in

Το νόημα του να είσαι υλιστής στην φιλοσοφία. Του Χρήστου Λάσκου

Terry Eagleton, Υλισμός, Εκδόσεις Θύραθεν, σελ. 204 (μετάφραση: Χαράλαμπος Μαγουλάς)

 

Η πρωταρχική ανημποριά των ανθρώπων είναι… η αρχέγονη πηγή όλων των ηθικών μας κινήτρων

Ζίγκμουντ Φρόιντ

Το σημείο όπου ο Ήγκλετον παραθέτει την παραπάνω ρήση του Φρόιντ ακολουθείται από την διαπίστωσή του πως αυτό που μας κάνει ηθικά όντα δεν είναι η αυτονομία μας, αλλά η ευαλωτοτητά μας, όχι η αυτοτέλειά μας, αλλά η αβεβαιότητά μας. Μιλώντας, εν συνεχεία, με τα λόγια του Σεμπαστιάνο Τιμπανάρο, θα επαναλάβει μαζί του:

«[Τ]α αποτελέσματα της επιστημονικής έρευνας μας διδάσκουν ότι ο άνθρωπος κατέχει μια περιθωριακή θέση στο σύμπαν -ότι για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα δεν υπήρχε ζωή στη γη και η προέλευσή της οφείλεται σε πολύ ειδικές συνθήκες -ότι η ανθρώπινη σκέψη υπόκειται σε καθορισμένες ανατομικές και φυσιολογικές δομές και συσκοτίζεται ή εμποδίζεται από καθορισμένες παθολογικές μεταβολές τους» (σελ. 18).

Περίεργος τρόπος να ξεκινάμε μια παρουσίαση σχετική με τον υλισμό, θα πει κανείς. Ένα κατεξοχήν οντολογικό ζήτημα εισάγεται με αναφορά σε «αυτό που μας κάνει ηθικά όντα».

Αυτός, όμως, είναι ο τρόπος του Ήγκλετον. Γιατί, πρώτα απ’ όλα, θεωρεί πως η αναγκαία υπεράσπιση του υλισμού πολύ θα ωφεληθεί με τον διαχωρισμό του από την ειδική μηχανοκρατική εκδοχή του: κατά τη γνώμη του, οι ιδεαλιστικές φαντασιοκοπίες με τους αποσωματοποιημένους νόες και τα αυθύπαρκτα πνεύματα διαχρονικά νομιμοποιήθηκαν λόγω της αντίστιξής τους στη χοντροκοπιά του μηχανιστικού υλισμού.

Το να ξεκινά, λοιπόν, από την ηθική και την αναφορά στα υπαρξιακά δεδομένα μας συνιστά μια στρατηγική που πολιτικοποιεί εξαρχής το οντολογικό ζήτημα. Μπροστά σε έναν αλαζονικό ανθρωπισμό, του οποίου η σημερινή ακραία κλιματική διακινδύνευση είναι ένα μόνο από τα κακά παρεπόμενα, ο υλισμός, κατά τον Ήγκλετον, επιμένει ως προς την αλληλεγγύη με το κοινότοπο υλικό του κόσμου, που είναι και το υλικό από το οποίο είμαστε και οι άνθρωποι κατασκευασμένοι και, εξ αυτού, καλλιεργεί την κορυφαία αρετή της ταπεινότητας.

Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό. Αν, μαζί με τον Σπινόζα, αντιληφθούμε την ύλη ως ζώσα, ζωντανή κι αυτοκαθοριζόμενη, χωρίς την ανάγκη καμιάς, εκτός αυτής, υπέρτατης εξουσίας που να την θέτει σε κίνηση και απορρίψουμε, έτσι, το βασίλειο των πνευμάτων, τότε αντιμετωπίζουμε με σοβαρότητα τον υλικό κόσμο, άρα και την υλική ευημερία των ανδρών και των γυναικών εντός του, τότε παύουν να «υπάρχουν αιθέριοι περισπασμοί από το έργο της αποκατάστασης της φτώχειας και των αδικιών».

