Μακεδονικό: μια ευκαιρία. Ή μήπως όχι; Του Δημοσθένη Παπαδάτου – Αναγνωστόπουλου

λυσσασμένες πατρίδες, θρησκείες, οικογένειες

σκούζουν και σφάζονται για ένα καλύτερο χθες

μα οι σημαίες τους ανεμίζουν βρωμερές και νικημένες.

Γιάννης Αγγελάκας, «Μια υπέροχη ευκαιρία»

Στις αρχές του ’90, το Μακεδονικό μπορούσε να βγάζει στο δρόμο πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους, ρίχνοντας στο τέλος την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Σήμερα προφανώς δεν είμαστε εκεί. Η γραμμή των συλλαλητηρίων εκείνης της εποχής, «ούτε σύνθετο ούτε παράγωγο του όρου Μακεδονία», και όλο το νοσηρό κλίμα μέσα στο οποίο συλλαμβάνονταν και καταδικάζονταν άνθρωποι που προειδοποιούσαν για το αδιέξοδο της πολιτικής Σαμαρά, σήμερα εκπροσωπούνται μόνο από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο, κάποιους βουλευτές των ΑΝΕΛ – και, όσο κι αν δεν αποτελεί τιμή για τους ιεράρχες και τον μικρό κυβερνητικό εταίρο, και από τη Χρυσή Αυγή. Σε αντίθεση, ωστόσο, με τις σημερινές εντυπώσεις, ακόμα δεν τελειώσαμε. Η κυβέρνηση της καραμανλικής ΝΔ, που για τον Αλέξη Τσίπρα είναι ο απόλυτος «πιλότος» («κάντο όπως ο Καραμανλής»), απέκτησε πικρή πείρα για την ισχύ του ανορθολογισμού γύρω από τα «εθνικά», ακόμα και όταν όλα φαίνονται «κλεισμένα»· πικρή, στο βαθμό που πολιτεύτηκε αποκλειστικά με βάση τα μέσα ενημέρωσης, την ακαδημαϊκή διανόηση, την ψυχρή γλώσσα των κρατικών αξιωματούχων και χωρίς αίσθηση του πολιτικού χρόνου.

Έστω λοιπόν μέχρι νεωτέρας, πάντως χωρίς αμφιβολία, η «αδιάλλακτη» σκοπιανοφαγική γραμμή στο Μακεδονικό έχει υποστεί συντριπτικές ήττες:

- το 1995, επί ΠΑΣΟΚ, με την «Ενδιάμεση Συμφωνία», που, έστω προσωρινά, κατοχύρωσε το όνομα «ΠΓΔ της Μακεδονίας».

- το 2007, επί ΝΔ, όταν 118 χώρες των Ηνωμένων Εθνών (το 61% του ΟΗΕ) αναγνώριζαν πλέον τη γειτονική χώρα ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας»

- το 2011, επί τρικομματικής (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ), όταν η Ελλάδα καταδικάστηκε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (με ψήφους 15-1…), γιατί το 2008, επί καραμανλικής ΝΔ, εμπόδισε την ένταξη της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ, κατά παράβαση της «Ενδιάμεσης Συμφωνίας».

- και χρόνια τώρα, στην πραγματική ζωή, με τον διεθνή Τύπο να μιλά καθημερινά για «Μακεδονία», χωρίς άλλους προσδιορισμούς.

Πώς εξηγούνται, όμως, αυτές οι διαδοχικές ήττες;

Ο Σταύρος Λυγερός, συγγραφέας δεκάδων άρθρων και ενός βιβλίου για το Μακεδονικό («Εν ονόματι της Μακεδονίας, Εκδ. Λιβάνη 2008), ένας από τους δημοσιογράφους που δεν παρέλειψε να προσεταιριστεί ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ, για να τον διαβάζουμε τελικά, μετά την Καθημερινή, και στο Πρώτο Θέμα, είναι ένας από όσους υπερασπίζονται σήμερα την ηττημένη γραμμή. «Με τον τρόπο που η ελληνική πλευρά χειρίσθηκε την υπόθεση», εξηγεί το αδιέξοδο, «επέτρεψε στους Δυτικούς να θεωρήσουν το Μακεδονικό σαν μία διαμάχη για την ιστορία χωρίς πρακτικό περιεχόμενο […] αφαιρώντας τη γεωπολιτική ουσία του προβλήματος» (SL Press, 11.1.2018).

