in

Ο ποιητικός χορός των απωλειών. Της Αθηνάς Παπανικολάου

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Συρτός στα τρία, εκδόσεις Πανοπτικόν, 2023, σελ.

Στη Δυτική Μακεδονία και σε χωριά της Ηπείρου, στους γάμους, στις «χαρές» όπως τους λένε εκεί, το γλέντι ξεκινά με ένα «νουμπέτι», έναν καθιστικό σκοπό, ένα μοιρολόι για όσους έφυγαν από τη ζωή και δεν μπορούν πια να μοιραστούν τη χαρά με τους δικούς τους. Οι γλεντοκόποι αποτίνουν φόρο τιμής στη μνήμη των ανθρώπων τους. Οι συμποσιαστές στο γαμήλιο τραπέζι δεν κλαίνε ή, αν τύχει παρ’ ελπίδα να συμβεί αυτό, σκουπίζουν γρήγορα τα δάκρυα για να μη μιάνουν τον γάμο και τύχη κακή πέσει στο νέο ζευγάρι. Κρατούν τον κόμπο και τον λυγμό στον λαιμό τους, μέχρι ν’ αρχίσουν οι χοροί και η τελετουργία της μνήμης, που ένωσε προς στιγμήν τον κάτω με τον πάνω κόσμο, τους νεκρούς με τους ζωντανούς, να δώσει το έναυσμα στα τραγούδια της αγάπης και της ζωής, στις ωδές της χαράς. Ακόμα και ο «νυφιάτικος», δηλαδή ο πρώτος χορός που τον ανοίγει η νύφη, είναι βαρύς, στρωτός συρτός, χωρίς εξάρσεις, χωρίς μεγάλο διασκελισμό και γρήγορο τέμπο. Τουναντίον, χορεύεται με μικρά βήματα, σαν να θέλουν οι μεγαλύτεροι, που διάβηκαν αυτό το στάδιο, να της πουν πως η ζωή που ξεκινά θέλει περίσκεψη, θέλει αργούς ρυθμούς, γιατί θα έχει βάσανα και πόνο, γιατί «πολλά θα της διαφύγουν από τον σχεδιασμό του βίου» καθώς λέει κι ο στίχος της Καραγιαννίδου, μπροστά της οι απώλειες και η πρώτη από αυτές είναι η οριστική απομάκρυνση, ο χωρισμός από τους δικούς της. Σε αυτόν τον μεγαλοπρεπή και αργό ρυθμό των χωρισμών, με βηματισμό λιτό και βαρύ μας καλεί η ποιήτρια να χορέψουμε με τον τίτλο και το μότο της συλλογής.

Συρτός από το αρχαιοελληνικό ρήμα σύρω, όπως η ζωή μας σέρνει κατευθείαν στον χαμό. Ο χορός μνημονεύεται στην Επιγραφή του Επαμεινώνδα, μέσα του 1ου αιώνα μ. Χ, που βρέθηκε στη Βοιωτία και αναφέρει: “Τὰς δὲ πατρίους πομπὰς μεγάλας καὶ τὴν τῶν συρτῶν πάτριον ὄρχησιν θεοσεβῶς ἐπετέλεσεν”, δηλαδή “με θεοσέβεια τέλεσε τις μεγάλες πατροπαράδοτες (εθνικές) πομπές και την εθνική όρχηση του συρτού”.

Με θεοσέβεια και η ποιήτρια επιτέλεσε την όρχηση του ποιητικού λόγου, ακολουθώντας «τας πατρίους πομπάς» με ένα ευφυέστατο δάνειο, τη λαϊκή σοφία του δημοτικού τραγουδιού πάντα ως υπότιτλο και σποραδικά ως κατακλείδα, ενώνοντας αριστοτεχνικά τον παραδοσιακό τρόπο έκφρασης με την αλληγορία του μοντερνισμού.

Ο ποιητικός τόπος της Ειρήνης Καραγιαννίδου, όπου συμφύρονται οι δύο τρόποι, καθίσταται ολοφάνερος από το πρώτο ποίημα της συλλογής. Είναι ο θάνατος και η μνήμη. Δεν είναι τυχαίος κι ο τίτλος του πρώτου ποιήματος «Εξόδιο». Λογικά ο εξόδιος στίχος έρχεται στο τέλος. Εδώ εγκαινιάζει τη συλλογή και δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Για τον οριστικό χωρισμό στιχουργεί η ποιήτρια και παρά τη δηλωμένη εξ αρχής αντιπάθεια της στις μνημόσυνες τελετουργίες.

