in

Η αξία της πολιτικής. Του Χρήστου Λάσκου

Πηγή φωτογραφίας: thebook.gr

Νικόλας Σεβαστάκης, Πολιτική χειραφέτηση και κοινωνική κριτική, Πόλις 2024, σελ. 188

 

Είναι πάντα δυνατό να συνενώσει κανείς έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων με την αγάπη, αρκεί να απομείνουν άλλοι άνθρωποι, που θα δεχτούν τις εκδηλώσεις της επιθετικότητας των πρώτων

Ζίγκμουντ Φρόιντ

Το τελευταίο βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη είναι, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, μια κατεξοχήν πολιτική παρέμβαση. Η ριζικότητα της συνθήκης που διάγει ο κόσμος, συνθήκης διαρκών και εναλλασσόμενων κρίσεων μεγάλης κλίμακας, κάνει επιτακτικό να μιλάμε πολιτικά, σχεδόν όποιο κι αν είναι το θέμα.

Ο Σεβαστάκης ενδιαφέρεται για τις δυνατότητες μιας πολιτικής χειραφέτησης, όπως ρητά μας λέει με τον τίτλο του βιβλίου του. Μάλιστα, η σειρά στον τίτλο φέρνει πρώτη την πολιτική χειραφέτηση και έπειτα την κοινωνική κριτική. Σαν να λέει, είτε είναι συνειδητή επιλογή είτε όχι, πως η κοινωνική κριτική αποκτάει το νόημά της μόνο στο μέτρο που κινείται με την έγνοια της πολιτικής χειραφέτησης.

Όπως σημειώνει, «[η] κύρια υπόθεση που διαπνέει το κείμενο αυτό είναι πως η προοπτική μιας πιο δίκαιης και αξιοβίωτης ζωής εξαρτάται από τη δύναμη μιας περισσότερο δεσμευτικής πολιτικής κοινότητας» (σελ. 13). Επιπλέον, «η ζωή στην εποχή των συνεχών κρίσεων επιτάσσει να αποτραπεί η απόσχιση των πολιτών από τις πολιτικές τους κοινότητες και τις δημόσιες ευθύνες τους» (σελ. 15).

Πράγμα που σημαίνει ότι η επιστροφή και το «πρωτείο» της πολιτικής είναι απόλυτη προϋπόθεση για την επίλυση των μεγάλων προβλημάτων -των διαδοχικών οικονομικών κρίσεων, των ενεργειακών, των επισιτιστικών, των ενεργειακών, των υγειονομικών, της κλιματικής καταστροφής.

Θα μπορούσε, βέβαια, να πει κάποιος πως δεν πρόκειται για κάποια ιδιαίτερα γόνιμη επισήμανση. Είναι σχεδόν αυτονόητη.

Για τον Σεβαστάκη, τα πράγματα δεν έχουν καθόλου έτσι. Αντίθετα, και στον μακρό, μάλιστα, χρόνο, όπως σημειώνει, οι τρεις μεγάλες οικογένειες της νεωτερικής πολιτικής ιδεολογίας -ο σοσιαλισμός, ο αστικός φιλελευθερισμός και ο συντηρητισμός- επιφυλάσσουν «δεύτερο» ρόλο στο κράτος και την πολιτική.

Θα διερευνήσει αυτήν την κοινή στάση με ανάλυση των τοποθετήσεων του Μαρξ, του Τοκβίλ και του Νίτσε και θα επεκτείνει το σχολιασμό του παρουσιάζοντας τμήμα του έργου ελασσόνων ρεπουμπλικανών, όπως ο Λερού και ο Μπαρνί, που δίνουν σημαντικά ερείσματα σε μια σκέψη που φέρνει την πολιτική δράση σε πρώτο πλάνο.

