Οι νέες ταινίες της εβδομάδας

Οι νέες ταινίες της εβδομάδας

Ο κριτικός κινηματογράφου Στράτος Κερσανίδης γράφει κάθε εβδομάδα για το alterthess τις νέες ταινίες που κάνουν  πρεμιέρα στις κινηματογραφίκές αίθουσες.

ΟΙ ΜΙΣΗΤΟΙ 8
THE HATEFUL EIGHT
Σκηνοθεσία:
Κουέντιν Ταραντίνο
Πρωταγωνιστούν: Σάμιουελ Λ.Τζάκσον, Κερτ Ράσελ, Τζένιφερ Τζέισον Λι, Ουόλτον Γκόγκινς, Ντέμιαν Μπισίρ, Τιμ Ροθ, Οσβάλντο Μομπρέι, Μάικλ Μάντσεν, Μπρους Ντερν, Τσάνινγκ Τέιτουμ

Ο Κουεντίν Ταραντίνο σκηνοθετεί ένα γουέστερν όπου δεν πρωταγωνιστούν οι 7 υπέροχοι που μας είχε συστήσει ο Τζον Στάρτζες το 1960, αλλά «Οι μισητοί 8».

Οι πρώτοι 4 είναι ο κυνηγός επικηρυγμένων, Τζον Ρουθ ο «Κρεμάλας», η επικηρυγμένη Ντέιζι Ντόμεργκιου, την οποία ο Τζον μεταφέρει στην πόλη Ρεντ Ροκ για να δικαστεί με μία άμαξα, ο Μαρκίς Ουόρεν, μαύρος, επίσης κυνηγός επικηρυγμένων, ο οποίος μεταφέρει τρία πτώματα και ο Κρις Μάνιξ, ο οποίος πηγαίνει στο Ρενρ Ροκ για να αναλάβει τη θέση του σερίφη. Οι δύο τελευταίοι επιβιβάζονται στη διαδρομή. Λόγω της κακοκαιρίας σταματούν σε ένα σταθμό, τον οποίο διαχειρίζεται η Μίνι, μια γυναίκα την οποία δεν βλέπουμε. Αντί αυτής, συναντάμε του υπόλοιπους τέσσερις: Το «Μεξικάνο» Μπομπ, ο οποίος υποστηρίζει πως η Μίνι λείπει ταξίδι και τον άφησε στη θέση της, τον Οσβάλντο Μομπρέι, ο οποίος σύμφωνα με τα λεγόμενά του είναι ο δήμιος του Ρεντ Ροκ, το «Γελαδάρη» Τζο Γκέιτζ και έναν ηλικιωμένο στρατηγό των Νότιων, τον Σάντφορντ Σμίδερς. Χρονικά η υπόθεση τοποθετείται μερικά χρόνια μετά από το τέλος του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου.

Οι οκτώ αυτοί άνθρωποι βρίσκονται εκεί αποκλεισμένοι και περιμένουν τη βελτίωση του καιρού για να καταφέρουν να φτάσουν στο Ρεντ Ροκ. Εδώ, σε έναν χώρο, ο Ταραντίνο ξετυλίγει τη δράση του. Οι οκτώ χαρακτήρες του μιλούν, γνωρίζονται, αντιπαρατίθενται και η ατμόσφαιρα μοιάζει ηλεκτρισμένη χωρίς όμως καμία προφανή αιτία. Και τότε, ενώ φαίνεται πως μπαίνουν όλα σε μια σειρά, ένα μικρό φλας μπακ, μας δείχνει κάτι που έχει συμβεί. Κι αυτό το κάτι αποτελεί τη θρυαλλίδα των ανατροπών. Είναι η ώρα που οι χαρακτήρες αποκαλύπτονται, που έρχεται στην επιφάνεια το αληθινό τους πρόσωπο. Και βέβαια, είναι η ώρα που αρχίζουν να «κελαηδούν» τα πιστόλια και να ξερνούν μολύβι! Αρχίζει το μακελειό, η βία και το αίμα. Ο Ταραντίνο για μια ακόμη φορά μέσα από την υπερβολή αποδομεί, απομυθοποιεί. «Είναι κινηματογράφος», μας λέει, «δεν είναι τίποτε περισσότερο από μία οπτική απάτη». Και μας λέει, πως δεν είναι αυτό που φαίνεται.

