Αποτυχημένο κράτος, του Χρήστου Λάσκου

Η Ελλάδα κινείται με μαθηματική ακρίβεια στη συνθήκη του αποτυχημένου κράτους.

Και, έτσι, επιβεβαιώνει, με απόλυτο και δραματικό τρόπο, τις αριστερές αναλύσεις της περιόδου 2010 -2015, οι οποίες ισχυρίζονταν πως η εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής «αποτελεί φάρμακο χειρότερο από την αρρώστια», για να θυμηθούμε μια από τις αγαπημένες εκφράσεις της εποχής. Η εκτίμηση, άλλωστε, αυτή ήταν που οδηγούσε στην αυτονόητη αντιμνημονιακή νότα οποιασδήποτε γνήσια αντιπολιτευτικής στάσης. Όσο κι αν εκ των υστέρων αποδείχτηκε πως πολλοί από τους σημερινούς κυβερνώντες απλώς δημαγωγούσαν εική και ως έτυχε, στο πλαίσιο «αυταπατών», όπως εξηγήθηκε αρμοδίως αργότερα, τίποτε δεν αλλάζει την ουσία της παλιάς καλής τοποθέτησης πάνω στις ακραία καταστροφικές συνέπειες του Μνημονιακού Καθεστώτος.

Γι’ αυτό και δεν είναι παρά θλιβεροί όσοι αντιδρούν στην αριστερή κριτική απέναντι στην κυβερνητική μνημονιακή προσχώρηση με το ατράνταχτο επιχείρημα: κι εσείς τι προτείνετε; Ή, σε πιο «αναλυτική» εκδοχή: «καλή η θεωρία, σε αυτό μια χαρά τα καταφέρνετε. Καμιά πρόταση θα κάνετε;». Η βλακεία, ως γνωστόν, είναι ανίκητη, αυτό, ωστόσο, δεν την κάνει λιγότερο βλακεία. Θέλω να πω, το να υποτιμάς την «θεωρία», όταν είναι φως φανάρι πως ένας από τους λόγους του φιάσκου, στο οποίο έμπλεξες μια ολόκληρη κοινωνία, είναι η έλλειψη στοιχειώδους αντίληψης μιας ορισμένης «ηγετικής (!) ομάδας» για την ανάγκη βαθύτερης ενασχόλησης με τα επίδικα αντί της γιούργια στα παγούρια τακτικής (;) των νταουλιών και των ζουρνάδων, είναι ασύγγνωστη βλακεία –και κάτι χειρότερα, που δεν χρειάζεται να τα συζητήσουμε τώρα. 

Αφού, όμως, οι κριτικοί της κριτικής θέλουν προτάσεις, να: αύξηση του αφορολόγητου στα 12000 ευρώ, επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751, δέκατη τρίτη σύνταξη στους χαμηλοσυνταξιούχους, δραστική μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά και υπηρεσίες, κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και πολλές ακόμα, που μπορούν να βρουν όσοι ενδιαφέρονται στο … Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Καλές δεν είναι; Φιλολαϊκές δεόντως, έτσι; Και έχουμε και τα όπλα επιβολής τους: στάση πληρωμών, έλεγχος κίνησης κεφαλαίων, παράλληλο νόμισμα κι άλλα εξίσου φιλολαϊκά, που βρίσκονται στο Πρόγραμμα του 1ου Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ.

Τα προηγούμενα δεν έγιναν, προφανώς. Πραξικοπηματικά, μάλιστα, επιλέχθηκε να μην επιχειρηθούν. Έστω, μερικώς και στοιχειωδώς. Στο όνομα της διαπραγμάτευσης!