Ο Μαρξ θα τονίσει ιδιαίτερα τη ματαιότητα του κατεστημένου πολιτικού αγώνα και των προσδοκιών που συνδέθηκαν με τη συνταγματική, δημοκρατική και θεσμική αλλαγή. Όσοι κατευθύνονται από το «απλώς πολιτικό», δεν κατανοούν ότι η αληθινή δημοκρατία, ο κομμουνισμός υποδεικνύουν πως η μορφή του κράτους ή η βούληση και ο ηθικός χαρακτήρας της κυβέρνησης δεν δίνουν απάντηση στο μείζον ζήτημα της κοινωνικής ένδειας, των κοινωνικών δεινών, ευρύτερα. Με τα λόγια του Μαρξ, «[η] πολιτική διάνοια είναι ακριβώς πολιτική διάνοια γιατί σκέφτεται εντός των ορίων της πολιτικής. Όσο πιο οξυδερκής, όσο πιο ζωντανή είναι, τόσο πιο ανίκανη αποδεικνύεται να συλλάβει τα κοινωνικά δεινά» (σελ. 21). Η σύλληψη, πόσο μάλλον, η υπέρβαση των κοινωνικών δεινών, η ριζική μεταβολή της κοιλάδας των δακρύων, που είναι ο κόσμος, απαιτεί πολύ περισσότερα και πολύ διαφορετικότερα πράγματα από την «πολιτική διάνοια» και την αστική δημοκρατία.

Η «περίσσεια πολιτικής» όχι μόνο δεν ευνοεί τον απαιτούμενο ριζικό μετασχηματισμό, αλλά τον ξεστρατίζει. Η μεγάλη στιγμή της Γαλλικής Επανάστασης είναι η κοινωνική της στιγμή, όταν ηγεμονεύουν οι Γιακωβίνοι του Ροβεσπιέρου, που συνειδητοποιούν πως η πηγή των προβλημάτων «είναι ο μεγάλος πλούτος και η μεγάλη φτώχεια» και, επομένως, καμιά θετική βούληση και καμιά επίκληση στο «γενικό συμφέρον» και στο «δίκαιο» κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ουσιαστικά το κοινωνικό ζήτημα.  Η καλή πολιτική δεν μπορεί να πραγματοποιήσει όσα ανήκουν στα καθήκοντα της κοινωνικής επανάστασης. Γι’ αυτό και η αστική πολιτική επανάσταση προσφεύγει πάντα σε βίαια ξεσπάσματα. «Η ακραία βία […] -με την καρμανιόλα, τις μαζικές εκτελέσεις, τις σφαγές της- [είναι] μια ακόμα απόδειξη της στενής πολιτικής της φύσης και όχι [όπως λέγεται συχνά, Χ.Λ.] ένα αποτέλεσμα της εισόδου των λαϊκών μαζών στο επίκεντρο της πολιτικής» (σελ. 26).

Η πολιτική διάνοια και η πολιτική βούληση αδυνατούν να απαντήσουν στο πρόβλημα της απομόνωσης του ανθρώπου από την «ουσία» του, που είναι «η αληθινή κοινότητα των ανθρώπων». Η πολιτική ενότητα είναι μια πολύ επουσιώδης εκδοχή της. Η αυτονομία και η αυτοσυνείδηση της εργαζόμενης ανθρωπότητας αναγκαστικά, λοιπόν, περνάει μέσα από την αμφισβήτηση της σπουδαιότητας των πολιτικών μορφών. Ο κοινωνικός αγώνας μπορεί να είναι τελεσφόρος μόνο με την προϋπόθεση ότι δεν περιορίζεται στο πολιτικό πεδίο.

Σύμφωνα με τον Σεβαστάκη, ο Μαρξ, μ’ όλο που «σφάλλει» ως προς την υποβάθμιση του πολιτικού, προβάλλει διαισθήσεις ιδιαίτερα βάσιμες. Πράγμα που ισχύει και για τους άλλους κορυφαίους στοχαστές , στους οποίους αναφέρεται, τον Τοκβίλ και τον Νίτσε.

Ο Τοκβίλ, σε μια σειρά από σπουδαία κείμενα, θα επιμείνει στον κίνδυνο της τεράστιας ενίσχυσης των δημόσιων εξουσιών, μιας συνθήκης όπου «οι μοντέρνοι ηγεμόνες γίνονται σχεδόν παντοδύναμοι και ότι, αντιθέτως, τα άτομα φτάνουν στον έσχατο βαθμό αδυναμίας και εξάρτησης» (σελ. 39). «Οι ηγεσίες των δημοκρατικών καιρών, συμμαχώντας με τη νέα εξουσία του πλήθους ως κοινής γνώμης, αποκτούν τεράστιες δυνάμεις» (σελ. 41). Η πορεία προς την ισότητα και τη δημοκρατία δεν μπορεί παρά να απειλήσει σοβαρά την ελευθερία του ατόμου, μπορεί να επιφέρει «το τέλος της ελευθερίας και της ατομικότητας».