«Αντιπαθώ θανάσιμα κάθε λογής μνημόσυνα Τρισάγια, γενέθλια, γάμων επετείους και ονομαστικές εορτές προπάντων ό,τι συνοδεύει επί τη ευκαιρία τόσων χρόνων», δεν μπορεί να κρύψει την αγωνία της για την απώλεια της μνήμης.

Ποιος είναι τελικά ο θάνατος; Το βιολογικό σβήσιμο της μορφής ή η απώλεια της ενθύμησής της; «Φαντάσου η μνήμη να μην είναι όπως λένε άφθαρτη κι αιώνια Να κουράζεται να ταξιδεύει κι αργά αλλά σταθερά να φυλλορροεί κι αυτή»

Η απάντηση έρχεται καθησυχαστική στους επόμενους στίχους. Δεν σβήνει όλη. Ένα κομμάτι της προλαβαίνει και παίρνει ο νεκρός μαζί του. Αυτή η μνήμη που συντίθεται σαν μελωδία από συχνά ανεπαίσθητες, επαναλαμβανόμενες κινήσεις, ήχους, εκφράσεις της καθημερινότητας, παραδίδεται σαν σκυτάλη στον επόμενο και επόμενο και επόμενο …που αποχωρεί από τα εγκόσμια. Ο καθείς και η καθεμία με τις μνήμες του. Και αφού λοιπόν η ποιήτρια δηλώνει ευθαρσώς και κοφτά στον υπότιτλο του Εξοδίου «Τραπέζια να μην βάλετε, τραγούδια να μην πείτε» αναθέτει στην τέχνη της, οξύμωρο το σχήμα είναι αλήθεια καθώς αναπαράγει τις αντιφάσεις των ζωντανών, να στρώσει η ίδια το μνημόσυνο τραπέζι, πάνω στο οποίο θα πλάσει ένσαρκα τις μορφές της, δίνοντας σε κάποιες από αυτές και ονόματα, αλλά ταυτόχρονα και τις σκέψεις και τη φιλοσοφία της, τον χρόνο, τους μύθους και το ιστορικό παρελθόν, υλικά που συμπλέκονται και διαχέονται στο ποιητικό σώμα μορφοποιώντας το παρόν. Η μνήμη και επομένως και η ποίηση της Ε. Καραγιαννίδου έχουν υλικό σώμα, έχουν υπόστρωμα το βίωμα και τη συνακόλουθη γνώση της ανθρώπινης περιπέτειας. Γνώση που δεν στέκεται μόνο στο προσωπικό, στο τοπικό ή εθνικό αλλά και στο παγκόσμιο και αιώνιο, με τον τρόπο, ας μου επιτραπούν οι αναλογίες, που η αρχαία τραγωδία μεταμορφώνει το ατομικό σε συλλογικό και το καθιερώνει σε διαχρονικό ζήτημα, με τον τρόπο που το δημοτικό τραγούδι του ανώνυμου δημιουργού, οικειώνει σε πανεθνικό επίπεδο τα ασήμαντα αλλά και το σημαντικά γεγονότα του βίου, με τον τρόπο, τέλος, που ο κύκλιος χορός ενώνει τα χέρια και τα βήματα της κοινότητας στην πιο ομαδική της έκφραση, ώστε το σύνολο κατά το αριστοτελικό σχήμα να υπερβαίνει το άθροισμα μονάδων και να γίνεται ενιαίο σώμα και ψυχή. Διάσπαρτα σπαράγματα βιωμάτων, ιστορίας, μύθων, προσώπων, αγίων, στήνουν στο αλώνι τον συρτό και μας καλούν να μπούμε στον χορό. Δυναστικά σε όλα κυριαρχεί η απώλεια. Αντιγράφω:

Ξέπλεκα είχε τα μαλλιά

Στη Θάσο η Ελένη –Καταγωγή απ’ τον Πόντο

Όπως και κείνη η Αργεία

έσερνε τον χορό…

Ξεκίνησαν μαζί με αυτήν κι οι μοίρες

να πιάσουνε στεριά

ως είθισται σ’ απανταχού τις ιστορίες

άμα μυρίσουν σφάγιο κι ιδρώτα κρύο..

