Καστελόριζο – Βαλαωρίτου. Tου Στρατή Σκουντιανέλλη

Οι δραστηριότητες των πρωτοβουλιών «Generation400» και «Αttack στην ανεργία και την επισφάλεια» υπήρξαν οι πιο αισιόδοξες ειδήσεις της τελευταίας περιόδου και, από πολλές απόψεις, οι πολιτικά πιο ενδιαφέρουσες. Μέσα στη δίνη της κρίσης διακρίναμε επιτέλους φωνές αντίστασης προερχόμενες από το ίδιο το προϊόν της κρίσης: την ογκώδη εκείνη μάζα εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων χωρίς δικαιώματα (ή με ελάχιστα: τόσα, όσα χρειάζονται αποκλειστικά και μόνο για να επιβιώνουν και να εργάζονται), χωρίς εγγυήσεις παροχής της εργατικής τους δύναμης, χωρίς αξιοπρεπές εισόδημα, και, τελευταίο αλλά όχι ασήμαντο, χωρίς συλλογικές ταξινομήσεις: ούτε ανά τρόπο συμμετοχής στην παραγωγική διαδικασία, ούτε ανά ειδικότητα, ούτε ανά κύκλο προσόντων, ούτε ανά κύκλο εργασιακής εμπειρίας. Καθένας απ’ αυτούς τους χιλιάδες εργαζόμενους οδηγείται προσεκτικά στο status του να είναι μια μοναδική περίπτωση που μόνο η επιλογή του ατομικού του δρόμου πρέπει να τον ενδιαφέρει και να περιγράφεται ως η μόνη [πιθανή ή απίθανη] λύση στο πρόβλημά του.

Επιτέλους οχτώ ολόκληρα χρόνια μετά το Καστελόριζο και την επισημοποίηση της ληστρικής επίθεσης σε βάρος των εργαζομένων και των ανέργων με την υποβολή της χώρας στο μηχανισμό στήριξης του ΔΝΤ, το πυρηνικό μοντέλο εργαζομένου και ανέργου που διαμόρφωσε αυτή η επίθεση ανασυγκροτείται, στέκει στα πόδια του, ψηλαφεί την ταυτότητά του και τα βασικά χαρακτηριστικά του, βρίσκει τη δύναμη και τη διαύγεια να επαναπροσδιορίσει τη ζωή που δικαιούται να ζει κι έτσι αυτόματα, διατυπώνει τα δικά του επίκαιρα και ζωντανά αιτήματα. Για πρώτη φορά βλέπουμε να αμφισβητείται ευθέως από τους πιο ευάλωτους παθόντες του, το μνημονιακό πάγωμα μισθών, και να ζητείται ελάχιστος μισθός όλων 751 ευρώ, επίδομα ανεργίας για κάθε άνεργο, λιγότερος φόρτος και αυξήσεις. Βλέπουμε να βγαίνουν στο προσκήνιο κραυγαλέες περιπτώσεις εργασιακής εκμετάλλευσης που μέχρι τώρα έμεναν στο σκοτάδι του φόβου όπως οι δραστικά μειωμένοι μισθοί των εργαζομένων μέχρι 25 ετών, οι απλήρωτες μαθητείες, πρακτικές εξασκήσεις, δικηγορικές ασκήσεις, η κοινωφελής εργασία, τα προγράμματα Stage και τα Vouchers των χρόνια ανέργων.

