in

Ο «ρεαλιστικός» συμβιβασμός με τον κόσμο του κεφαλαίου οδηγεί τους ανθρώπους στην κατάθλιψη

Του Δημοσθένη Παπαδάτου – Αναγνωστόπουλου

Πλάνο από την ταινία "Τα παιδιά των ανθρώπων" (2006), του Αλφόνσο Κουαρόν, που συζητιέται στο βιβλίο.

Mark Fischer, Καπιταλιστικός ρεαλισμός (Θέμης Πανταζάκος, Γιάννης Γαλιάτσος), futura 2015, σσ. 117

Κατά ειρωνική τύχη, ο Καπιταλιστικός ρεαλισμός βγήκε στα ελληνικά το θαυμαστό έτος 2015 – εφτά χρόνια αφού κυκλοφόρησε στην Αγγλία. Συζητήθηκε από τότε σε πολλά άρθρα, δάνεισε τη φήμη του σε μια σημαντική εικαστική έκθεση στην Ελλάδα, και ακόμα σήμερα απασχολεί ακαδημαϊκές και κινηματικές συζητήσεις. Αν απασχόλησε και απασχολεί τόσο, είναι γιατί μιλά για μια κοινή εμπειρία: ο καπιταλιστικός ρεαλισμός, εξηγεί ο Φίσερ, είναι «μια διάχυτη ατμόσφαιρα, που επηρεάζει όχι μόνο την παραγωγή κουλτούρας αλλά και τη ρύθμιση της εργασίας και της εκπαίδευσης, και επιδρά σαν ένα είδος αόρατου φράγματος που οριοθετεί τη σκέψη και τη δράση» (σ. 29).

Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για την πολιτισμική «λογική» του σύγχρονου καπιταλισμού – με τον όρο «πολιτισμική» να μην εξαντλείται στα πολιτιστικά τεκταινόμενα: τη δεκαετία του ’80, ο Φρέντρικ Τζέιμσον την ανέλυσε διεξοδικά στο βιβλίο του για το Μεταμοντέρνο. Ακόμα τότε, όμως, λέει ο Φίσερ, υπήρχαν πολιτικές εναλλακτικές. Τότε, ακόμα, ο μοντερνισμός, η πίστη στις επαναστατικές δυνατότητες (στην τέχνη αλλά και στην ιστορία), απορριπτόταν ριζικά. Η διαφορά είναι ότι, σήμερα, η πίστη αυτή ενσωματώνεται στον καπιταλιστικό ρεαλισμό από πριν: μπορεί μια χαρά να αποτελεί αισθητική –στυλ–, αλλά σε καμία περίπτωση πεποίθηση ή ιδεώδες για το πώς να ζούμε:

Το «εναλλακτικό» και το «ανεξάρτητο» –γράφει ο Φίσερ– δεν συνιστούν κάτι εξωτερικό της κυρίαρχης κουλτούρας – αντίθετα είναι στυλ, τα κυρίαρχα στυλ, μέσα στο κυρίαρχο. Κανείς δεν ενσωμάτωσε (ούτε αντιμετώπισε) περισσότερο αυτό το αδιέξοδο από τον Κερτ Κομπέιν και τους Nirvana [που] έμοιαζε να δίνει φωνή στη μελαγχολία της γενιάς που ήρθε «μετά την ιστορία», της οποίας κάθε κίνηση ήταν αναμενόμενη, υπό παρακολούθηση, πουλημένη και αγορασμένη πριν καν συμβεί (σ. 18).

Αντίστοιχα, λέει ο Φίσερ, και στην πολιτική. Δεν είναι ότι δεν υπάρχει αντικαπιταλισμός· ούτε ότι δεν επιτρέπεται να συζητάμε πόσο κακός είναι ο καπιταλισμός. Όλοι το λένε. Ήδη, όμως, από τα χρόνια του Σιάτλ και της Γένοβας, «το λεγόμενο αντικαπιταλιστικό κίνημα φαινόταν κι αυτό να έχει υποκύψει κατά πολύ στον καπιταλιστικό ρεαλισμό. Καθότι ανήμπορο να προτείνει ένα συνεκτικό εναλλακτικό πολιτικό-οικονομικό μοντέλο, προέκυπτε η υποψία ότι ο πραγματικός του στόχος ήταν […] να μετριάσει τις χειρότερες υπερβολές [του καπιταλισμού] […] Οι διαδηλώσεις γενικά αποτελούν απλά ένα καρναβαλικό θορυβώδες παρασκήνιο του καπιταλιστικού ρεαλισμού» (σ. 25-6). Σε αντίθεση, λοιπόν, με τη δεκαετία του ’80, «αυτό που έχουμε να αντιμετωπίσουμε σήμερα είναι μια πολύ βαθύτερη, πολύ πιο διαβρωτική αίσθηση εξάντλησης, πολιτισμικής και πολιτικής στειρότητας» (σ. 15).

