Βόλτα στη Θεσσαλονίκη*

Ανοιξιάτικο απόγευμα.

Σ' ένα πεζοδρόμιο της Αλέξανδρου Σβώλου και μόλις έχω βγει από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες- ένα συνεργατικό βιβλιοπωλείο/ καφέ κρατώντας ένα "έσχατο έρμα ". Το ανοίγω τυχαία σε μία σελίδα και "άκου" ,λέω, σ' εκείνον που έχω περάσει σχεδόν 30 χρόνια μαζί του 

" Είμ' απ' αυτούς που ερωτεύονται τα μάτια των ανθρώπων- παλιάς κοπής εραστής- να νιώσω πρώτα κάτι " και δε με νοιάζει αν κάποιοι περνούν δίπλα μου και μ' ακούν να απαγγέλλω στίχους...εγώ μία μεσήλιξ σ' έναν άλλο μεσήλικα, που κάποτε πέρασε Μάης κι απ' τη δική μας ζωή.

Τον πιάνω απ' το μπράτσο και προχωρώντας συνεχίζω την τυχαία απαγγελία. ..Εξάλλου ένα βιβλίο ποίησης διαβάζεται ανορθόδοξα (ευτυχώς) . 

"Νομίζω όλοι εμείς που αφήσαμε να αγαπήσουμε απροσποίητα, έχουμε ένα σημάδι κάπου, οι γεροντότεροι το κρύβουμε πίσω από τη ρυτίδα " και δυο ζευγάρια μάτια ψάχνουν με αγωνία ο ένας τις ρυτίδες του άλλου ( λες και δεν είχαν το χρόνο να το κάνουν χθες ή προχθές ή τον προηγούμενο χρόνο) .

"Έχει και σιωπή αυτή τη σιωπή που χρειάζομαι για να επιδιορθωθώ. Είμαι παλιό μοντέλο, με πολλές επισκευές και μερεμέτια"- η σοφία της μοναξιάς θα 'ναι , του λέω. Χρειάζεται κι αυτή, γιατί δεν είναι κι εύκολη δουλειά η επιδιόρθωση. ..ο καθένας μας έχει τα μερεμέτια του.

Κι είναι τότε που "τα πάντα γίνονται μούσκεμα κι η άμπωτη αργεί ". Υγραίνονται τα μάτια και απορροφάς την υγρασία. ..μην την κάνεις κατάθεση στις πλάκες ενός πεζοδρομίου.

Κοιτώ γύρω μου κι ο ποιητής λέει αντί για μένα " βοήθεια τη ζωή μου πετώ, σώστε με,δεν ξέρω να την προστατεύσω, έχει γεμίσει δάκρυα απουσίας ". Και το πεζοδρόμιο γίνεται μεσοπέλαγο " μεσοπέλαγα ξαναμετρώ τις αποστάσεις, εκείνο το μακριά που πλησίασε, αυτό το δίπλα που απομακρύνεται κι ανάμεσα οι σιωπές μιας μάταιης αναμονής ".

Κλέβω στίχους. ..αλλά, πάλι, όχι. ..δεν αισθάνομαι λογοκλόπος. Κοινωνός των αχράντων συναισθημάτων ενός ποιητή είμαι. Να μεταλάβω ζητώ τη σκέψη του ,γιατί "κάθε φορά που διαβάζω ένα καλό βιβλίο αντιλαμβάνομαι το λίγο που διαθέτω. .κι εγώ σε κάθε νέο βιβλίο, πάλι από την αρχη σαν πρωτόπλαστος". Πρωτόπλαστος γίνομαι κι εγώ και πλάθομαι με λέξεις και συναισθήματα αντί για χώμα και νερό. Λέξη και συναίσθημα ως πρώτη ύλη της φθαρτής ύπαρξής μου' "με αυτό το ελάχιστο πορεύομαι,αυτό το ελάχιστο μετατρέπω σε κινητήρια δύναμη αντοχής ". Κι αναρωτιέμαι προς τα πού είναι η φορά ; Από τη λέξη στο συναίσθημα ή ανάποδα ; Αναρωτιέμαι, γιατί ώρες- ώρες νιώθω ότι μου 'χουν κλέψει συναισθήματα κι άλλες φορές ότι μου 'χουν αφαιρέσει λέξεις' αίφνης μου 'ρχεται στο νου η λέξη ρήμα ή μαζί ή χαίρομαι (αυτές τις τρεις τις ψάχνω εναγωνίως- άλλοτε πάλι δεν τις ψάχνω. ..αφήνομαι στην αίσθηση της απώλειάς τους.

Βαδίζω ακουμπισμένη στο μπράτσο του κι όλο του διαβάζω "ώσπου να βρεις τη δική σου ιδιωτική παραλία , τη θάλασσά σου, ίσως και να σωθείς, με μια σχεδία του μυαλού σου".

Μου χαμογελά. Έχει καιρό, λέει, να δει τέτοια φλόγα στα μάτια μου. Δε θέλω να τον απογοητεύσω "είσαι εραστής παλιάς κοπής ",του ξαναλέω και μια μυρωδιά κανέλας μου 'ρχεται "από τα χρόνια που φυλάγαμε τις μυρωδιές σαν εικονίσματα των δικών μας μυστικών αγίων ".

Μ' άρεσε να βάζω στα συρτάρια με τ' ασπρόρουχα κομματάκια κανέλας ή γαρύφαλλου μέχρι που ξεθύμαινε η μυρωδιά τους και τα αντικαθιστούσα με καινούρια και λυπόμουν που πέταγα τα παλιά. ..

Παραξενιές αλλοτινών χρόνων και...διαθέσεων.

Θα ξαναγεμίσω τα συρτάρια μου με κανέλα, του ανακοινώνω.  

Σταματώ την απαγγελία. Ψηλαφίζω το εξώφυλλο. Τα γράμματα εξέχουν του χαρτιού. Με την αφή, σκέφτομαι, με την αφή (κι ας είναι η μοναδική αίσθηση που μας έχει μείνει) μπορεί και να βρούμε ένα "έσχατο έρμα".

 

Ελένη Πλακίδα καθηγήτρια στο 2ο Λύκειο Μεσολογγίου

 

*Τέλλος Φίλης "Το έσχατο έρμα" εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018