Λοιπόν, τι είναι εντέλει (και αυτή) η ταινία του Κουεντίν Ταραντίνο; Επιχειρώντας να απαντήσω, θα πω πως πρώτα απ’ όλα είναι ένα παιχνίδι με πρωταγωνιστές οκτώ εκκεντρικούς (σύνηθες για Ταραντίνο) χαρακτήρες. Είναι ακόμη ένα φόρος τιμής στο ίδιο το σινεμά και στην προκειμένη περίπτωση στο γουέστερν. Όμως επιπλέον είναι και ταινία γυρισμένη, επί της ουσίας, σε έναν κλειστό χώρο. Σε κάποια σημεία θυμίζει Αγκάθα Κρίστι (ο Μαρκίς Ουόρεν, μιμείται τον Ηρακλή Πουαρό), ο φόβος βρίσκεται κλεισμένος μέσα σε τέσσερις τοίχους. Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη, που ο Ταραντίνο δεν το αφήνει ασχολίαστο. Είναι η κατάσταση της χώρας, των ΗΠΑ, μετά από τον Εμφύλιο. Είναι το φυλετικό πρόβλημα, πολύ έντονο ακόμη τότε, αλλά το οποίο υπάρχει ακόμη και σήμερα. Κι αν νομικά έχει λυθεί, δεν παύει να αποτελεί μια πραγματικότητα η οποία υποβόσκει στη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία.

Άλλωστε, το λέει κι ο ίδιος ο σκηνοθέτης:  «Όταν μιλάς για την εποχή σου με μια ιστορία που διαδραματίζεται στο παρόν, μπορεί να περιορίζεις λίγο αυτό που μπορείς να πεις», λέει ο Ταραντίνο. «Μου αρέσει να λέω ό,τι έχω να πω με τη μάσκα του σινεμά είδους. Κανένα άλλο είδος δεν έχει μιλήσει καλύτερα για την Αμερική απ’ ό,τι το γούεστερν, με ένα υπόγειο τρόπο πάντα. Τα γούεστερν της δεκαετίας του ’50 προέβαλαν την Αμερική του Αϊζενχάουερ, εκείνα του ’70 είναι πολύ πιο κυνικά και αντι-καθεστωτικά και μετά στην δεκαετία του ’80 επέστρεψαν στον πατριωτισμό, επηρεασμένα από τον Ρίγκαν. Όσο κάναμε την ταινία, βλέπαμε στην τηλεόραση πολλά από τα ζητήματα της ταινίας να αναβιώνουν δυστυχώς στις ειδήσεις».

Αξίζει να σημειώσουμε πως η μουσική είναι του Ένιο Μορικόνε, ο οποίος συνέθεσε μουσική για ταινία γούεστερν, μετά από το σπουδαίο «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος», το οποίο ολοκληρώθηκε 40 χρόνια πριν!

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΑΧΙΝΤ
NAHID
Σκηνοθεσία:
Ίντα Παναχαντέχ
Πρωταγωνιστούν: Σαρέχ Μπαγιάτ, Πεζμάν Μπαζεγκί, Ναβίντ Μοχάμεντ Ζάντεχ, Μιλάντ Χοσεΐν Πουρ, Πουριά Ραχιμί, Νασρίν Μπαμπαέι

