστή αφορά και μόνο. Πολύ πιθανό να ισχύει το αντίθετο: ο θεϊστής τις περισσότερες φορές ικανοποιείται από την αποκάλυψη και τις εικαζόμενες ιστορικές θεοφάνειες, ενώ ο άθεος και ο αγνωστικιστής έχει πολλά να κερδίσει από την βαθειά ενασχόληση με τις, περι ων ο λόγος, έννοιες.

Πράγμα που ισχύει εξίσου και με τις περίφημες αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού. Τα εννοιολογικά, γνωσιολογικά –κυρίως, δε, οντολογικά- ζητήματα, που αναδεικνύονται, δημιουργούν κάποιες, εκπληκτικές πραγματικά, «μηχανές σκέψης», οι οποίες λειτουργούν επιβοηθητικά και σε ό,τι αφορά την καθαυτό επιστημονική εξήγηση του κόσμου. Η Αναλυτική Φιλοσοφία έχει συμβάλλει ιδιαίτερα στη διευκρίνιση της σχετικής συζήτησης με μοναδικό τρόπο.

Το παράθεμα του Άνσελμου, με το οποίο ξεκίνησα αυτό το κείμενο είναι απολύτως ενδεικτικό αυτού, που ονομάστηκε στη συνέχεια οντολογικό επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού. Η ακριβής διατύπωσή του είναι λίγο αναλυτικότερη από τη μικρή φράση που παρέθεσα, ενώ οι αναλυτικοί φιλόσοφοι, αξιοποιώντας τον σύγχρονο συμβολικό λογισμό –στη συγκεκριμένη περίπτωση, κυρίως τον προτασιακό λογισμό-, κάνουν πολύ σαφή και ευκρινή την πορεία του επιχειρήματος. Και η συνοπτική διατύπωση, ωστόσο, είναι αρκετή, για να φανερώσει της δύναμή του. Τι μας λέει; Πως αν αποδεχτούμε ως έναν εύλογο ορισμό του Θεού –είτε αυτός υπάρχει είτε όχι- πως είναι το απολύτως τέλειο όν, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε ότι υπάρχει αναγκαία. Διαφορετικά θα παραβιάζονταν η τελειότητα, που ως απόλυτη δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει και την ύπαρξη! Σα να λέμε: ένα απολύτως τέλειο ον υπάρχει κατ’ αναγκαιότητα. Είναι έτσι; Η συζήτηση είναι τεράστια. Και τα παράπλευρα κέρδη, ίσως, αποδειχτούν πολύ μεγαλύτερα από τα υπο συζήτηση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την κατανόηση πως οι υπαρκτικές προτάσεις είναι, ίσως, πολύ διαφορετικού είδους από όλες τις άλλες.

Πράγμα που ισχύει εξίσου ή και περισσότερο αναφορικά με το κοσμολογικό επιχείρημα, το οποίο συνοψίζεται εντελώς σχηματικά στην παρακάτω ιδέα: αν κάθε ενδεχομενικό γεγονός του κόσμου έχει κάποια προηγούμενη αιτία (αρχή του επαρκούς λόγου) τότε ο μόνος τρόπος για να αποφύγουμε την αδιέξοδη κατάσταση της άπειρης αναγωγής είναι η παραδοχή μιας «πρώτης αιτίας», η οποία δεν μπορεί η ίδια να είναι ενδεχομενική («του κόσμου τούτου»), αλλά αναγκαία. Αυτή η πρώτη αιτία είναι ο Θεός, που αναγκαία, λοιπόν, υπάρχει. Ισχυρή ιδέα ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη, η οποία έχει παραγάγει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες αντιρρήσεις, τις οποίες το βιβλίο, που παρουσιάζω εδώ, με έντιμο και εναργή τρόπο παραθέτει δίνοντάς μας τη δυνατότητα για γνήσιο φιλοσοφικό στοχασμό.

