in

Οι φιλόσοφοι και ο θάνατος

Του Χρήστου Λάσκου

Simon Critchley, Το βιβλίο των νεκρών φιλοσόφων, Εκδόσεις Πατάκη, σελ. 524 (μετάφραση: Γιάννης Ανδρέου)

 

Ο ελεύθερος άνθρωπος για κανένα άλλο πράγμα δεν σκέφτεται λιγότερο απ’ ό,τι για τον θάνατο

Μπαρούχ Σπινόζα

Ο Σπινόζα, όπως είναι γνωστό, είναι ο κατεξοχήν φιλόσοφος της χαράς. Όλη του η διανοητική παραγωγή -καθόλου «εύκολη» στην πρόσβαση- έχει ως στόχο την εύρεση της χαράς, του τρόπου νάμαστε χαρούμενοι.

Γιατί «όταν δεν έχεις χαρά, δεν ζεις στην πραγματικότητα».

Ο Σπινόζα, ωστόσο, δεν είναι ο κανόνας, αλλά η πολύ μειοψηφική εξαίρεση.

Η πιο κοινή άποψη αναφορικά με το θέμα είναι πως η φιλοσοφία είναι «μελέτη θανάτου». Κι αν έχει μια σημαντική χρησιμότητα είναι να μας μάθει πώς να πεθαίνουμε.

Σε μια πολύ καθαρή διατύπωση, ο μεγάλος στωικός Ζήνων ο Κιτιεύς θα ισχυριστεί πως ο φιλόσοφος οφείλει «να παίρνει το χρώμα του θανάτου». Ο Σοπενχάουερ θα περιγράψει τη Γη ως «αποικία μελλοθανάτων», ενώ ο  Μπλεζ Πασκάλ, στις τρομερές  Pensées του, κομμάτια κι αποσπάσματα της μάχης που έδινε σε όλη του τη ζωή με τον κιγκεργκαρντιανό Φόβο και Τρόμο, γραμμένες σε μικρά χαρτάκια ατάκτως ερριμένα, θα δώσει την εξής περιγραφή:

«Να φανταστεί κανείς έναν αριθμό ανθρώπων αλυσοδεμένων, όλους τους να’ ναι καταδικασμένοι σε θάνατο, κι απ’ αυτούς οι μεν να βλέπουν κάθε μέρα τους δε να σφάζονται, κι όσοι απομένουν να βλέπουν τη μοίρα τους στους άλλους συντρόφους, και, παρατηρώντας οι μεν τους δε με οδύνη και απελπισία, να περιμένουν τη σειρά τους. Αυτή είναι η εικόνα της κατάστασης των ανθρώπων».

Κοντύτερα στην εποχή μας, ο Χάιντεγκερ θα περιγράψει ως βασικότερη ιδιότητα του ερριμένου στον κόσμο ανθρώπου το γεγονός πως δεν αποτελεί παρά ένα είναι-προς-θάνατον. Με τις παύλες να δηλώνουν τη συμπάγεια της υπόστασης.

Σε ό,τι μας αφορά, λοιπόν, ως ανθρώπους, πεπερασμένα πλάσματα ριγμένα στο πουθενά, οι περισσότεροι φιλόσοφοι, σε όποια σχολή κι αν ανήκουν, τελικά είναι και υπαρξιστές, με την ακριβή έννοια του όρου. Και συμφωνούν, μάλλον, με τον ορισμό του μεγάλου Κινέζου του 4ου π.Χ. αιώνα Ζουάνγκ Ζι  πως η ύπαρξη είναι το πέρασμα από την έλλειψη μορφής πριν από τη ζωή στην έλλειψη μορφής μετά τον θάνατο.

Αυτός, όμως, είναι ένας τρόπος για να βάλουν στην αναζήτηση τη μεταβλητή χωρίς την οποία καμία διερεύνηση του ζητήματος δεν είναι εφικτή, τη μεταβλητή του Χρόνου -έτσι με κεφαλαίο, ως κύριο όνομα εκείνου του Τιτάνα που τρώει τα παιδιά του.