Η Ναχίντ, ζει με το γιο της σε μια πόλη του Ιράν, έχοντας την επιμέλειά του μετά από το διαζύγιο που έχει πάρει. Βέβαια σύμφωνα με το νόμο, σε περίπτωση διαζυγίου η επιμέλεια των παιδιών περνά στον πατέρα, εκτός εάν η σύζυγος δεν πρόκειται να ξαναπαντρευτεί. Με αυτόν τον όρο η Ναχίντ έχει πάρει την επιμέλεια και αγωνίζεται να τα βγάλει πέρα μέσα από τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Στο μεταξύ όμως, γνωρίζεται με έναν επίσης διαζευγμένο άνδρα, το Μασούντ, ο οποίος ζει με τη μικρή του κόρη. Εάν η Ναχίντ παντρευτεί το Μασούντ θα χάσει την επιμέλεια του γιου της. Για να δοκιμάσει τις αντοχές της θα επιλέξει το δοκιμαστικό γάμο –μια πρακτική που συνηθίζεται στο Ιράν- ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει προβλήματα και με την οικογένειά της. Και βέβαια έρχεται αντιμέτωπη και την κοινωνική κατακραυγή παρά το γεγονός πως ό,τι κάνει βρίσκεται μέσα σε νόμιμο πλαίσιο. Η Ναχίντ νιώθει εγκλωβισμένη και αναζητά διέξοδο ώστε να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή της.

Η Ίντα Παναχαντέχ καταπιάνεται με το λεπτό ζήτημα των σχέσεων. Σε μια βαθιά συντηρητική κοινωνία όπως είναι η ιρανική, τέτοια θέματα αποτελούν συνήθως ταμπού. Η σκηνοθέτιδα όμως φαίνεται αποφασισμένη να αναδείξει ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν χιλιάδες γυναίκες στην πατρίδα της. Και το κάνει χρησιμοποιώντας μια άμεση και εντελώς ρεαλιστική κινηματογράφηση για να αφηγηθεί μια καθημερινή ιστορία. Με ματιά καθαρή, στεγνή και όσο γίνεται αποστασιοποιημένη, η σκηνοθέτιδα επικεντρώνεται στο προσωπικό δράμα της Ναχίντ το οποίο είναι το δράμα μιας μητέρας που δε θέλει να χάσει το παιδί της, το δράμα μιας ερωτευμένης γυναίκας που λαχταρά να ζήσει, το δράμα μιας εργαζόμενης διαζευγμένης γυναίκας που αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, αν τέλει το δράμα μιας γυναίκας στο Ιράν. Κι αν πολλά από αυτά μοιάζουν να είναι κοινά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κάθε γυναίκα είτε ζει στο Ιράν είτε ζει στην Ευρώπη, μη βιαστείτε να τα ταυτίσετε. Μπορεί να μοιάζουν αλλά δεν είναι ίδια. Και νομίζω πως δε χρειάζεται να σας εξηγήσω τους λόγους οι οποίοι είναι προφανείς.

Συγκλονιστική ερμηνεία της Σαρέχ Μπαγιάτ, που είχαμε δει και στην ταινία «Ένας χωρισμός».

Σημειώνει η σκηνοθέτιδα: «Ως γυναίκα σκηνοθέτης, με ενδιέφεραν πάντα τα ζητήματα των γυναικών στο Ιράν, και κατ’ επέκταση, στη Μέση Ανατολή.

Η ‘Ιστορία της Nahid’ είναι μία από τις πρωτοποριακές ιρανικές ταινίες, οι οποίες παρουσιάζουν θέματα των διαζευγμένων γυναικών, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματός τους για την επιμέλεια των παιδιών, και το ζήτημα του προσωρινού γάμου.

Με την πραγματοποίηση αυτής της ταινίας και προβάλλοντας τη ζωή της Ναχίντ στην οθόνη, έχω υπογραμμίσει τις αγωνιώδεις ζωές όλων αυτών των γυναικών.

Ελπίζω παρουσιάζοντας τέτοια ζητήματα να μπορέσουμε να κάνουμε τη διαφορά, τουλάχιστον σε πολιτιστικό επίπεδο.

Οι παραδοσιακές κοινωνίες εστιάζουν στη μητρότητα της γυναίκας και συνεπώς στον κυρίαρχο ρόλο της γυναίκας να ζει και να λειτουργεί σαν «μητέρα» – το να είσαι όμως μητέρα και το τι μπορεί να περιλαμβάνει η μητρότητα δεν αναγνωρίζεται πραγματικά σε τέτοιες κοινωνίες».