Να η σύνοψη αυτής της «μεθοδολογικής» θέσης:

«Όπως στην τέχνη της τραγωδίας, τα επιτεύγματά μας, εάν πρόκειται να είναι γερά θεμελιωμένα, θα πρέπει να εμπεριέχουν την αναγνώριση της ευπάθειας και του πεπερασμένου της φύσης μας. Υπάρχουν ωστόσο κι άλλα ηθικά οφέλη σ’ αυτή τη θέση. Έχοντας επίγνωση της ανυποταξίας της ύλης, η υλιστική θέση προάγει τον σεβασμό του άλλου και του συνόλου του κόσμου, σε αντίθεση με τον μεταμοντέρνο ναρκισσισμό που, όπου κι αν κοιτάξει, δεν βλέπει τίποτε άλλο παρά μόνο αντανακλάσεις του ανθρώπινου πολιτισμού» (σελ. 18).

Για να πάμε λίγο παραπέρα, ο υλισμός, δίνοντας αξιοπρέπεια στην ύλη, δίνει αξιοπρέπεια και στον άνθρωπο, ως μέρος του υλικού κόσμου, σαρξ εκ της σαρκός του. Έτσι, μέσα από μια παράδοξη διαδρομή,  ο υλισμός, αποδομώντας ριζικά τον αλαζονικό ανθρωπισμό, εμφανίζεται στενά συνδεδεμένος με έναν ισχυρό σεβασμό προς τις πραγματικές (υλικές) γυναίκες και άνδρες.

Ο υλισμός, όμως, δεν είναι ένας. Είναι πολλοί οι υλισμοί και δεν είναι όλοι ίδιοι -ούτε καν κοντινοί.

Ο βιταλιστικός. Ο διαλεκτικός. Ο πολιτισμικός. Ο εικοτολογικός. Ο σημασιολογικός. Και ο ιστορικός, βέβαια.

Ο Ήγκλετον μας δίνει τη δυνατότητα να αντιληφθούμε ομοιότητες και διαφορές, να ξεκαθαρίσουμε θέσεις και πορίσματα. Και μας προτρέπει να είμαστε έτοιμοι για εκπλήξεις και παράδοξα, ειδικά αν έχουμε διαπαιδαγωγηθεί φιλοσοφικά μέσα από τα συνήθη εγχειρίδια.

Ο καλός υλισμός, απορρίπτοντας τη διχοτομία ανάμεσα στην ανόητη ύλη και το αθάνατο πνεύμα -θεωρώντας την «ψυχή» τρόπο του σώματος-, βρίσκει πως «οι άνδρες και οι γυναίκες δεν είναι ούτε διαχωρισμένοι από τον υλικό κόσμο (όπως στον ιδεαλιστικό ανθρωπισμό) ούτε απλά κομμάτια ύλης (όπως στον μηχανιστικό υλισμό). Είναι πράγματι κομμάτια ύλης, αλλά ιδιαίτερου είδους […] Είναι πράγματι κομμάτια ύλης, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι διαφορετικοί από τα μανιτάρια» (σελ. 25).

Οι άνθρωποι σκέπτονται (έχουν σκέψη). Αυτό, όμως, δεν γίνεται «κάπου», «αυτόνομα». «μέσα τους». Όπως παρατηρεί ο Μαρξ, προλαβαίνοντας τον Βιτγκενστάιν, η σημασία, δηλαδή η γλώσσα έχει υλική (και κοινωνικο-ιστορική) βάση: δεν είναι της «αυτόνομης συνείδησης». Είναι τέτοια, ώστε να συλλαμβάνεται από τις αισθήσεις. Η ύλη, δηλαδή τα σημάδια, οι ήχοι, οι χειρονομίες είναι που συνιστούν τη σημασία. Στη Γερμανική Ιδεολογία, σαρδόνια και με περιπαικτική λύπη, θα πει στους ιδεαλιστές φιλοσόφους: «από την αρχή το «πνεύμα» ταλανίζεται από την κατάρα να «βαρύνεται» με ύλη, η οποία εδώ κάνει την εμφάνισή της με τη μορφή ταραγμένων στρωμάτων αέρα, ήχων, κοντολογίς της γλώσσας».

Κι αν η γλώσσα- σκέψη είναι ύλη, πόσο μάλλον το σώμα.

