Μεσαίοι πλειστηριασμοί και ακραίο κέντρο. Του Στρατή Σκουντιανέλλη

Την περασμένη Τετάρτη 7 Μαρτίου μια διαδηλώτρια και δύο διαδηλωτές του κινήματος κατά των πλειστηριασμών τραυματίστηκαν από αστυνομικούς στο κέντρο των Αθηνών, έξω από συμβολαιογραφείο στο οποίο διεξάγονταν πλειστηριασμοί. Το γεγονός υπάγεται σε μια ειδική κατηγορία ειδήσεων που δεν θα τις πολυ-διαβάσετε, δείτε, ακούσετε.

Στην ίδια κατηγορία υπάγονται, ας πούμε, οι ειδήσεις ότι ο μέσος μηνιαίος μισθός της μερικής απασχόλησης –της μόνιμης εργασιακής συνθήκης της συντριπτικής πλειοψηφίας των νέων εργαζομένων– στην Ελλάδα το μήνα Μάιο του 2017 ανήλθε σε 389,65 ευρώ. Ή ότι ο Υπουργός Περιβάλλοντος τη Δευτέρα 8 Ιανουαρίου μετέβαλε τους όρους δόμησης σε τέσσερα συγκεκριμένα οικοδομικά τετράγωνα της φτωχής και τσιμεντο–στριμωγμένης συνοικίας Ακαδημία Πλάτωνος των Αθηνών, στα οποία εμπορικοί και τεχνικοί κολοσσοί έχουν επανειλημμένα εκφράσει την πρόθεσή τους να ανεγείρουν φαραωνικό εμπορικό κέντρο. Ή ότι οι προσφυγοπούλες και πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελλάδα και ζήτησαν άσυλο έλαβαν, από τον Αύγουστο του 2016 έως και το Μάρτιο του 2017, απορριπτική απάντηση κατά ποσοστό 99% από τις αρμόδιες επιτροπές β' βαθμού του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής.

Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν στην Ελλάδα της ευρωπαϊκής δύσης, επί μιας συγκυβέρνησης της οποίας ο πλειοψηφών εταίρος αναφέρεται στον πολιτικό χώρο της Αριστεράς. «Και τι συνέβη ξαφνικά;», θα αναρωτηθεί καλόπιστα κανείς. «Η Αριστερά... "έπαθε κέντρο";» Οι, επίσης (εναπομείνασες) καλόπιστες και καλόπιστοι, της απέναντι πλευράς, θα αντιτάξουν με σθένος ότι «λήφθηκε η αριστερότερη εφικτή θέση με βάση τα δεδομένα». Αναπόφευκτα, λοιπόν θα πρέπει –επιτέλους!– να μιλήσουμε για τα δεδομένα.

Ποια είναι λοιπόν τα τόσο γενικώς αναφερόμενα «δεδομένα»; Ποιες είναι εκείνες οι παράμετροι που συγγνωστά όφειλε να λάβει υπόψη του ο ΣΥΡΙΖΑ πριν ενεργήσει σε καθέναν τομέα πολιτικής, παρότι αυτές, ως είχαν στο συγκεκριμένο χρόνο και τόπο, απειλούσαν να τον οδηγήσουν στην εφαρμογή πολιτικών ανοιχτά υποσκαπτικών του συμφέροντος της καταπιεζόμενης λαϊκής πλειοψηφίας; Ποιοι είναι οι ακριβείς και ορισμένοι λόγοι για τους οποίους οι συγκεκριμένες παράμετροι, έπρεπε να κριθεί ότι είναι ανεπίδεκτες παρέμβασης και επομένως ότι έπρεπε να γίνουν σεβαστές ως έχουν; Για να μιλήσουμε λίγο πιο ανοιχτά... αν όλη αυτή η ανοιχτά αντιλαϊκή πολιτική υπήρξε η «φήρα» αυτού του πειράματος... ποια ήταν τα αντισταθμιστικά της οφέλη; Ποιο ήταν το «τρόπαιο» προς άγραν του οποίου όφειλε να πληρωθεί τόσο ακριβό τίμημα;