Επανεπικαιροποιούνται αιτήματα όπως η κυριακάτικη αργία, το δώρο του Πάσχα, το πλαίσιο προστασίας της εγκύου, λεχώνας και μητέρας εργαζόμενης, που στο πλαίσιο της συνθηκολόγησης κινδύνεψαν να ανακηρυχθούν γραφικά και στη συνέχεια ανεπίδεκτα διαπραγμάτευσης. Καταδεικνύεται και καταγγέλλεται η διαρκής μείωση του ελάχιστου αφορολόγητου εισοδήματος με αποτέλεσμα και σκοπό την επιπλέον φορολογική καταλήστευση αυτού του κακοπληρωμένου και επισφαλούς εργαζόμενου και η παταγώδης αποτυχία, αν όχι και πολιτική απροθυμία, του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και του ΕΦΚΑ να προστατέψουν τον υποψήφιο και εν ενεργεία εργαζόμενο και ασφαλισμένο. Κατονομάζονται με θάρρος και συζητώνται κοινωνικές όψεις του ζητήματος και θέματα όπως το χαρτζιλίκι και η παραμονή του εργαζομένου και του ανέργου στην πατρική/μητρική κατοικία μακριά από λογικές συλλογικού αυτομαστιγώματος και προτεσταντικής ηθικής προερχόμενης, για άλλη μια φορά, από το στρατόπεδο του αντιπάλου. Μιλάμε, αναμφισβήτητα, για μια ευκαιρία συνδικαλιστικής άνοιξης και μάλιστα σε έδαφος αιματηρής ήττας και πολυετούς ηγεμονίας του ατομικού δρόμου.

Η εξέλιξη αυτή ήρθε σε μια συγκυρία που το συνδικαλιστικό κίνημα της Ελλάδας δε θα μπορούσε με ευκολία να υποστηρίξει για τον εαυτό του, ότι τυγχάνει αντίστοιχο των περιστάσεων. Μέσα σ’ αυτή την επαναλαμβανόμενη επίθεση εναντίον και των στοιχειωδέστερων εργασιακών κεκτημένων όπως το αξιοπρεπές ύψος για την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας αλλά και μανιώδους ασταμάτητης περικοπής μισθών με σκοπό και αποτέλεσμα την απόπειρα εν λευκώ ανταπόκρισης στις εθνικές δανειστικές εκκρεμότητες με αποτέλεσμα και σκοπό την επιβάρυνση του κόσμου της εργασίας, μέσα λοιπόν σ’ αυτή την επίθεση, στην Ελλάδα συνέβησαν δυο πράγματα απολύτως εξωφρενικά και αδικαιολόγητα:

Πρώτον, το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας γύρισε πλευρό και συνέχισε, αν όχι ενέτεινε, τη νυσταγμένη του αδράνεια εμπρός στη σκηνοθετημένη αποδιάρθρωση του θεσμικού πλαισίου της εργασίας. Παραιτήθηκε συνειδητά ακόμα και από το να ελέγξει καν, αν συνέτρεχε οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη δυνατότητα διοικητικού μπλοκαρίσματος, των νομοθετικών αλλαγών που επέρχονταν η μία μετά την άλλη και μετέτρεπαν σταδιακά τους έλληνες εργαζόμενους σε επαίτες και μπαταξήδες ταυτόχρονα.

Δεύτερον, στη μεγαλύτερη τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση της χώρας, στη ΓΣΕΕ, συνέχισε ανενόχλητη να εκλέγεται και να πλειοψηφεί όλα ανεξαιρέτως τα χρόνια από το Καστελόριζο και μετά, φτάνοντας μέχρι και σήμερα, η παράταξη που τάσσεται ανοιχτά και δημόσια υπέρ της πειθαρχημένης υποβολής της χώρας στο πλαίσιο οικονομικής επιτήρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και φέρει ακέραιη την πολιτική υπαιτιότητα για μια τεράστια σειρά από συνθηκολογήσεις που διευκόλυναν την εργοδοσία να περικόψει εργασιακές εγγυήσεις και κεκτημένα τόσο πριν, όσο και μετά την επίσημη επέλαση της κρίσης.