Που υποχρεώνει «ο αυτοπροσδιορισμός που μπορούμε να επιτύχουμε [να] υπάρχει μέσα στο πλαίσιο μιας βαθύτερης εξάρτησης. Το γεγονός ότι η σάρκα μας προέρχεται από τη σάρκα άλλων είναι ένα χειροπιαστό σημάδι αυτού του πράγματος. Τίποτα δεν μπορεί να ξεπηδήσει από τα ίδια του τα σπλάχνα κι ωστόσο να είναι ανθρώπινο. Το πιο ορατό σημείο της αυτόνομης δράσης και ταυτόχρονα της εξάρτησής μας είναι το σώμα, το οποίο είναι η πηγή της δραστηριότητάς μας και όμως είναι επίσης θνητό, εύθραυστο και φοβερά ευεπίφορο στον πόνο. Αν το σώμα είναι το μέσο της αυτενέργειας, είναι επίσης και η αιτία των συμφορών μας. Είναι αυτό που μας καθιστά τόσο ευάλωτους όσο και παραγωγικούς. Ακριβώς επειδή είμαστε σβώλοι σάρκας ενός ορισμένου είδους, είμαστε ικανοί να δρούμε ως ιστορικά υποκείμενα -όμως, το να είναι κανείς σώμα σημαίνει πως είναι εκτεθειμένος και απροστάτευτος, υποκείμενος σε πολλές ανεξέλεγκτες επιρροές, ανίκανος για πλήρη αυτοκυριαρχία» (σελ. 34).

Ξεκινώντας από το «υποκείμενο», ο Ήγκλετον κάνει το χατίρι στους ιδεαλιστές -και, ταυτόχρονα, τους οδηγεί σε μεγάλες δυσκολίες.

Εγώ, το cogito, είμαι αμίμητα ο εαυτός μου λόγω του υλικού που μοιράζομαι με δισεκατομμύρια άλλους. Η εξατομίκευση είναι ιδιότητα του είδους γενικά, διάσταση της κοινής μας ειδικής -σωματικής- υλικότητας.

Γι’ αυτό και το μέλλον είναι ανοικτό. Σε έναν υλικό κόσμο, τίποτε δεν είναι αναγκαστικά όπως είναι. Θα μπορούσε, κάλλιστα, να είναι αλλιώς. Η ενδεχομενικότητα, ως κεντρική κατηγορία του υλισμού, μας απελευθερώνει από την σκληρή ιδεαλιστική αναγκαιότητα. Δεν μας κάνει, όμως, ιστορικιστές ούτε κουλτουραλιστές. Γιατί το όνομα για την προτεραιότητα της φύσης έναντι του πολιτισμού είναι ο θάνατος.

Ο υλισμός που υπερασπίζεται ο Ήγκλετον θα μπορούσε, όπως ο ίδιος προτείνει, να ονομαστεί σωματικός. Έχει πολλά να αντλήσει από το Μαρξ, τον Βιτγκενστάιν, τον Νίτσε (μ’ όλες τις πολιτικές του τερατωδίες). Ακόμη και -γιατί όχι;- από τον Ακινάτη. Αντλώντας από αυτό το ευρύ φάσμα, επιτρέπει την υποστήριξη του αναγκαίου -ιδίως, στην εποχή μας- πολιτικού ριζοσπαστισμού. Να, παραδόξως, πώς το κάνει:

«[Ο Ακινάτης] αποδεικνύεται ότι από ορισμένες απόψεις είναι γνήσιος υλιστής. Αυτό δεν είναι εντελώς αναπάντεχο, αφού και ο ίδιος ο χριστιανισμός είναι με κάποια έννοια ένα υλιστικό δόγμα. Το δόγμα της Ενσάρκωσης σημαίνει ότι ο Θεός είναι ένα ζώο. Είναι παρών κατά τη Θεία Ευχαριστία, στα καθημερινά υλικά πράγματα, όπως το ψωμί και το κρασί, στην εγκόσμια λειτουργία της μάσησης και της πέψης. Η σωτηρία δεν είναι πρωτίστως ζήτημα λατρείας ή ιεροτελεστίας, αλλά σχετίζεται με το αν δίνουμε τροφή σ’ αυτούς που πεινούν και αν φροντίζουμε τους αρρώστους. Ο Ιησούς ξοδεύει πολύ από τον χρόνο του για να αποκαταστήσει άρρωστα σώματα, καθώς και αρκετά μυαλά που ασθενούν. Η αγάπη είναι μια υλική πρακτική, όχι ένα πνευματικό συναίσθημα» (σελ. 63).  

Leave a Reply

2 Pings & Trackbacks

  1. Pingback:

  2. Pingback:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Βανδαλισμό από φασιστοειδή στα γραφεία του στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης καταγγέλλει το ΚΚΕ

Καταγγελία: Κακοποιητής άνδρας κέρδισε δικαστικά την επιμέλεια του εννιάχρονου γιου του