Πόσο σοβαρός (δεν) είναι, ωστόσο, ο περίφημος γεωπολιτικός ισχυρισμός, ότι δηλαδή η γειτονική χώρα είναι παράγοντας αποσταθεροποίησης για τη δική μας, το παραδέχεται ο ίδιος, και μάλιστα σε άρθρο της ακριβώς επόμενης μέρας (12.1.2018): «Όσο κι αν οι γείτονες δεν έχουν την ισχύ να απειλήσουν την Ελλάδα», γράφει, «το επεκτατικό τους ιδεολόγημα είναι αρκετό για να δηλητηριάζει τις διμερείς σχέσεις και να λειτουργεί αποσταθεροποιητικά στη Βαλκανική». Κοντολογίς, στο Μακεδονικό χάσαμε γιατί δεν αποδείξαμε στους εταίρους ότι οι γείτονες μας απειλούν – όσο κι αν, στην πραγματικότητα, δεν έχουν την ισχύ να μας απειλήσουν…

Ανάλογα διαβάζουμε και στην επιχειρηματολογία της Εκκλησίας, που, όπως και αυτή του Λυγερού, δεν έχει πρόβλημα με την ευρω-νατοϊκή πορεία της γείτονος: «Η Εκκλησία μας», λέει η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, «έχει μαρτυρήσει με το λόγο και το αίμα κλήρου και λαού την ελληνικότητα της Μακεδονίας από αρχαιοτάτων χρόνων». «Από αρχαιοτάτων χρόνων», όμως, αφενός δεν υπήρχε Εκκλησία να μαρτυρήσει για οτιδήποτε. Αφετέρου κανείς, μέχρι τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τον 19ο αιώνα, δεν είχε σκεφτεί οτιδήποτε σχετικό με το έθνος όπως το ξέρουμε σήμερα στα Βαλκάνια. Σε κάθε περίπτωση, η εξωτερική πολιτική είναι άλλο πράγμα από την ιστορία[1]. Αλλιώς οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα έπρεπε να ρυθμίζονται εσαεί με κριτήρια του 1821.

Ανάλογες ανοησίες, όπως ότι η μακεδονική εθνική συνείδηση είναι μεταπολεμικό κατασκεύασμα του Τίτο (και τότε τι ήταν το Ίλιντεν, στις αρχές του εικοστού αιώνα, η καταστολή της σλαβογλωσσίας στην Ελλάδα και η εθνοκάθαρση της ελληνικής Μακεδονίας δεκαετίες μετά τον Μακεδονικό Αγώνα;), συγκροτούσαν τον πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής για το Μακεδονικό. Όμως στην πολιτική η ισχύς δεν εξαρτάται πάντα από την ποιότητα της επιχειρηματολογίας.

Μπορεί παρόμοιες ανοησίες έξω από την Ελλάδα να μην έπειθαν κανέναν, μέσα όμως αποδεικνύονταν απολύτως «λειτουργικές». Ας δει κανείς σήμερα τα «Νέα», με πρωτοσέλιδο τους «Έλληνες που έχτισαν τα Σκόπια»: η ΝΔ θα χρησιμοποιήσει το Μακεδονικό για να ρίξει τον Τσίπρα και να πάει σε εκλογές, διεμβολίζοντας ΑΝΕΛ και Χρυσή Αυγή· ο Καραμανλής δεν θα θελήσει να χρησιμοποιηθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ σε βάρος της ενότητας της ΝΔ· οι δεξιοί βουλευτές στη Βόρεια Ελλάδα θα παίξουν το χαρτί της σκοπιανοφαγίας για ευγενείς ψηφοθηρικούς λόγους· οι διάφορες εκδοχές της Κεντροαριστεράς θα παίξουν σε όλα τα δυνατά ταμπλό. Κι όσο για τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι, εν μέσω αξιολογήσεων και πολυνομοσχεδίων, δεν θα θελήσει να αποδράσει – αρκεί να μη συγκρουστεί με Εκκλησία και ΑΝΕΛ. Κι όλα αυτά, ενώ αυτό που απειλείται στην πραγματική ζωή είναι η συνοχή της γειτονικής χώρας.