Δεν είναι πρόβλημα μόνο του Φίσερ ότι η πολιτισμική κριτική περιορίζεται στην ανάδειξη της σκοτεινής πλευράς και των ορίων· η ανάδειξη των δυνατοτήτων θα προϋπέθετε να κατέβει η ανάλυση στον «πεζό» κόσμο της πολιτικής, της οικονομίας, των διεθνών σχέσεων. Με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων ανάγνωσης, ξέρουμε ότι ο Φίσερ κάνει λάθος: η εξάντληση, για την οποία μιλά στο βιβλίο του, αποδείχτηκε βραχύβια. Ο Φίσερ γράφει το 2008: μόλις το 2010-11 ανθίζουν η αραβική Άνοιξη οι πλατείες της Αγανάκτησης, τα κινήματα, η «Νύχτα Ορθίων» και τα «Γιλέκα», εξεγέρσεις, μαζικές (και ενίοτε νικηφόρες) διαμαρτυρίες: στη Χιλή, την Αλγερία, το Χονγκ-Κονγκ, την Ινδία, την Αργεντινή – παντού.

«Εξαντλημένοι» τα έκαναν αυτά· και η συγκεκριμένη ανάλυση του «πώς», έστω εκ των υστέρων, θα φώτιζε ό,τι δεν μπορεί η πολιτισμική κριτική.
Ναι, θα αντιτείνει κανείς: αλλά η καταστολή αυτής της σημαντικής κίνησης τροφοδοτεί ακόμα σήμερα τη «ρεαλιστική» κατάθλιψη, ο ίδιος ο Φίσερ μας δίνει ένα κλειδί για την κλειστή πόρτα που πέφτει πάνω μας, παρατηρώντας:

Ο [καπιταλιστικός] ρεαλισμός […] είναι ανάλογος με την οπτική γωνία ενός καταθλιπτικού: για τον καταθλιπτικό, κάθε θετική κατάσταση, κάθε ελπίδα, «είναι μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση» (σ. 13).

Στο όνομα του πραγματισμού, για να μην αεροβατεί και να μην λέει ψέματα στον εαυτό του, ο καταθλιπτικός (δηλαδή κάποτε ή, εν δυνάμει, όλοι μας…) σκοτώνει προκαταβολικά κάθε υποψία ελπίδας ως ανεδαφική: η βεβαιότητα για την απουσία καλύτερου μέλλοντος, η «προδιαγεγραμμένη» πορεία προς τη δυστοπία, είναι, στη λογική του, η μόνη ορθολογική («ρεαλιστική») θέαση των πραγμάτων. Δάσκαλος στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, επιδραστικός συγγραφέας και μπλόγκερ (kpunk), ο ίδιος ο Φίσερ μίλησε δημόσια για την κατάθλιψη ως πολιτικό ζήτημα. Η αξία της παρέμβασής του κάθε άλλο παρά αναιρείται από την αυτοκτονία του, το 2017 – μόλις στα 48 του. Το αντίθετο: προσφέρουμε υπηρεσίες στη ζωή, αντέχοντας να δουλεύουμε για την καταστροφή της «ρεαλιστικής» κατάθλιψης – του «ρεαλισμού» που μας καταστρέφει.

Δεν είναι καθόλου απλό. Μπροστά στη ροή και στην ισχύ των πραγμάτων, συχνά παίρνουμε το λόγο απλά για να περιγράψουμε την πορεία προς το «αναπόφευκτο» φρικτό, απαριθμώντας και αθροίζοντας ένα σωρό καθημερινά πειστήρια. Ακόμα χειρότερα: αυτή μας η ματιά έχει –ή επικαλείται– ως συνήγορο την ιστορία: με τόσα που είδαμε, με τόσα που μάθαμε, «εκεί» (στον όλεθρο) πάει το πράγμα. Η ιστορία, παραθέτει ο Φίσερ από τους Παράκαιρους Στοχασμούς του Νίτσε, μπορεί να διαβάζεται με τρόπο που κάνει την αδράνεια και την πρόγνωση του μάταιου αγώνα «αυτοεκπληρούμενη προφητεία»: καταστροφή της δυνατότητας να αναστοχαζόμαστε και να περνάμε στη δράση. Η ιστορία