Κι αλλού γράφει:

Θαρρώ πως από τη Μαρία Αιγυπτία

ήταν που έμαθες

ότι μπορείς ν’ αφήσεις το κορμί σου

στο έλεος της ξηρασίας…

κι αλλού το τοπόσημο της παγκόσμιας οδύνης

Γι’ αυτό και λέμε βίος αβίωτος

Στερημένος δηλαδή

Όπως η ηρωίδα στα κοινά τα παραμύθια

Στεγνή κι όλο στεγνή

Κάθε απόψε

Τάχα και πως στη δική σου χώρα

Δεν τη λένε Χιροσίμα

Ο μείζων ποιητής Τάκης Σινόπουλος είχε ομολογήσει μιλώντας για το έργο του:

«Το παιχνίδι των ίσκιων με δαιμόνιζε τότε όπως τώρα οι νεκροί δυο δυο στη μνήμη. Κάθε ποίημα συναξάρι νεκρών και γνωστών και αγνώστων»

Ο ΣΥΡΤΟΣ ΣΤΑ ΤΡΙΑ συνιστά κατ’ αναλογία ένα συναξάρι πολλών απωλειών, ένα τοπίο θανάτου, στο οποίο οι μορφές και οι περιστάσεις της ζωής διατέμνονται από την ποιήτρια ώστε να ανιχνευθεί κάθε εκδοχή του. Είναι η άλλη όψη του νομίσματος που σκεπάζει τα χείλη του νεκρού, είναι τα χάλκινα ή χρυσά προσωπεία σε τάφους αρχαϊκούς των Μυκηναίων, στα οποία πίσω από την παγερή νεκρική όψη κρύφτηκε μια ολόκληρη ζωή.

Στα ποιητικά τοπία της συλλογής εισέρχονται απροσδόκητες εικόνες και οι λέξεις διαστέλλονται για να τις εγκιβωτίσουν και να τις νοηματοδοτήσουν συμβολικά. Χρηστικά αντικείμενα της καθημερινότητας, γιορτές, κινήσεις, λόγια, τροφές, αρώματα και μυρωδιές, γεωγραφία και ιστορικά γεγονότα, ευαγγελικές ιστορίες, θρησκευτικά πρόσωπα και σύμβολα, αντάμα με τα όνειρα συνθέτουν τον βίο και την ίδια στιγμή αποσαρθρώνονται με σαρκασμό, αποκαλύπτοντας στον πυρήνα τους το αναπόφευκτο του τέλους. Η αντίθεση ζωής –θανάτου κυριαρχεί σε όλα. Η αγιότητα που προϋποθέτει τη θυσία και το ίδιο το βάσανο της ποιητικής πράξης δεν δύνανται να αποτρέψουν το μοιραίο. Αυτή η διαπίστωση ας μην εκληφθεί ως θανατολαγνεία, αλλά ως βαθιά αποδοχή της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, αφού μόνο αυτή συνειδητοποιεί τη διαδρομή της.

Για του λόγου το αληθές , σημειώνω χαρακτηριστικούς στίχους

από τα ποιήματα ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ και ΠΕΡΑ ΣΕ ΨΗΛΗ ΡΑΧΟΥΛΑ

«Σκορδαλιές και ξιγκιές-οι μυρωδιές

περνάνε σίγουρα στο αίμα

Μιαν αφορμή γυρεύουνε να ξαναγεννηθούν

Κυρίως αν σε πιάσουνε στον ύπνο

Μαύρα νύχια, σβέρκο ακούρευτο

Τσίκνα η απελπισία στις γιορτές»

«Και οι άντρες μιλημένοι εκ των προτέρων

Όταν η ανάμνηση κάποιου νεροσωλήνα στον πλίνθινο εκείνο τάφο του βουνού βγαίνει στην επιφάνεια»

«Φεύγουνε για τον πόλεμο πεζοί

Άμποτε να μας πάρουν και εμάς ίσια στη θάλασσα

Τσολιάδες του τριάντα εννιά και του σαράντα δύο»