Την απάντηση δε μπορεί, παρά να μας τη δώσει για μία ακόμα φορά στην ιστορία, η υλική πραγματικότητα γύρω μας. Η ψυχολογία μαρτυρά (σοφά) ότι στη διαδικασία συνειδητοποίησης του εαυτού και παρέμβασης στην εξέλιξή του, σημασία και ισχύ δεν έχει κανένα άλλο δεδομένο, έξω απ’ αυτά που εκτυλίσσονται στο εδώ και στο τώρα. Το τίμημα που ψάχνουμε δεν θα έρθει στο μέλλον και στην άρση της επιτήρησης, ούτε μπορεί να αποτελέσει προϊόν υποθετικών συλλογισμών. Είναι η πραγματικότητα την οποία κιόλας ζούμε. Η διατήρηση των συλλογικών αποδοχών στα σημερινά βάναυσα επίπεδα. Οι συμπολίτισσες και συμπολίτες μας που δίνουν σε τράπεζα την πρώτη τους κατοικία. Οι ιστορικοί συμβιβασμοί με κολοσσούς που επιβουλεύονται ανοιχτά το πράσινο, το νερό, τη δημόσια υγεία, τον ορυκτό πλούτο. Η διεθνής συμμαχία με τον δικτάτορα Ερντογάν για την ένοχη ελληνική και ευρωπαϊκή «απαλλαγή» από προσφυγοπούλες και πρόσφυγες πολέμου, εξαθλιωμένες μετανάστριες και μετανάστες. Η απτόητη μαζική μετανάστευση και η εισοδηματική αιμορραγία σε ΕΝΦΙΑ, κομμένα ρεύματα και διόδια. Οι διαδηλώσεις που μετρούν κάμποσες χιλιάδες λιγότερες συμμετέχουσες και συμμετέχοντες απ’ ό,τι πριν. Αυτή είναι η πραγματικότητα που αποτέλεσε το τρόπαιο του συμβιβασμού. Μερικές από τις όψεις της παρατίθενται στην πρώτη παράγραφο. Μια κριτική παρακολούθηση των Μέσων Ενημέρωσης θα μας αποκαλύψει πολλές ακόμα.

Γι’ αυτήν την πραγματικότητα έκανε τη συνθηκολόγησή του ο ΣΥΡΙΖΑ, και όχι, δεν το έκανε επειδή απαρτιζόταν από κακούς ή μοχθηρούς ανθρώπους. Αλλά γιατί αυτός ήταν ο συσχετισμός δύναμης τη στιγμή που ανέλαβε και γιατί γνήσια και ουσιαστική πολιτική του στόχευση, ήταν η συντήρησή του συσχετισμού δύναμης αντί της ανατροπής του. Ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που σήμερα είναι αναγκαίο το πολιτικό θάρρος για να τοποθετηθούμε κατηγορηματικά: η πάση θυσία ταξική ειρήνευση ανεξαρτήτως συσχετισμού, είναι πολιτική θέση κεντρώα. Την έχουμε δει και ακούσει σε άπειρες εκδοχές του προηγούμενου πολιτικού συστήματος: στις ΠΑΣΚΕ που βάφτιζαν “αναπόδραστες” τις ελαστικές μορφές εργασίας, στις κυβερνήσεις που «αναπόδραστα» προσκυνούσαν το εκλογικό σώμα του ποιμνίου της ηγεσίας της ορθόδοξης χριστιανικής εκκλησίας, στη συνάδελφο, το γείτονα, τη συμφοιτήτρια που έβρισκαν «αναπόδραστη» την παράδοση του Αμπντουλάχ Οτσαλάν στην Τουρκία, στη συνδαιτυμόνα που θεωρεί οικονομικά «αναπόδραστη» τη νεανική ανεργία, τελικά στο γέρο της δημοκρατίας και στους δικούς του «αναπόδραστους» εναγκαλισμούς με το στρατηγό Σκόμπυ. Αυτή η αίσθηση του αναπόδραστου, ναι, εκπροσωπεί ένα σεβαστό μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης. Ναι, μετέχει στη διαπάλη κανονικά όπως κάθε άλλη οργανωμένη και μεμονωμένη αντίληψη. Ναι, θα υποβληθεί στη βάσανο της ιστορικής διάψευσης ή επαλήθευσης όπως κάθε αντίπαλή της. Όμως ας έχουμε το θάρρος να το εκστομίσουμε: είναι κεντρώα.

Αναπόφευκτα η παραπάνω διανοητική διαδικασία διαπερνά και τη ραχοκοκαλιά της επικοινωνιακής πολιτικής της συγκυβέρνησης. Αυτός είναι και ο ουσιαστικός λόγος για τον οποίο οι υποστηρίκτριες και οι υποστηρικτές του πλειοψηφικού της εταίρου, επιμένουν με νύχια και δόντια στον αυτοπροσδιορισμό τους στον πολιτικό χώρο της Αριστεράς: αν θεωρηθεί νομιμοποιημένη η εφαρμογή σειράς πολιτικών όπως οι παραπάνω στο όνομα του κέντρου ή της δεξιάς, θα (ανα)συγκροτηθεί αυτοστιγμί μια πολιτική αφήγηση που στο λαό είναι και γνωστή και πολιτικά απονομιμοποιημένη: η αφήγηση του κυνικού ρεαλισμού της διάσωσης της ταξικής ειρήνης, νεωτερικά πλέον ορισμένης ως «πολιτικής σταθερότητας». Η αφήγηση της περίθαλψης του συσχετισμού δύναμης όπως ακριβώς έχει, και της συντήρησης της γεωγραφίας συσσώρευσης του υλικού πλούτου, για λόγους πεποίθησης. Γιατί έτσι είναι τα πράγματα. Γιατί δε γίνεται αλλιώς. Για να αποφευχθεί αυτή η λαϊκή δυσαρέσκεια και η κυβερνητική θνησιγένεια που απειλεί να επιφέρει, όλα πλέον ασκούνται στο όνομα της Αριστεράς και του Λαού. Συγκροτείται, δηλαδή, σταδιακά, ένα νέο, εκ του ασφαλούς άρρητο, «επέκεινα». Μια ελπίδα αρκετά μακρινή ώστε, με όρους πολιτικής «εντιμότητας» (sic) να μην έρθει ποτέ, κι αρκετά κοντινή για να νομιμοποιεί, σε κάθε ευκαιρία επίκλησής της, την εφαρμοζόμενη κυνικότητα.