Και τι είναι ο Χρόνος; Όχι για τη Σχετικότητα ή τη Κβαντομηχανική, αλλά για μας άμεσα, βλέποντάς τον κατάματα. Νομίζω πως μια από τις ωραιότερες παρουσιάσεις του έχει γίνει από τον Ray Bradbury στα καταπληκτικά Χρονικά του Άρη[1] . να, τι λέει:

«Πώς μύριζε ο Χρόνος; Σαν σκόνη και ρολόγια κι ανθρώπους. Κι αν αναρωτιέσαι πώς ακούγεται ο Χρόνος, ακούγεται σαν νερό που τρέχει σε μια σκοτεινή σπηλιά, και φωνές που κλαίνε, και χώμα που πέφτει στο καπάκι αδειανού  κουτιού, και βροχή. Και, για να προχωρήσουμε κι άλλο, πώς μοιάζει ο Χρόνος; Ο Χρόνος μοιάζει με χιόνι που πέφτει σιωπηλά σ’ ένα μαύρο δωμάτιο, ή μοιάζει με μια βουβή ταινία σ’ ένα αρχαίο θέατρο, μ’ εκατό δισεκατομμύρια πρόσωπα να πέφτουν σαν τα μπαλόνια που αφήνουν την Πρωτοχρονιά, να πέφτουν προς τα κάτω, κάτω, στο τίποτε. Έτσι μύριζε, έτσι έμοιαζε κι έτσι ακουγόταν ο Χρόνος».

Ο Κρίτσλεϊ, με το βιβλίο του, μας δίνει τη δυνατότητα ν’ ασχοληθούμε με το θέμα του θανάτου, του οδυνηρά πεπερασμένου μας, του παμφάγου Χρόνου, φτιάχνοντας μια σχετική Ιστορία της Φιλοσοφίας. Καλύτερα ένα Λεξικό, με 190 περίπου λήμματα, καθένα αφιερωμένο σ’ ένα φιλόσοφο, στις απόψεις του για το θάνατο, αλλά και στον αληθινό του θάνατο. Τον θάνατο αυτού του ίδιου και της σχέσης του θανάτου του με τις απόψεις που διατύπωσε στο ενδιάμεσο των δύο αιωνιοτήτων που περιβάλλουν ασφυκτικά τη ζωή του.

Ο Πυθαγόρας προτίμησε να τον σφάξουν παρά να διαβεί ένα χωράφι με κουκιά.

Ο Ηράκλειτος πέθανε από ασφυξία εκουσίως σκεπασμένος με κοπριά αγελάδων.

Ο Αριστοτέλης πέθανε παίρνοντας δηλητήριο.

Ο Εμπεδοκλής βούτηξε με την θέλησή του στην Αίτνα.

Ο Διογένης, όπως και ο Ζήνων ο Κιτιεύς πέθαναν κρατώντας την ανάσα τους.

Ο Αβικένας πέθανε από όπιο κι αφού προηγουμένως το είχε παρακάνει στο σεξ.

Ο Ακινάτης πέθανε χτυπώντας το κεφάλι του στο κλαδί ενός δέντρου.

Ο Μπέικον πέθανε επειδή καθόταν στους δρόμους του Λονδίνου μες το κρύο και παραγέμιζε ένα κοτόπουλο με χιόνι, για να μελετήσει την επίδραση της ψύξης.

Ο Λα Μετρί  πέθανε έχοντας καταβροχθίσει τεράστιες ποσότητες πατέ τρούφας.

Ο Ντιντερό πνίγηκε τρώγοντας κομπόστα.

Ο Σλικ δολοφονήθηκε από ένα διαταραγμένο φοιτητή του.