Δεν είναι λοιπόν μόνο ο τίτλος που παραπέμπει σε μια λαϊκότητα των πηγών έμπνευσης. Όλο το υλικό που οικοδομεί το ποιητικό σώμα λες και αντλήθηκε από τα χαρτάκια του Ψυχοσάββατου, αυτά που οι γυναίκες του λαού ονομάζουν ψυχοχάρτια και ψιθυρίζουν τα γραμμένα ονόματα την ώρα της λειτουργίας, γιατί δεν πρέπει να ξεχαστούν, γιατί «τα ονόματα εκείνων που ξεχάστηκαν κάποτε σηκώνουν μπαϊράκι». Η ποίηση αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο, να ανάψει το κερί της μνήμης, να διαβαστούν τα ονόματα, να ηττηθεί η λήθη, γιατί αυτή η ίδια είναι ο θάνατος.

Για τους παραπάνω λόγους, θεωρώ πως ο πιο ταιριαστός υπότιτλος στη συλλογή είναι «Το Νουμπέτι της Ειρήνης». Αυτός ακριβώς ο κόμπος και ο λυγμός, που ενώνει την ίδια στιγμή τον θάνατο με τη ζωή, στέκεται στον λαιμό, καθώς διαβάζει κανείς τον ΣΥΡΤΌ ΣΤΑ ΤΡΙΑ. Μια χαρμολύπη τον χτυπάει κατάστηθα. Η συλλογή διαβάζεται όπως μια βραδινή προσευχή, με την οποία η επανάληψη των λέξεων κατευνάζει τον ημερήσιο πόνο. Έτσι είναι να σε βρίσκει η ποίηση και να μην σε αφήνει, να σε παίρνει και να σε σηκώνει στο χορό στα τρία, και μόνο στο τέλος του ποιήματος να σε σταματά η μία και μοναδική τελεία, ακριβώς όπως τελειώνει η μουσική και τα χάλκινα όργανα παίζουν την τελευταία νότα, αλλά ο εσωτερικός ρυθμός αρνείται να υπακούσει και κρατάει για ώρα ο εσωτερικός κραδασμός, σαλεύοντας όλα τα κύτταρα του χορευτή. Ακριβώς όπως ο θάνατος, στο αμετάκλητο τέρμα, στον έσχατο σπασμό. Και όπως ο Συρτός στα τρία είναι ο χορός που πρωτομάθαιναν όλοι σε μικρή ηλικία γιατί έχει αργό τέμπο και απλά βήματα, γι΄αυτό και θεωρείται ο «γεννήτωρ» των ελληνικών χορών, έτσι και τα ποιήματα της συλλογής οδηγούν στίχο τον στίχο, με αργά και στιβαρά βήματα, στον κόσμο της ποιήτριας, σαν μια διαδικασία μύησης και ενηλικίωσης, εισχωρώντας στον μύθο και την απομυθοποίηση συνάμα της ζωής, που μόνο ανάλαφρη δεν είναι. Φροντίζει όμως η ποιήτρια να αποφορτίζει τη σκηνή σε κάθε κλείσιμο, με τον λεπτό σαρκασμό είτε του παραδοσιακού στίχου «Χάθηκε τ’ αλογάκι, μαμάκα φώναζε, αχ μανούλα» «Σήκω καημένε Κωνσταντήηηη , το τσούζει απόψε η ψύχρα» είτε μιας πρότασης που λειτουργεί ως γνωμικό και υποκινεί τον στοχασμό στα αιώνια και οικουμενικά ζητήματα του ανθρώπινου βίου «σκέψου οδύνη που έχουν τα μηρυκαστικά» «δε συγκινείται το κενό με σαματάδες» «ώστε είναι αδύνατον να καταλάβουμε πώς πέρασε τα σύνορα η ώρα» «τσίκνα η απελπισία στις γιορτές».

Η ποιήτρια γνωρίζει πως τον οξύ πόνο του χαμού, οποιουδήποτε χαμού, και με τον χλευασμό στα ίσα τον πολεμάς, κι ας γδέρνεσαι στα κοφτερά του δόντια. Σαν την πρωτοχορεύτρια, υψώνει το μαντήλι και κοιτάζει στα μάτια τους συγχορευτές για να δώσει το σήμα της έναρξης. Σαν τον αφέτη, ρίχνει την πιστολιά στην αφετηρία και δεν αφήνει περιθώρια λάθους στην εκκίνηση μα ούτε και θολώνει ορίζοντα πριν φτάσουν οι δρομείς στο τέρμα της διαδρομής.