Το ίδιο και με τα επαγωγικά επιχειρήματα είτε πρόκειται για τελεολογικά είτε για επιχειρήματα σχεδιασμού. Δίνω το κλασικότερο επιχείρημα σχεδιασμού, όπως διατυπώθηκε από τον William Paley το 1802:

«Καθώς διασχίζω έναν θαμνότοπο, φαντάσου πως πέφτω πάνω σε μια πέτρα. Στην ερώτηση πώς η πέτρα βρέθηκε εκεί θα μπορούσα να απαντήσω πως, όσο τουλάχιστον ξέρω, η πέτρα (θα μπορούσε να) βρισκόταν στο σημείο αυτό από πάντοτε […] Αλλά φαντάσου τώρα πως είχα βρει ένα ρολόι στο έδαφος. Στην ερώτηση πώς το ρολόι έτυχε να βρίσκεται σε αυτό το μέρος δεν θα μου περνούσε καν από το μυαλό να δώσω την ίδια απάντηση όπως και προηγουμένως, να πω δηλαδή πως το ρολόι θα μπορούσε να βρίσκεται εκεί από πάντοτε. Γιατί ωστόσο η ίδια απάντηση δεν είναι ικανοποιητική τόσο για την πέτρα όσο και για το ρολόι;»

Όπως σημειώνεται στο βιβλίο, «[η] απάντηση, συνεχίζει λίγο πιο κάτω ο Πέιλυ, δεν μας ικανοποιεί γιατί το ρολόι, σε αντίθεση με την πέτρα, δεν θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα απρόσωπων φυσικών διαδικασιών, καθώς αποτελείται από μέρη ο συνδυασμός των οποίων παρέχει ισχυρότατες ενδείξεις σχεδιασμού και σκοπιμότητας» (σελ. 175). Κατά τη γνώμη των υποστηρικτών των επιχειρημάτων σχεδιασμού, τα βιολογικά όντα με την ασύλληπτη πολυπλοκότητα και «σκοπιμότητα» της λειτουργίας τους, αλλά, στην κοσμολογική εκδοχή, και ο σύνολος φυσικός κόσμος, το Σύμπαν, με την εξαιρετικά «λεπτή ρύθμισή» του είναι πολύ περισσότερο απίθανο να προέκυψαν «τυχαία» από ό,τι το ρολόι του Πέιλυ. Χωρίς την αναγκαία ύπαρξη ενός ευφυούς σχεδιαστή όλα αυτά είναι, απλώς, αδύνατα. Φυσικά και οι αντίπαλοί τους έχουν ισχυρότατα επιχειρήματα που αξιοποιούν τις σύγχρονες βιολογικές και αστροφυσικές γνώσεις –επιχειρήματα, που με μεγάλη επάρκεια, μ’ όλη του τη μετριοφροσύνη, παρουσιάζει ο Μιχάλης Φιλίππου, ο κύριος συγγραφέας του πολύτιμου αυτού βιβλίου.  

***

Το κείμενο που διαβάζετε, συνταγμένο από έναν αγνωστικιστή προς άθεο, σχεδόν υλιστή, στέκεται με θαυμασμό απέναντι στο υψηλό στοχαστικό επίπεδο, που περιέχεται στο συλλογικό τόμο του «Άρτου Ζωής». Χωρίς καθόλου να μετακινούμαι προς τον θεϊσμό δεν μπορώ παρά να σημειώσω με τη μεγαλύτερη δυνατή έμφαση πως ο οντολογικός προβληματισμός που αγνοεί αυτήν τη συζήτηση δεν μπορεί παρά να είναι λειψός.

Ακόμη κι αν δεν είναι ο Θεός το θέμα, το Είναι είναι αναγκαστικά. 

Πάλι ο Βιτγκενστάιν:  «Το μυστικό στοιχείο δεν είναι πώς είναι ο κόσμος, αλλά πως είναι».

ΥΓ. Σήμερα, μέρα που είναι, 8 Μαρτίου, ας ρίξουμε μια ματιά στον –επανασχεδιασμένο από τη Χαρμόνια Ροζάλες, «Ο Θεός ως μαύρη γυναίκα» - πίνακα του Μιχαήλ Άγγελου, που απεικονίζει τη «Δημιουργία του Αδάμ».

Ο Θεός ως μαύρη γυναίκα