Μόλις πρόσφατα, η «διεθνής κοινότητα» αποσόβησε τη σύρραξη μεταξύ Αλβανών και Μακεδόνων, δηλαδή του 25% και του 66,4% του πληθυσμού της Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Στο έδαφος λοιπόν αυτό, ΟΗΕ, ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση εύλογα βιάζονται να εκμεταλλευτούν τη μετριοπαθή νέα ηγεσία Ζάεφ, που συγκυβερνά σε οριακή πλειοψηφία με τα δύο αλβανικά κόμματα: να την εκμεταλλευτούν, αφήνοντας πίσω τον ακροδεξιό ταραχοποιό Γκρούεφσκι, πατώντας σε έναν πολιτικό μετασχηματισμό μέσα στο γειτονικό κράτος και εντάσσοντας τη χώρα σε ΝΑΤΟ και ΕΕ – μεταξύ άλλων και ως περαιτέρω «οριοθέτηση» της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια.

Και εμείς;

Ενώ οι συγκεντρωσιάρχες των αρχών του ‘90 είναι, σήμερα, σκιές του παλιού τους εαυτού, σήμερα εξίσου χαμηλά ακούγεται και η Αριστερά. Από το ’92, προφανώς, έχουν αλλάξει πολλά: Η Χρυσή Αυγή είναι υπόδικη, και ιδίως στη Θεσσαλονίκη, για λόγους που αφορούν την περίοδο Ψωμιάδη, μειοψηφική. Οι ΑΝΕΛ έχουν δώσει διαπιστευτήρια: όσο και να φωνάξουν, δεν θα αμφισβητήσουν το πλαίσιο της συγκυβέρνησης. Ο διχασμός της ΝΔ (και) στη Βόρεια Ελλάδα –βλέπε Τζιτζικώστα–, είναι εμφανής. Κι όσο για την υπό τη ΝΔ Κεντροαριστερά, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι θα κινηθούν μεταξύ φθοράς της κυβέρνησης και πρωτοβουλιών Μπουτάρη. Οι Μακεδονομάχοι είναι ηττημένοι γιατί, από τα μέσα του ’90 μέχρι σήμερα, υπάρχει μια «αλλαγή παραδείγματος» και στο ελληνικό κράτος: από την παραδοσιακή, «ταυτοτική» και πιο επιθετική εκδοχή του ελληνικού εθνικισμού, αυτή στην οποία το πάνω χέρι είχαν η σαμαρική ΝΔ, οι φασίστες και η Εκκλησία, χρόνια τώρα ο «σοβαρός» είναι ο εκσυγχρονιστικός, πραγματιστικός και «αναπτυξιακός» εθνικισμός – ο εθνικισμός του Κέντρου. Χώρος για το διεθνιστικό επιχείρημα υπάρχει μόνο αν διεκδικηθεί.

Στο νοσηρό κλίμα του ’92, οφείλουμε στην Αντιπολεμική Αντιεθνικιστική Συσπείρωση, τον κύκλο του «Πολίτη» και την Εποχή, τον «Ιό», το ΚΚΕ και το ΣΕΚ, ότι έδειξαν έμπρακτα μια άλλη μέθοδο. Το ίδιο προσπαθήσαμε το 2008, με την Αντιεθνικιστική Αντιμιλιταριστική Πρωτοβουλία και την κοινή διαδήλωση στα Σκόπια. Τώρα, που ο ανορθολογικός εθνικισμός ξαναγίνεται επιθετικός γιατί χάνει, και που η κυβέρνηση πιστεύει μόνο σε ό,τι θα την κρατήσει κυβέρνηση, ίσως είναι ώρα να ξαναθυμίσουμε πως η αλληλεγγύη, αυτό που δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κυβερνήσεων, είναι η τρυφερότητα των λαών.

 


[1] Veton Latifi and Kalypso Nicolaidis, “Resolving the Macedonian Name Dispute: Prospect for Transformative Mutual Recognition”, ECFR.eu, 12.12.2017.