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΟΡΤΑΡΙΣΜΑ
THE BIG SHORT
Σκηνοθεσία:
Άνταμ Μακέι
Πρωταγωνιστούν: Μπραντ Πιτ, Κρίστιαν Μπέιλ, Κάρεν Γκίλαν, Ράιαν Γκόσλινγκ, Σελένα Γκομέζ, Μαρίσα Τομέι, Στιβ Καρέλ, Μελίσα Λίο

Η σπονδυλωτή αυτή ταινία είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα τα οποία καταγράφει ο Μάικλ Λιούις στο ομώνυμο βιβλίο του που στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Ο σκηνοθέτης, Άνταμ Μακέι, αν και έχει καθιερωθεί ως σκηνοθέτης κωμωδιών, όταν το διάβασε ενθουσιάστηκε τόσο πολύ που αποφάσισε να το μεταφέρει στον κινηματογράφο. Άλλωστε το βιβλίο, όπως και η ταινία – τελικά – είναι ένα ενδιαφέρον μείγμα κωμωδίας και κοινωνικής καταγραφής ενός ιστορικού συμβάντος όπως το αφηγούνται, παράλληλα, οι βασικοί χαρακτήρες.

Βρισκόμαστε στο 2008 εποχή που η αμερικανική κτηματαγορά καταρρέει. Μαζί με αυτήν όμως δημιουργούνται σοβαροί κραδασμοί και στην παγκόσμια οικονομία, η οποία οδηγήθηκε στη μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων 80 ετών. Τότε, τέσσερις μικροεπενδυτές, «είδαν» πιο μπροστά από τους σοφούς της οικονομίας, τις τράπεζες, τα ΜΜΕ και την αμερικανική κυβέρνηση. Κι αυτό που είδαν ήταν η επερχόμενη καταστροφή που γι’ αυτούς ήταν η μεγάλη ευκαιρία. Έτσι την ώρα που χάνονταν περιουσίες και η παγκόσμια οικονομία έχανε τον μπούσουλα εκείνοι ωφελήθηκαν και πλούτισαν. Οι κερδισμένοι είναι ένας αθυρόστομος αναλυτής, ένας αντικοινωνικός γιατρός με ταλέντο στα μακροοικονομικά, δυο πιτσιρικάδες μικροεπενδυτές που έστησαν επενδυτικό κεφάλαιο στο γκαράζ του σπιτιού τους κι ένας τραπεζίτης που απλά αξιοποίησε προς ίδιον όφελος μια πληροφορία.

Λέει ο σκηνοθέτης: «Ξεκίνησα να το διαβάζω στις 22.30 με το σκεπτικό πως θα διαβάσω το πολύ καμιά σαρανταριά σελίδες. Δεν μπορούσα να το αφήσω. Το διάβασα ολόκληρο και το τελείωσα στις 6 το πρωί. Την επομένη μίλησα στη γυναίκα μου για τους χαρακτήρες και τον τρόπο που το βιβλίο ‘κεντάει’ τις διαφορετικές ιστορίες καταγράφοντας την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και τη γενικότερη διαφθορά, που προκαλεί γέλιο και κλάμα μαζί. Και μου λέει ‘πρέπει να την γυρίσεις αυτήν την ταινία’. Εγώ αρχικά, όσο κι αν το ήθελα δεν το πίστευα, λόγω της θητείας μου στην κωμωδία… Αλλά το διεκδίκησα. […] Άλλωστε, ως πολίτης, ανεξαρτήτως του επαγγέλματός σου, καλείσαι να ψηφίσεις, οπότε όλοι πρέπει να ξέρουμε τι συμβαίνει γύρω μας».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ούτε RIP «ούτε καλό παράδεισο». Του Γιάννη Ανδρουλιδάκη

Λήγει η παράταση για τέλη κυκλοφορίας και κατάθεση πινακίδων