Σήμερα, λοιπόν, μεσούσης άλλης μιας διαπραγμάτευσης για την αναγκαία «δόση» -θυμηθείτε πόσο είχε λοιδωρηθεί αυτή η «εξάρτηση» από τους σημερινούς ρεαλιστές- υπάρχουν παπάρες, οι οποίοι ισχυρίζονται πως «δεν δικαιούμαστε δια να ομιλούμε», εφόσον … δεν έχουμε προτάσεις. Αυτοί που συστρατεύονται με όσους έκαψαν όλα μας τα καράβια, ακύρωσαν μέχρις εξοντώσεως το τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο που διέθετε το ελληνικό κίνημα μέχρι την συνθηκολόγηση και οδήγησαν την ελληνική κοινωνία στο απόλυτο αδιέξοδο μας εγκαλούν κι από πάνω!

Λοιπόν, ας γίνει κατανοητό πως η σημερινή κυβέρνηση δεν ελέγχεται για λάθη και παραλείψεις, αλλά για ένα πραγματικό πολιτικό έγκλημα, σχεδόν πρωτοφανές στην ιστορία. Όσο κι αν βαυκαλίζεται πως μας σώζει από τα χειρότερα και «δίνει μάχες», το αποτέλεσμα είναι αυτό που είναι. Καλώ τους κριτικούς να σκεφτούν πόσο στέκει το μοναδικό πια επιχείρημα, αυτό της αποτροπής του Κούλη. Τι θα κάνει, δηλαδή, ο Κούλης; Θα αυξήσει τους φόρους στα βασικά είδη σε 24%; Θα λύσει το συνταξιοδοτικό α λα Κατρούγκαλο και μετά θα το ξαναλύσει με νέες, καλύτερες, περικοπές;  Θα ιδιωτικοποιήσει τα αεροδρόμια, το Ελληνικό και τα λιμάνια; Θα μειώσει το μισθό όλων μας από 5 έως 10% άπαξ, δια της μείωσης του αφορολόγητου;

Η κυβέρνηση διαπραγματεύεται. Ο Σόιμπλε αντιστέκεται. Μετά, ο σύμμαχος Μοσκοβισί δηλώνει πως απαιτούνται πρωτογενή 3.5% για πολλά χρόνια. Η Μέρκελ λέει «κάτι θα γίνει». Η Λαγκάρντ εξηγεί πως χωρίς μείωση χρέους δουλειά δεν γίνεται, αλλά … αυξήστε τη λιτότητα. Ο Σόιμπλε το ξανασυζητάει. Και η κυβέρνηση διαπραγματεύεται. Ο Μαργαρίτης Σχοινάς μας ενημερώνει πως πρέπει να δουλέψουμε σκληρά –όπως αυτός ο ίδιος. Ο Τόμσεν λέει –μέσα στην κακία του και με τρία κιλά ουίσκι στο αίμα- πως χρειάζεται ελάφρυνση χρέους. Και η κυβέρνηση διαπραγματεύεται.

Και το Μνημονιακό Καθεστώς διατηρείται και ενισχύεται. Οι λαϊκές τάξεις βυθίζονται μέρα με τη μέρα  στην εξαθλίωση μην μπορώντας ποτέ –ακόμη και οι «προνομιούχοι» μεταξύ τους- να φτάσουν με χρήματα στο τέλος του δεκαπενθήμερου. Όσα είπε ο ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τα Μνημόνια αποδεικνύονται απολύτως με κυβέρνηση εκ του … ΣΥΡΙΖΑ. Η ελληνική κοινωνία καταστρέφεται «σε βάθος γενεών». Η συνέχιση της ίδιας πολιτικής την οδηγεί σε μοναδική στην ιστορία ασφυξία και ευτελισμό. Και στο τέλος και στη δραχμή, κατά πάσα πιθανότητα. Δηλαδή, δείτε: θα πάμε στη δραχμή, με όλες τις αρνητικές επιπτώσεις που περιγράφουν όσοι, με πρώτο τον πρωθυπουργό, σώζουν την … ευρωπαϊκή μας προοπτική, αφού μειώσουμε και άλλο τους μισθούς και τις συντάξεις. Και τότε θάρθει η δραχμή, εξέλιξη την οποία αποτρέπουμε «δίνοντας τη μάχη», για να μη μειωθούν οι μισθοί και οι συντάξεις μας.