Ο Τοκβίλ μας προσφέρει μια σειρά από ευφυείς διαισθήσεις για το μέλλον των νεωτερικών κοινωνιών. Δεν παύει, ωστόσο, να είναι άνθρωπος της τάξης και της τάξης του. Ιδιοφυής εκφραστής αυτού που θα μπορούσε, νομίζω, να ονομαστεί φιλελεύθερο μίσος προς την ισότητα και τους διεκδικητές της.

Να πώς περιγράφει την εξέγερση του 1848:

“Πέρασα όλο μου το απόγευμα περπατώντας στο Παρίσι. Δυο πράγματα μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση […]  Το πρώτο ήταν ο αποκλειστικά και αμιγώς λαϊκός χαρακτήρας της επανάστασης: […] η παντοδυναμία που είχε δώσει, έναντι των άλλων τάξεων, στον κατεξοχήν λαό, δηλαδή στις τάξεις της χειρωνακτικής εργασίας. Το δεύτερο ήταν ο πολύ μικρός βαθμός μίσους και μάλιστα η ελάχιστη παρουσία των οποιωνδήποτε ζωηρών παθών που αντίκρυζε κανείς τούτη τη στιγμή στον πληβειακό λαό, ο οποίος είχε γίνει ο μοναδικός κάτοχος της εξουσίας”.

Στην πραγματικότητα, και ο Τοκβίλ αντιλαμβάνεται την κίνηση από την πολιτική στην κοινωνική επανάσταση. Την εμφάνιση ενός νέου κοινωνικού κινήματος, του εργατικού, που, με τον ριζοσπαστισμό του, διαμορφώνει μια πολύ επισφαλή συνθήκη για την «ελευθερία του ατόμου».

Πρέπει να του αναγνωριστεί ότι η κριτική του στις φιλο -τυραννικές τάσεις της επερχόμενης μαζικής κοινωνίας υπήρξε βάσιμη. Μόνο που η θλίψη του για την επαπειλούμενη υποβάθμιση της θέσης των «ανθρώπων που διαβάζουν» σχετικά με όσους δεν διαβάζουν είναι τόσο μα τόσο ταξική. Και τόσο συνειδητοποιημένη!

Με όλη την περιγραφή των πράων εργατών του 1848, η άποψή του θα είναι αναφανδόν υπέρ της άγριας καταστολής τους και εναντίον του παραμικρού μέτρου βελτίωσης της ζωής των εργαζόμενων τάξεων. Δεν είναι, λοιπόν, παράδοξη η συγκίνησή του, όταν βρέθηκε ξανά, μετά από την καταστολή ανάμεσα στους ομοίους του, όταν αναγνώρισε μεταξύ τους «ιδιοκτήτες, δικηγόρους, γιατρούς, γαιοκτήμονες, τους φίλους και τους γείτονές» του. Εδώ, νομίζω, φαίνεται πόσο ο Τοκβίλ, επίσης, αρνείται τη δυνατότητα της πολιτικής να επιχειρήσει να «διορθώσει» τα κοινωνικά δεινά χωρίς να φέρει στο προσκήνιο αυτά τα αλλόκοτα όντα, τους μπαμπουίνους, τους Βάνδαλους και του Γότθους, που είναι οι προλετάριοι.

Με αντίστοιχο τρόπο και ο Νίτσε θα υποστηρίξει ότι «η πολιτική άνθηση ενός λαού, η ανάπτυξη του πολιτικού του πνεύματος, συμβαδίζει με την πολιτιστική του οπισθοδρόμηση. Στο βαθμό που η «ανώτερη κουλτούρα» χρειάζεται το διαχωρισμό της κοινωνίας σε δυο κάστες, τους σχολάζοντες δημιουργούς και την εργαζόμενη αγέλη, κάθε απομάκρυνση από αυτήν τη δημιουργική ιεραρχία εγκαινιάζει συγχρόνως μια πνευματική πτώση […] [Η] σκοπιά της κοινωνικής δικαιοσύνης ή της εξίσωσης των συνθηκών -όπως θα έλεγε ο Τοκβίλ- δεν αφορά μια ανώτερη συνθήκη πολιτισμού, το αντίθετο, μάλιστα. Ο Νίτσε θα αμφισβητήσει, έτσι, ανοιχτά την όποια θετική συσχέτιση μεταξύ της πόλεως και του πολιτισμού, μεταξύ πολιτικού μεγαλείου και πολιτιστικής δημιουργικότητας» (σελ. 56).