Ο Μπαρτ χτυπήθηκε από ένα φορτηγάκι καθαριστηρίου.

Ο Έιερ στραβοκατάπιε μια μπουκιά σολομό.

Ο Ντελέζ πήδηξε από το παράθυρο.

Ο Κρίτσλεϊ παραθέτει πολλαπλάσια αντίστοιχα «ανέκδοτα», σχολιάζοντας: «Ο θάνατος είναι δίπλα και πλησιάζει ολοένα. Πλάκα δεν έχει;» (σελ. 46).

Πράγμα που δείχνει πως  ένα από τα ιδιαίτερα πλεονεκτήματα της πραγμάτευσης του Κρίτσλεϊ είναι πως το βιβλίο του δεν είναι καθόλου «σκοτεινό». Από κάποιες απόψεις, μάλιστα, μπορεί να θεωρηθεί ευχάριστο, έως και διασκεδαστικό.

Σίγουρα, πάντως, είναι επίκαιρο. Σε μια εποχή, όπου ο θάνατος πλανάται με πολλές μορφές σε όλη την έκταση του πλανήτη, μέσω πολλαπλών και τρομερών κρίσεων, ενώ ταυτόχρονα οι άνθρωποι ζουν μια ακραία μορφή παροντισμού, μιας προσήλωσης στο παρόν σα να μην υπάρχει αύριο, αποδιώχνοντας, με τους πιο ευφάνταστους και ανόητους τρόπους, το δεδομένο της φθοράς και της εκμηδένισης, οι προβληματισμοί που αναπτύσσει ο Κρίτσλεϊ μπορούν να αποδειχτούν ιδιαίτερα παραγωγικοί.

Γιατί, όπως πρόσφατα το έθεσε ο Γκαντάμερ μπορεί  «η ελπίδα [να] έχει απομείνει πια τόση δα», υψώνοντας το χέρι και δείχνοντας μια χαραμάδα ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρα, «αλλά οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζουν χωρίς ελπίδα». Και η ελπίδα δεν μπορεί παρά να μιλά με τη φωνή, όχι του cyborg, αλλά της ανθρωπότητας. Από την ανάποδη, μπορούμε να σαρκάσουμε μαζί με τον Μποντριγιάρ:

«Μια χαρά τα διευθετεί όλα ο θάνατος, αφού το ίδιο το γεγονός της απουσίας σου καθιστά τον κόσμο μέρος λιγότερο άξιο για να βρίσκεσαι».

Ή με αντίστοιχα εμπνευσμένο τρόπο, ας κλείσουμε με ένα παράθεμα από το βιβλίο.

«Ο Σωκράτης όχι μόνο δηλώνει άγνοια ως προς το αν υπάρχει μεταθανάτια ζωή, αλλά θέτει και το ερώτημα: τι είναι προτιμότερο, η ζωή ή ο θάνατος; […] Το ξεύρει μόνον ο Θεός», είπε ο Σωκράτης στη δίκη του. Μια παραπλήσια σκέψη, μάλιστα, διαφαίνεται στο Θαλή, που είθισται να θεωρείται ο πρώτος φιλόσοφος -τη γοητευτική ιστορία αφηγείται τον 3ο αι. μ.Χ. ο Διογένης Λαέρτιος […]:

”Έλεγε ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στον θάνατο και στη ζωή. «Τότε κι εσύ», του είπε κάποιος, «γιατί δεν πεθαίνεις;».

«Διότι», είπε, «δεν υπάρχει διαφορά»”.»

 

[1] Ray Bradbury, Τα χρονικά του Άρη, Εκδόσεις Άγρα, σελ. 370 (μετάφραση: Δημήτρης Αρβανίτης)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Η ανεργία ως ατομική ευθύνη και το κράτος τιμωρός

Ιερέας στην Πιερία είπε σε όσους έχουν σκύλο να μην πηγαίνουν εκκλησία και να τους ρίξουν φόλα