Οικεία ξένη χώρα. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Προσπαθώ να καταλάβω. Τον Μαχαιρίτσα έχω σταματήσει να τον ακούω πάνω από μια δεκαπενταετία – λίγο μετά τον θαυμάσιο «Παλιό Στρατιώτη». Σιγοψιθύριζα κατά καιρούς το «Μάτια δίχως λογική» (να πω την αμαρτία μου, και το «Πεθαίνω για σένα»). Κι από τις κασέτες της εφηβείας είχα κρατήσει ένα νήμα, το «Ημίφως». Ως εκεί. Για διάφορα, του στυλ «Κι αν είμαι εγωκεντρικός / εγώ είμαι ολόκληρος μωρό μου», απλά δεν έβλεπα το λόγο.

Χρόνια τώρα, ο Μαχαιρίτσας ερχόταν στο μυαλό μου σαν από ξένη χώρα. Σαν από κολάζ με την πρώτη μου επίσκεψη στο φεστιβάλ της ΚΝΕ, πλάνα από την εξηκοστή «τελευταία» συναυλία των Πυξ Λαξ και παρέες μεσηλίκων που τους ενώνει η ανάμνηση της Αριστεράς, η γκρίνια και η ψήφος στο Κόμμα από παράδοση. Κι όμως, αυτές τις μέρες νιώθω πως κάτι με έχει πειράξει. Η ξένη χώρα μου φαίνεται πιο οικεία απ’ όσο νόμιζα.

Σκέφτηκα ότι φταίει η τάση που μεγεθύνει το φέισμπουκ, να είσαι μέρος του εθνικού πένθους την ώρα που όλοι πενθούν. Ή η νοσταλγία της εφηβείας, που εξιδανικεύει τα πάντα, άρα και τα εφηβικά ινδάλματα – ιδίως όταν είναι να τα αποχαιρετήσει. Μετά σκέφτηκα ότι όλα αυτά είναι δικά μου, και πως για τον ίδιο τον Μαχαιρίτσα δεν λένε απολύτως τίποτα. Όμως, ό,τι μας αφορά στους ανθρώπους που μας έκαναν παρέα, όταν θέλαμε μουσική και παρηγοριά, προσωπικά μας αφορά. Τα τραγούδια φτιάχνουν κοινότητες· πρώτα, όμως, σου απευθύνονται προσωπικά. Σε τι έδαφος φτιάχνεται ο δεσμός με εκείνα και εκείνους που ακούς, αυτό το καταλαβαίνεις αργότερα.

Το ’96, στο Γυμνάσιο ακόμα, αγόρασα το «Παυσίλυπον», και το ’99 (νομίζω) είδα τον Μαχαιρίτσα με τον Τσακνή στο γεμάτο Παναθηναϊκό Στάδιο· ο άνθρωπος που θα τα παρατούσε πριν από το «Διδυμότειχο μπλουζ», ήταν πια στο απόγειό του. Και με αυτή τη σκέψη, ήτανε κάπως σόλοικο το κράξιμο στον Θανάση Παπακωνσταντίνου ότι «υπερπροβάλλεται».

Εκείνα τα χρόνια μιμούσουν τον Μαχαιρίτσα κρατώντας την κιθάρα στη φαντασία σου και προσπαθώντας να πιάσεις αυτή τη βραχνή μαγκιά που θα διασταυρωνόταν με εκείνη του Μητροπάνου (τι ωραία συνάντηση…), ή ανέβαζε κλίμακες στη «Βασίλισσα της σιωπής». Ήταν τα χρόνια που σκοπός της ζωής ήταν να είσαι αυθεντικός, άρα να μην παίρνεις πια τα πράγματα όπως έρχονταν – μ’ όλη τη γλυκερή υπερβολή, την αμηχανία και τον εγωκεντρισμό της εφηβείας. Αλλά και την τρυφερότητά της. Μ' όλα αυτά μαζί ταίριαζε ο Μαχαιρίτσας. Γι’ αυτό και δεν λέει πολλά να τον «αποτιμήσεις» «αντικειμενικά», σαν αποστασιοποιημένος μουσικοκριτικός. Πολύ περισσότερο, δεν είναι ωριμότητα, για να μην εξιδανικεύεις, να χλευάζεις την εφηβεία και τα εμβλήματά της. Ένα είδος υπεροψίας «νεόπλουτου» είναι μάλλον, που σνομπάρει την προηγούμενη ζωή, από τσιγκουνιά να της ψάξει χώρο στην καινούρια: κάθετί κρίνεται για το ίχνος του μέσα στα χρόνια, κρίνεται όμως και για την αξία του στην εποχή του.