μπορεί να οδηγήσει σε μια επικίνδυνη διάθεση αυτοειρωνείας […] και συνεπώς μέσα σε μια ακόμα πιο επικίνδυνη διάθεση κυνισμού […] αυτή είναι η κατάσταση του νιτσεϊκού τελευταίου Ανθρώπου, ο οποίος έχει δει τα πάντα, αλλά είναι αποδυναμωμένος σε σημείο παρακμής ακριβώς από αυτή την υπερβολή της (αυτοσυνείδησης) (σ. 14).

Το βιβλίο του Φίσερ δεν μένει στη διάγνωση του προβλήματος. Αν ο καπιταλισμός αυτοπαρουσιάζεται σαν «αρχή της πραγματικότητας», εμείς χρειάζεται, λέει, να αναδείξουμε το Πραγματικό: το φρικαλέο, που ξεφεύγει από το λόγο και τη δυνατότητα να το κάνουμε εικόνα: το καθόλου αναγκαίο φρικαλέο. Στα χρόνια, για παράδειγμα, που το βρετανικό εθνικό σύστημα υγείας καλείται να αντιμετωπίσει συχνότερα απ’ οτιδήποτε την κατάθλιψη (σ. 37),

αντί να αποδεχόμαστε την τεράστια ιδιωτικοποίηση του άγχους που έχει λάβει χώρα τα τελευταία τριάντα χρόνια, θα πρέπει να αναρωτηθούμε για το πώς έχει γίνει κοινός τόπος ότι τόσοι άνθρωποι, και ειδικά τόσοι νέοι άνθρωποι, ασθενούν (σ. 34).

Στα χρόνια του καταθλιπτικού ηδονισμού –της ανικανότητας να τελειώσουμε οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα πέρα από το κυνήγι της απόλαυσης– (σ. 38), αξίζει να σκεφτούμε μήπως, τόσος «νομαδισμός» και «αυθορμητισμός», είναι φλερτ με την ψυχική αποδιοργάνωση, το άγχος και την κατάθλιψη (σ. 57-58) – ή/και αδυναμία να δούμε ή να προβάλλουμε τον εαυτό σε κάποιο, στοιχειωδώς σταθερό, μέλλον. Αν η (ψυχική) υγεία και η ασθένεια δεν είναι κοινωνικά προσδιορισμένες, τότε θα πρέπει να πιστέψουμε τις φαρμακοβιομηχανίες που στηρίζουν προσδοκίες κερδοφορίας πάνω στη νευρολογική (χημική-βιολογική) τεκμηρίωση της ασθένειας.

Στα χρόνια του «φιλελεύθερου κομμουνισμού» –όταν δηλαδή η φιλανθρωπία των καπιταλιστών προτείνεται ως μόνη δυνατότητα διόρθωσης των καπιταλιστικών ακροτήτων–,να σκεφτούμε ότι «οι νεοφιλελεύθεροι υπήρξαν περισσότερο λενινιστές από τους λενινιστές, χρησιμοποιώντας τα thinktank τους ως πνευματική εμπροσθοφυλακή για να δημιουργήσουν την ιδεολογική κλιμάκωση μέσα στην οποία ο καπιταλιστικός ρεαλισμός θα μπορούσε να ανθίσει» (σ. 48).

Τώρα είναι επίκαιρο: τώρα που ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής (τροφίμων) προκαλεί μια φονική πανδημία· που ο ίδιος τρόπος παραγωγής (εμβολίων και υπηρεσιών υγείας) υπονομεύει την αντιμετώπιση της πανδημίας· που ο ίδιος δημοσιεύει σενάρια γενικευμένης φτώχειας, πολέμων, νέων πανδημιών, αυταρχισμού και μαζικής κατάθλιψης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Loading…

0

Αρνείται τη χορήγηση ορού ο Δ. Κουφοντίνας, η υγεία του σε κρίσιμη κατάσταση – Αύριο η συνέντευξη τύπου με πολίτες της Θεσσαλονίκης

Ξεσηκωμός διαρκείας: Κατάληψη της Πρυτανείας και καθημερινές φοιτητικές κινητοποιήσεις