Η ανάγνωση του Μαρξ, του Τοκβίλ και του Νίτσε, από τον Σεβαστάκη είναι πραγματικά απολαυστική. Η ανάλυση της επιχειρηματολογίας των τριών «κατά της  πολιτικής» είναι η καλύτερη  προπόνηση προκειμένου να υποστηριχτεί η αναγκαιότητά της αν είναι  να επιδιωχτεί μια «καλή κοινωνία». Και οι τρεις διατυπώνουν επιχειρήματα που πηγάζουν από τον ταξικό τους προσανατολισμό. Και οι τρεις παρουσιάζουν διαισθήσεις με μεγάλη αξία. Ο Νίτσε, π.χ., θα προφητέψει μια «αναπόφευκτη, ολική οικονομική διοίκηση της γης», την ανάδυση διεθνών δυναστειών, που θα επιδίδονται σε μια καθολική οικονομική εκμετάλλευση. Όπως γράφει ο Σεβαστάκης, «[ο]ι εικόνες ζωής που αναδύονται στα κείμενα του Νίτσε έχουν ένα κοινωνιολογικό βάθος, συνομιλώντας με πολλές από τις δυνάμεις της δικής μας εποχής: την αδιαφορία, την ψευδή ένταση, την εξισωτική φρενίτιδα που κυριεύει την χρήση της γλώσσας, ενώ συγχρόνως αυξάνουν οι σκληρές ανισότητες στην οικονομική ζωή» (σελ. 73).

Είμαι ανεπιφύλακτα με τον Μαρξ. Ωστόσο, η ανάγνωση του Τοκβίλ και του Νίτσε από τον Σεβαστάκη έχει πολλά να συνεισφέρει. Η «κοινωνική τους συνείδηση» επιτρέπει μια καλύτερη κατασκευή της αντίπαλης «κοινωνικής συνείδησης», της εργατικής.

Ο Σεβαστάκης θα δείξει τα καλά της πολιτικής διάνοιας και παρέμβασης βασιζόμενος αρχικά στους ελάσσονες, που προαναφέρθηκαν, και, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, στους σύγχρονους νεορεπουμπλικανούς, με πιο ενδιαφέροντα, νομίζω, τον Serge Audier.

Το βασικό του μέλημα είναι να υποστηρίξει πως η πολιτική μπορεί ακόμα να κάνει πράγματα. Οι δομικοί περιορισμοί δεν είναι ανυπέρβλητοι. Ένας ορισμένος ρεφορμισμός, ως προς τα ουσιώδη, μάλιστα, είναι καθόλα νοητός. Οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις, που θα προωθούν την ελευθερία και τη δημοκρατία -και μια ορισμένη ισότητα, ακόμη- είναι εφικτές τώρα, όπως και πρώτα.

Θα ήθελα πολύ να συμφωνήσω. Και οι μικρές βελτιώσεις, σε μια συνθήκη τόσο πρωτοφανούς εκμετάλλευσης, ακόμη και για τον καπιταλιστικό κόσμο, θα ήταν βάλσαμο για την κοινωνική πλειοψηφία. Ας σκεφτούμε μόνο την εργασιακή κατάσταση των νέων στην Ελλάδα σήμερα. Η νέα -και σε ηλικία- εργατική τάξη θα ήταν καλό να επιδιώξει μεταρρυθμίσεις που βελτιώνουν τη ζωή της.

Δύσκολα, όμως, θα πετύχει.

Όσοι επικαλούνται τη μεταπολεμική «χρυσή» τριακονταετία ξεχνούν τον ταξικό συσχετισμό, ο οποίος ευνόησε την καλυτέρευση των συνθηκών για τις εργατικές τάξεις. Η επιλεγόμενη, όχι ιδιαίτερα ορθά, «σοσιαλδημοκρατική συναίνεση» είχε πίσω της μια ανθρωποσφαγή τεράστιων διαστάσεων, την απαίτηση του κόσμου τα πράγματα να αλλάξουν πολύ και τον διάχυτο στις κυρίαρχες τάξεις φόβο, που προκαλούσε ακόμη η Ρωσική Επανάσταση.  Επιπλέον, λόγω  της ασύλληπτης καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων, η υπερσυσσώρευση, που ταλάνισε τις καπιταλιστικές μητροπόλεις από το 1929 κι έπειτα, ξεπεράστηκε και τα ποσοστά κέρδους εκτινάχθηκαν σε πολύ υψηλά επίπεδα. Η εξόντωση, δε, κατά τον πόλεμο δεκάδων εκατομμυρίων νέων ανθρώπων, έκανε την εργατική δύναμη σπάνιο πόρο και επέτρεψε την σχετικά καλύτερη αμοιβή της.