Στη δεκαετία του ’90, που δεν συνέβαιναν πολλά (και που μπορούσες να πιάσεις ακόμα λιγότερα), το να ακούς τον Μαχαιρίτσα και όσους τραγούδαγαν τραγούδια του, ήταν σα να διαλέγεις ανάμεσα στη  Δεξιά και την «αυθεντικότητα»: αυτό ήταν, πριν από τις οργανώσεις, τα διαβάσματα και τη δουλειά, «Αριστερά». Η μια από τις δύο πλευρές σε μια σύγκρουση «πολιτισμών». Ιδίως για όσους δεν μεγαλώσαμε σε αριστερές οικογένειες, το «έντεχνο» ήταν ένα είδος παράταξης. Ευρύτατης, προφανώς, χάρη στον ελληνικό στίχο, τις θεματικές και τα μέσα που το πρόβαλλαν. Και σε ποια ιδιαίτερη εκδοχή της θα ανήκες, θα το επέλεγες αργότερα, με βιώματα πιο σύνθετα, και αυτί πιο ασκημένο. Η τοποθέτηση του Μαχαιρίτσα στην Αριστερά, την πολιτική Αριστερά, θα ερχόταν η ώρα που δεν θα μου φαινόταν αρκετή: άλλο το ένα επίπεδο, άλλο το άλλο.

Όταν τελείωνε η δεκαετία του ’90, όταν άρχιζες πια να βλέπεις παλιούς φίλους με απορία, και όταν συνέβαιναν πλέον πράγματα στην πολιτική (εξού και κόβονταν οι παρέες που ασχολούνταν μόνο με τις «φάσεις» και τις σπουδές), ένιωθες να έχει ξεθωριάσει μέσα σου η τρυφερότητα του «Πόσο σε θέλω» - ή τουλάχιστον έτσι το ένιωσα εγώ. Μια μειοψηφία από τη γενιά μας, ζωντανή και θορυβώδης, είχε στα τέλη του ‘90 ενέργεια και για άλλα πράγματα, εκτός από τους ανεκπλήρωτους έρωτες· και γι’ αυτούς ακόμα, ήθελες να μιλήσεις αλλιώς. Αποκεί και μετά, εξάλλου, ο Μαχαιρίτσας άρχισε να φαίνεται υπερβολικά παντού και μέσα σε όλα. Κάπως έτσι, κάποιοι ψάξαμε αλλού τραγούδια να μιλούν για ό,τι ζούσαμε – να μας δείχνουν αποχρώσεις και πλευρές της σύγκρουσης που δεν φανταζόμασταν. Χάρη όμως και στον Μαχαιρίτσα είχαμε ένα είδος «υποδομής» γι’ αυτό το παρακάτω. Είχαμε διαλέξει κάτι άλλο από τη φτήνια του «λαϊκοπόπ». Κι αυτό ήταν πολύ ισχυρή ταυτότητα. Όπως θα συνέβαινε αργότερα με την πολιτική, η ταυτότητα αυτή «αποφάσιζε» για ένα σωρό πράγματα, πολύ πέρα από τη μουσική – και πρώτα απ’ όλα για τις σχέσεις.

Σκέφτομαι καμιά φορά πως ό,τι ζούμε τα τελευταία χρόνια είναι μια επιστροφή της δεκαετίας του ’90 με πατημένο το fast-forward. Ότι, για όλο και περισσότερο κόσμο, Αριστερά είναι και πάλι μια πολιτιστική ταυτότητα, αφού στην πολιτική δεν γίνονται, όπως και το ‘90, πάρα πολλά. Στην πραγματικότητα δεν μπαίνεις στο ίδιο ποτάμι δύο φορές. Ακόμα κι αν εξαγγέλλονται, μεγάλες παρατάξεις (άρα και το «έντεχνο») δεν υπάρχουν. Και προσωπικά δεν συγκινούμαι πια με την πολιτική της ταυτότητας: τη λατρεία του αυθεντικού. Έστω με απόσταση όμως, αναρωτιέμαι πού βρίσκουν οι έφηβοι σήμερα τα δικά τους «παυσίλυπα»: για όταν ερωτεύονται, όταν θυμώνουν και όταν φαντάζονται, κλεισμένοι στα δωμάτιά τους με τη μουσική στο τέρμα, τον αυθεντικό τους εαυτό. Αυτές τις μέρες, πάντως, πείθομαι πως σε ένα από αυτά τα δρομολόγια, εκεί που δεν αρκεί να καταλαβαίνεις, αλλά κυρίως νιώθεις, οι συναντήσεις τους με τον Μαχαιρίτσα θα είναι αναπόφευκτες.