Καμία από τις δύο παραπάνω εξελίξεις, βέβαια, όσο οξύμωρη κι αν μοιάζει, δεν είναι ασύνδετη με τις κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα. Η κεντρικοποίηση, σε βαθμό πολιτικού εμβλήματος, του ζητήματος της επίθεσης στην πλειοψηφία εργαζομένων και ανέργων, μπορεί να ανέδειξε την κεφαλαιώδη σημασία του αλλά καλλιέργησε και σαφέστατα την αντίληψη ότι η πολιτική αλλαγή δεν θα ήταν απλώς χρήσιμη, αλλά τελικά απαραίτητη για την επίλυση του ζητήματος αυτού. Την εντύπωση ότι ο συνδικαλισμός, η κινηματική δυναμική και η αυτο-οργάνωση των καταπιεσμένων είχαν κάποιον ανεξήγητο λόγο να απεμπολήσουν την αυτοτέλειά τους, να κατεβάσουν ρολά και να περιμένουν την ικανοποίηση των αιτημάτων τους από τους νικητές των βουλευτικών εκλογών. Όταν εκείνοι με τη σειρά τους, έκαναν τη δική τους επιλογή να παραδώσουν τα δικαιώματα της εργαζόμενης και άνεργης πλειοψηφίας ως αντίτιμο για τη δική τους ελεύθερη παραμονή στην εξουσία, τότε το συνδικαλιστικό κίνημα κοιτάχθηκε στον καθρέφτη και είδε τον εαυτό του ανίκανο παρέμβασης – μια ανικανότητα που δεν έμοιασε να αναχαιτίζεται παρά μόνο τώρα, από τις δυο πρωτοβουλίες που αναφέραμε πιο πάνω.

Οποιαδήποτε ανάγνωση των γεγονότων κι αν κάνει κανείς, είναι τουλάχιστον ελπιδοφόρο που τα παιδιά του Attack και του Generation400 βρίσκονται στο δρόμο, ξαναπήραν το νήμα που όλοι ψάχναμε, κι επιμένουν. Πέρα, όμως, από τη μπανανόφλουδα της σύγχυσης των ορίων μεταξύ συνδικαλιστικής και κεντρικοπολιτικής μάχης –που τώρα εκ πείρας τη γνωρίζουν πολύ καλά– αξίζει να τους δώσουμε για τη διαδρομή και μια ακόμη καλοπροαίρετη παρότρυνση: να φροντίσουν, ως κόρην οφθαλμού, το ηθικό τους και τη φυσιογνωμία τους.

Η κρίση καλλιέργησε, βάθυνε, τάισε πλουσιοπάροχα τα στόματα της αντισυντροφικότητας, της απελπισίας, του συναισθήματος σήψης και της αίσθησης του καταδικασμένου σε αποτυχία. Πάνω στον πανικό της ήττας άνοιξε την πόρτα κι έμπασε ιδεολογήματα, πρακτικές, μεθοδεύσεις, αντιλήψεις και αφηγήσεις που έρχονται κατευθείαν από την απέναντι όχθη. Βρεθήκαμε να παρακολουθούμε αντεγκλήσεις για «έλλειψη παραγωγικότητας», να μετατρέπουμε την αγωνιστική μαχητικότητα σε αντ-αγωνιστική αλαζονεία – κι από ‘κει και μετά ήταν φυσικό επακόλουθο να δούμε να μετατρέπεται και ο αγώνας σε καριέρα, σε «ειδικότητα» και σε συμμετοχές σε διάφορες, ποικίλου είδους και ήθους, ελίτ. Πήραμε τη σκληρότητα των βιωμάτων μας και παραλείψαμε να επαγρυπνήσουμε τη συνείδησή μας για να μας θυμίζει από πού αυτή προέρχεται. Κι έτσι βρεθήκαμε να την ξερνάμε ο ένας πάνω στον άλλο με οποιοδήποτε πρόσχημα – ακόμα και με προσχήματα που εξωτερικά έδειχναν ξεκάθαρη δεξιά μετατόπιση και προσχώρηση σε κάποιες, τουλάχιστον, θέσεις του αντιπάλου.

Ας μην κάνουν αυτά τα σφάλματα. Ας σηκώσουν τον ωραίο αγώνα που ξεκινούν με το πείσμα και τη φιλοδοξία, να τον τελειώσουν παραμένοντας οι ίδιοι άνθρωποι, με την ίδια ευαισθητοποίηση που τους ώθησε να τον εξαπολύσουν. Καλή επιτυχία!