Παράλληλα φωτίζονται διακριτικά αλλά σταθερά, οι όψεις της πολιτικής της συγκυβέρνησης που (βάσιμα ή όχι, αυτό είναι μια άλλη αυτοτελής συζήτηση) προσφέρονται για τη σκιαγράφηση, για λογαριασμό του πλειοψηφούντος εταίρου της, ενός προφίλ αναφοράς του στην Αριστερά. Μικροπαροχές μεγεθύνονται, ευνόητα περιγράφονται ως κεντρικά πολιτικά ζητούμενα, το ζήτημα της, υπαρκτής όπως μέχρι τώρα φαίνεται, ατομικής πολιτικής ηθικής των μελών της (δηλαδή της αποχής από τη διαφθορά) κεφαλαιοποιείται στη σκιά του ανοιχτού ερωτήματος της αντίστοιχης συλλογικής πολιτικής ηθικής, και στιγμιότυπα κόντρας με τη δεξιά και το επίσημο κέντρο λαμβάνουν διαστάσεις μυθικών συγκρούσεων μεταξύ δημοκρατίας και τυραννίας. Είναι φυσικό. Η αναφορά στην Αριστερά έχει πάψει να είναι απλά ένας πολιτικός ορισμός: είναι το πολυπόθητο άλλοθι της ελεύθερης διαμόρφωσης βολικής πολιτικής. Κι η μαχητική διεκδίκησή του είναι ο βασικός λόγος, για τον οποίο ακούμε (και θα ακούμε)  αρκετά συχνά για προσλήψεις δικαιούχων κοινωφελούς εργασίας, και αρκετά σπάνια για τις και τους τραυματίες των διαδηλώσεων κατά των πλειστηριασμών, όπως η διαδήλωση της Τρίτης.

Βεβαίως στο επίπεδο της πολιτικής δυναμικής, αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ανατροπή αξιωματικών κανόνων παραγωγής πολιτικής: οι ορισμοί παράγουν εφαρμοζόμενη πολιτική και όχι το αντίστροφο. Όμως αυτό πρακτικά, έχει πολύ λίγη σημασία και τραβά ακόμα λιγότερη προσοχή, σε μια εποχή όπου, αφ’ ενός η ταξική επιδρομή ερμηνεύεται αποκλειστικά και μόνο ως αναπόδραστη υλική ένδεια, κι έτσι επιβάλλει όρους συνειδητής απαξίωσης της πολιτικής, και συνεπακόλουθα και της πολιτικής εντιμότητας ως όρου άσκησής της, κι αφ’ ετέρου οι κανόνες παραγωγής πολιτικής ούτως ή άλλως τελούν υπό κοσμογονική αναθεώρηση με όλα τα ενδεχόμενα διεξόδου αυτής της κρίσης, να παραμένουν μονίμως ανοιχτά.

Τι σκοπό μπορεί να έχει ένα τέτοιο άρθρο σήμερα; Να κουνήσει δάχτυλο; Να κάνει κήρυγμα; Να ασκήσει αφ’ υψηλού κριτική; Κάθε άλλο. Αρχή και τέλος του συλλογισμού μου αποτελεί μία και μόνο επισήμανση: ότι οποιαδήποτε αριστερή τοποθέτηση που σήμερα φιλοδοξεί να αποτελέσει, όχι μέρος της εξελισσόμενης σήψης της ήττας αλλά μέρος της ενδεχόμενης ανάκαμψης από αυτήν, οφείλει να συνεχίσει να διεκδικεί, στο μέτρο που της αναλογεί, μερίδιο στο δικαίωμα του συλλογικού και έμπρακτου διαρκούς ορισμού της Αριστεράς. Ας κάνουμε όσα νέα λάθη μας είναι αναγκαία. Αλλά ας τα κάνουμε με γνώμονα αυτό μας το δικαίωμα – αξίζουμε και χρειαζόμαστε, τουλάχιστον, μια κατεύθυνση.