Η ποίηση κατά τον Τέρρυ Ήγκλετον, γράφει η Αθηνά Βογιατζόγλου στον συλλογικό τόμο για τον στοχασμό και το έργο του μεγάλου μαρξιστή διανοητή και θεωρητικού της Λογοτεχνίας (Τέρρυ Ήγκλετον, Κείμενα για τη ζωή, την ποίηση, την πολιτική, εκδόσεις Το Πέρασμα) είναι «μια εκφραστικά επινοητική ηθική δήλωση, κατασκευασμένη από απτά υλικά, συνυφασμένη με την κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα και βαθιά συνδεδεμένη με τις σωματικές λειτουργίες μας… η ιστορία των ποιητικών μορφών δεν είναι παρά ένας τρόπος να γραφτεί η ιστορία των πολιτικών πολιτισμών. Σε έναν ταχύρρυθμο και εικονικό κόσμο όπου, όπως η παράδοση, το ίδιο το βίωμα, τείνουν ως αξίες να καταργηθούν, η ποίηση με την άκρα συμπύκνωση και τον αργό αναγνωστικό χρόνο που προϋποθέτει, περνάει βαθιά κρίση , καταλήγοντας να είναι σε αντίθεση με το μυθιστόρημα λόγος κοινωνικά περιθωριακός». Αν λοιπόν, η ποίηση στον 21ο αιώνα έχει έναν κρίσιμο ρόλο, σύμφωνα με τον Βρετανό στοχαστή, αυτός είναι να αναζητήσει «τις λεπτές αποχρώσεις της σημασίας αλλά και τις λιγότερο λογικές ή άρρητες διαστάσεις της ύπαρξης μας», ισορροπώντας ανάμεσα στο αντικειμενικό και το ενστικτώδες, το αποστασιοποιημένο και το συγκινησιακά φορτισμένο, χωρίς να ξεχνά πως οι αναγνώστες της μετέχουν σε μια κοινή κουλτούρα, όπως μετέχει για παράδειγμα στη συλλογή της Ειρ. Καραγιαννίδου, το δημοτικό τραγούδι. Ο ΣΥΡΤΟΣ ΣΤΑ ΤΡΙΑ με άλλα λόγια, εκφράζει ποιητικά τον πολιτικό μας πολιτισμός με τα δομικά υλικά της μνημόσυνης τελετουργίας.

Καθώς ολοκληρώνονταν αυτό το κείμενο, από τύχη αγαθή, διάβασα τον παρακάτω ορισμό του θανάτου στο πεζοποίημα του Αποστόλη Καραπαναγή (εκδ. Ίνδικτος 2017), με τον τίτλο «Δυο μητέρες κι ένα όνειρο»: «Τανύζεται ο λαιμός, λεπταίνει κι εξαρθρώνεται. Και το παιδί κρατάει σφιχτά μες στις παλάμες του το πρόσωπο της μάνας του. Ακίνητο μονάχα το πρόσωπο στο μαξιλάρι, σφραγισμένο στις παλάμες του παιδιού, και το σώμα ολοένα να εξαρθρώνεται, πηγαίνοντας να φύγει. Επειδή τίποτε δεν είναι ο θάνατος παρά η εξάρθρωση που προξενεί η αγάπη»

Ο Συρτός της Ειρήνης Καραγιαννίδου εξαρθρώνει από την πολλή αγάπη στις απώλειες της.

Πάνω στο «οικείο μνήμα.. το βράδυ η ώρα τρεις» ανάβουμε όλοι τσιγάρο κατά τον στίχο της και χορεύουμε τον Συρτό στα τρία, ενώ απέναντι μας μια πινακίδα αναβοσβήνει με κόκκινα γράμματα:

«Εδώ η ζωή, εδώ και ο θάνατος, κι όποιος /α θέλει πραγματικά να ζήσει, να ξέρει πως χορεύοντας θα πεθάνει».

Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 2024

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ακρόαση στο Δικαστήριο της Ε. Ε. σχετικά με τα προδικαστικά ερωτήματα του ΣτΕ για την Τουρκία ως «ασφαλή τρίτη χώρα»

Όταν οι δισεκατομμυριούχοι προετοιμάζονται για την κατάρρευση. Του Raúl Zibechi