Δεν ήταν, λοιπόν, κάποια «καθαρή πολιτική», που διαμόρφωσε τις καλύτερες συνθήκες. Οι προϋποθέσεις ήταν ποικίλες.

Κατά τη γνώμη μου, σήμερα, ο ρεφορμισμός δεν βγάζει πολύ νόημα. Οι κυρίαρχοι δεν αντιμετωπίζουν καμιά αξιόπιστη απειλή, ενώ οι ευρύτερες οικονομικές συνθήκες τούς ευνοούν, από κάθε άποψη. Ένα τεράστιος αριθμός «περιττών» εργατικών χεριών, σε παγκόσμιο και εθνικό επίπεδο, τους δίνει απίστευτες εκμεταλλευτικές δυνατότητες. Γι’ αυτό και οι μεταρρυθμίσεις πλέον σημαίνουν διαρκή υποβάθμιση της ζωής, διαρκή ανασφάλεια, φόβο και εκτεταμένη θλίψη.  Οι μεταρρυθμίσεις είναι μια δυσώνυμη έννοια πια. Απολύτως δίκαιο.

Η καπιταλιστική συσσώρευση δεν πρόκειται να σταματήσει μπροστά στην κλιματική κατάρρευση. Στον ορίζοντα των απαντήσεών της δεν υπάρχει τίποτε εκτός από την αγορά και το ιδιωτικό συμφέρον, την ίδια στιγμή που μόνο ένας σχεδιασμός παγκόσμιων διαστάσεων θα μπορούσε να δώσει δυνατότητες αντιμετώπισης. Πράγμα που ισχύει και σχετικά με τις διακινδυνεύσεις, που συνδέονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Ο έλεγχός της από τη Big Tech δεν προμηνύει τίποτε καλό.

Όλοι αντιλαμβάνονται πως η ανθρωπότητα βρίσκεται ίσως στην πιο επικίνδυνη στιγμή της. Ο ριζικός χαρακτήρας των προβλημάτων απαιτεί, προφανώς, ριζικές λύσεις. Οι ριζοσπάστες είναι οι σύγχρονοι ρεαλιστές,  οι ρεφορμιστές ζουν τον μύθο τους.

Είναι εφικτές οι ριζικές λύσεις; Κανείς δεν ξέρει. Το γεγονός ότι έχεις δίκιο δεν σημαίνει και πως θα το βρεις. Ίσως αποδειχτεί πως ένας νιτσεϊκός κόσμος καταστροφικού μηδενισμού είναι το μέλλον.

Ο ελευθεριακός κομμουνισμός, με την ατομική αυτοπραγμάτωση και ελευθερία θεμελιώδη αιτούμενα, ως η θέσμιση όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι όρος για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων -πρώτα το «καθενός» μετά το «όλων»- διαμορφώνει, νομίζω, τον μοναδικό ορίζοντα, που μπορεί να κάνει την πολιτική κάτι πολύ περισσότερο από ό,τι είναι σήμερα. Μια πολιτική για την οποία ο Μαρξ δεν θα είχε καμιά απολύτως αντίρρηση να πάρει την πρωτοκαθεδρία. Για να σχεδιάσει δημοκρατικά έναν κόσμο βιώσιμο και δυνάμενο να αντιμετωπίσει τα τρομερά κοινωνικά και οικολογικά δεινά, που δεν παύουν να αυξάνονται. Χωρίς αυτόν τον ορίζοντα η αγορά και η ιδιοτέλεια, η ισχύς και ο πόλεμος θα έχουν πάντοτε το απόλυτο πρωτείο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ημερίδα του Συλλόγου Μουσικών Βορείου Ελλάδος και του ΕΚΘ την Κυριακή 14 Απριλίου

Έκθετη η κυβέρνηση για τον Fly Over-Χωρίς μελέτες και σχέδια η έναρξη των εργασιών