Το αφήγημα δεν είναι άξιο όχι για χρυσό βατόμουρο. Ούτε για σκατί βατόμουρο δεν κάνει.

Η Ελλάδα είναι ήδη αποτυχημένο κράτος, σε μεγάλο βαθμό. Όπως έδειξε η τελευταία έκθεση της Eurostat, δαπανάει 4.5% του ΑΕΠ στην υγεία, έναντι 7.2% μ.ο. της ΕΕ, 0.7% έναντι 1.4% στην καταπολέμηση της ανεργίας, 0.6% έναντι 1.7% για την στήριξη αναξιοπαθουσών οικογενειών και παιδιών κλπ. Σε τέτοιου είδους δαπάνες «ξοδεύουμε» αθροιστικά σχεδόν 6% του ΑΕΠ λιγότερο του μ.ο. της ΕΕ. Κι αυτό παρόλο που έχουμε 30% απώλεια Εθνικού Προϊόντος και ίση ανεργία.

Είναι προφανές πως η ασκούμενη πολιτική θα μας κάνει απολύτως αποτυχημένο κράτος. Αδύναμο να ικανοποιήσει ακόμη και τις απλούστερες ανάγκες της κοινωνικής αναπαραγωγής. Σε τέτοιο βαθμό, που, κι αν δοθεί ξανά πλειοψηφική δυνατότητα για την άσκηση μιας φιλολαϊκής πολιτικής, θα έχει να διαχειριστεί αποκαΐδια και κοινωνικά ερείπια.

Η ευθύνη όσων ασκούν τη διακυβέρνηση πλέον σε αυτό συνίσταται. Όχι αν θα προχωρήσουν σε αναδιανομή ή θα πορευτούν με ταξική μεροληψία (sic) και άλλες έξαλλες αριστεροσύνες,  αλλά αν θα αφήσουν ένα καταστροφικά αποτυχημένο κράτος. Το κατηγορώ αυτό θα αφορά και όχι την «προδοσία του σοσιαλισμού».

Αν είναι έτσι –και θα συμφωνήσετε πως υπάρχουν βάσιμες … ενδείξεις- τότε η μόνη «πρόταση» είναι η απότομη και ριζική διακοπή αυτής της πορείας προς την μεγάλη καταστροφή. Με ό,τι απαιτεί αυτό και με όλα τα ρίσκα. Να μην πάρουμε τη δόση του καλοκαιριού και να μην πληρώσουμε. Να σταματήσουμε όλα τα ξεφτιλίκια της δημόσιας εκποίησης. Να αυξήσουμε μονομερώς τον κατώτατο. Να μην μειώσουμε ούτε σεντ περαιτέρω μισθούς και συντάξεις πενομένων ανθρώπων. Να μειώσουμε την έμμεση φορολογία σε όλα τα βασικά είδη και υπηρεσίες.

Να πάμε σε σύγκρουση με ό,τι φανερά μας καταστρέφει. Κι αν είναι να αλλάξουμε νόμισμα να το επιλέξουμε εμείς κι όχι ο Μάνφρεντ Βέμπερ.

Δεν το απαιτεί η επαναστατική μας εγρήγορση, ούτε «η ελπίδα που μας πυρώνει την καρδιά». Το απαιτεί η στοιχειώδης ορθολογικότητα.

Και είναι γι’ αυτό που ελέγχονται πολλοί από τους νουνεχείς και πραγματιστές κριτικούς της κριτικής: για στοιχειώδη ορθολογικότητα μπροστά σε αυτό που βοά.

Μπροστά στην επερχόμενη καταστροφή και τον βασιλιά που είναι ξεβράκωτος.