Μπορούν να συνυπάρξουν ειρηνικά άνθρωπος και αρκούδα;

Πρόγραμμα δράσεων για την ομαλή συνύπαρξη με τις αρκούδες, όπου αυτές κατοικούν, υλοποιούν οκτώ φορείς από την Ελλάδα και την Ιταλία. Στόχος η μείωση και ο περιορισμός των συγκρούσεων του ανθρώπου με τις αρκούδες, καθώς και η προστασία τους.

Σημαντικό ρόλο στην υλοποίηση του προγράμματος θα διαδραματίσουν οι φορείς διαχείρισης τριών εθνικών πάρκων στην Ελλάδα, τα οποία έχουν σημαντικούς πληθυσμούς αρκούδας (Ροδόπη, Πρέσπα και Ζαγόρι). Σύμφωνα με τον γενικό διευθυντή της περιβαλλοντικής οργάνωσης «Καλλιστώ», Σπύρο Ψαρούδα, ο πληθυσμός στη χώρα μας είναι περίπου 500 άτομα με ανοδικές τάσεις, και οι βασικοί πυρήνες του πληθυσμού βρίσκονται στα τρία αυτά πάρκα.

Παράλληλα, στο πρόγραμμα συμμετέχει και το Ιταλικό πάρκο που βρίσκεται στην περιοχή του Αμπρούζο όπου υπάρχουν αντίστοιχες ανάγκες δράσεων για την συνύπαρξη του ανθρώπου με την αρκούδα. Σημαντικό ρόλο στο πρόγραμμα θα διαδραματίσουν επίσης το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας που θα προσφέρει κτηνιατρική και ερευνητική υποστήριξη και το Πανεπιστήμιο της Δυτικής Μακεδονίας με την σχολή εφαρμοσμένων τεχνών για τον σχεδιασμό της καμπάνιας. Τέλος, στο πρόγραμμα συμμετέχει η ΜΚΟ «Καλλιστώ», που έχει και την ευθύνη συντονισμού του προγράμματος, και η WWF Ιταλίας.

Όπως σημειώνει ο κ. Ψαρούδας στόχος του προγράμματος είναι τα εθνικά πάρκα να αποκτήσουν τη δυνατότητα να διαχειρίζονται σωστά τους πληθυσμούς τους, και τα προβλήματα συγκρούσεων που προκύπτουν.

Στο πλαίσιο αυτό θα δημιουργηθούν μόνιμες δομές, όπως η ομάδα άμεσης επέμβασης για να αντιμετωπίζονται άμεσα τα προβλήματα, όπως η εμφάνιση αρκούδας σε κατοικημένη περιοχή. Παράλληλα, θα δημιουργηθούν ηλεκτρονικές πλατφόρμες που θα επιτρέπουν τη συζήτηση με τις υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες που επηρεάζονται και με τους φορείς της κάθε περιοχής.

Στο εν λόγω πρόγραμμα θα εφαρμοστούν και κάποιες καινοτόμες πρακτικές, όπως η δημιουργία μονάδων δίωξης των αρκούδων από κατοικημένες περιοχές. «Στόχος είναι να τροποποιηθεί η συμπεριφορά των ζώων, όχι να τα σκοτώσουμε» σημειώνει χαρακτηριστικά ο κ. Ψαρούδας. Στο πλαίσιο αυτό θα εκπαιδευτούν «σκύλοι δίωξης» ράτσας Karelian Bear Dog, καθώς και οι υπεύθυνοι οδηγοί- χειριστές τους. Κάθε «σκύλος δίωξης» θα είναι «συνδεδεμένος» με κάθε πάρκο.

Επίσης θα υπάρξουν και «σκύλοι ανίχνευσης» δηλητηριασμένων δολωμάτων, καθώς πρόκειται για ένα έντονο φαινόμενο. Στο ίδιο πλαίσιο, για την πρόληψη ζημιών στη γεωργία και την κτηνοτροφία θα δοθούν σε κτηνοτρόφους της κάθε περιοχής σκύλοι φύλαξης κοπαδιών.

Τέλος, με στόχο την απομάκρυνση της αρκούδας από τις κατοικημένες περιοχές θα πραγματοποιηθεί εγκατάσταση κάδων απορριμμάτων που δεν είναι δυνατόν να ανοιχτούν από τις αρκούδες για να μην εθίζονται και να πλησιάζουν σε αυτές.

«Η αρκούδα αποτελεί πολύ σημαντικό είδος για το εθνικό μας πάρκο.  Μια από τις προτεραιότητες μας είναι η συνύπαρξη της άγριας ζωής με τον άνθρωπο και ο βιότοπος του εθνικού πάρκου ενδείκνυται για τον πληθυσμό της αρκούδας», δηλώνει από την μεριά του ο πρόεδρος του εθνικού πάρκου Ροδόπης, Σταύρος Κεχαγιόγλου.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο πληθυσμός στη Ροδόπη αποτελεί ξεχωριστό πυρήνα από τους άλλους δύο σε Πρέσπες και Ζάγορι. Για τον λόγο αυτό «πρέπει να τον διατηρήσουμε διότι ο εν λόγω πληθυσμός μπαινοβγαίνει στη Βουλγαρία, όπου δεν υπάρχει αντίστοιχο καθεστώς προστασίας τους. Είναι σημαντικό να ενισχύσουμε τον πληθυσμό αυτό».

Σημαντικά εργαλεία για την αποφυγή εισόδου της αρκούδας σε κατοικημένες περιοχές, σύμφωνα με τον κ. Κεχαγιόγλου, είναι οι ηλεκτροφόρες περιφράξεις που δίνονται σε κτηνοτρόφους και μελισσοκόμους, ώστε να μην σκοτώνουν τις αρκούδες. «Πρόκειται για ένα καλό και αποτελεσματικό μέσο που δεν κάνει κακό στην αρκούδα». Το εθνικό πάρκο της Ροδόπης έχει ήδη καταγράψει τους ποιμενικούς σκύλους της περιοχής ώστε να δημιουργηθεί ένα δίκτυο, το οποίο θα αξιοποιηθεί και από το πρόγραμμα.

«Σκοπός μας να μειώσουμε το ποσοστό θνησιμότητας της αρκούδας ώστε να έχουμε έναν υγιή και σταθερό πληθυσμό» σημειώνει ο κ. Κεχαγιόγλου τονίζοντας ότι μέσω του προγράμματος επιτυγχάνεται και η στενή επικοινωνία των φορέων η οποία μπορεί να επεκταθεί στο μέλλον και με άλλες δράσεις.

Το έργο ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2019 και θα ολοκληρωθεί το 2024. Ο προϋπολογισμός είναι στο 1.800.000 ευρώ, με το 75% αυτού να προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Ιάσων Μπάντιος