in

Ο Άνταμ Σμιθ στο Πεκίνο. Του Χρήστου Λάσκου

Giovanni Arrighi, Ο Άνταμ Σμιθ στο Πεκίνο, Εκδόσεις Κουκκίδα, σελ. 660 (μετάφραση: Αλεξάνδρα Λυμπεροπούλου)

Κάθε καπιταλιστική ανάπτυξη […] φαίνεται πως, φτάνοντας στο στάδιο της χρηματοπιστωτικής επέκτασης, προαναγγέλλει, με μια έννοια, την ωριμότητά της: [είναι] ένα σημάδι φθινοπώρου

Φερνάν Μπρωντέλ

Ο Τζιοβάνι Αρίγκι υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του παγκόσμιου συστήματος στην μακρά διάρκεια. Από αυτήν την άποψη, η επιλογή να προτάσσεται του κειμένου η ρήση του Μπρωντέλ δεν θα μπορούσε να είναι πιο κατάλληλη.

Ο Αρίγκι είχε ήδη, μια δεκαπενταετία πριν από την εμφάνιση του βιβλίου, που παρουσιάζω σήμερα και πρωτοεκδόθηκε το 2007, διατυπώσει ένα μεγαλεπήβολο σχήμα για τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε το καπιταλιστικό σύστημα, στη διάρκεια των αιώνων της ύπαρξής του, μέχρι και σήμερα1.

Ξεκινώντας από τις ιταλικές πόλεις κράτη, στην πραγματικότητα, έχουμε μια αλληλοδιαδοχή ηγεμονιών, καθεμιά από τις οποίες διαφοροποιεί ποιοτικά ξεχωριστές διαστάσεις του καπιταλισμού.

Όπως σημειώνει περιεκτικά ο Γιώργος Ρακκάς στην εισαγωγή του, «[ο]ι ιταλικές πόλεις κράτη, για παράδειγμα, διαθέτουν ελλιπή κρατική ισχύ για να προστατέψουν τους διεθνείς θαλάσσιους δρόμους του εμπορίου, χρηματοδοτούν έτσι συχνά την «προστασία» της Ισπανίας, που ήταν η μεγάλη στρατιωτική δύναμη της περιόδου. Η Ολλανδία είναι η πρώτη που ενσωματώνει στο δικό της σύστημα ηγεμονίας τη λογική της κρατικής ισχύος δίπλα σε εκείνη του διεθνούς εμπορίου, ενώ αντίστοιχα η Αγγλία θα προσθέσει και την παραγωγή μέσω των βιομηχανικών επαναστάσεων που σφραγίζουν την οικονομική της έκρηξη, μεταβάλλοντας ταυτόχρονα την αποικιοκρατία σε συστηματικό στοιχείο του καπιταλισμού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, τέλος, είναι ένα ηπειρωτικών διαστάσεων κράτος που συσσωρεύει τεράστια οικονομική και στρατιωτική ισχύ επιτρέποντας στα δίκτυά του -εταιρικά, πολιτιστικής επιρροής- να διαμορφώσουν ένα πραγματικά πολιτικό, παγκόσμιο σύστημα εξουσίας» (σελ. 12).

Η παρακολούθηση αυτής της διαδοχής των ηγεμονιών αποκαλύπτει, σύμφωνα με τον Αρίγκι, ένα, εν πολλοίς, επαναλαμβανόμενο μοτίβο ακμής και παρακμής όλων των αλληλοδιάδοχων ηγεμόνων. Για να μιλήσω με τα λόγια του Μπρωντέλ, το «φθινόπωρο της ηγεμονίας» αποδεικνύεται ιστορικά αναπόφευκτο. Ισχυρός δείκτης αυτής της εξέλιξης, σε κάθε ηγεμονική φάση, είναι η μετατόπιση από τις παραγωγικές λειτουργίες του οικονομικού συστήματος προς τις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες σε αναζήτηση κερδοφορίας, μετατόπιση της οποίας προηγείται μια παρατεταμένη φάση υπερσυσσώρευσης, που συμπιέζει ιδιαίτερα τα ποσοστά κέρδους. Ισχυρός δείκτης, λοιπόν, της μετάβασης στην παρακμή είναι η υπερ-χρηματιστικοποίηση, διαδικασία, η οποία χαρακτηρίζει έντονα και τη σημερινή φάση του συστήματος, οδηγώντας βάσιμα στην πρόγνωση πως βρισκόμαστε, εδώ και κάποιες δεκαετίες, μπροστά στην πιθανότατη έκλειψη της αμερικανικής ηγεμονίας.

«Τα μεγάλα ελλείμματα των ΗΠΑ, η στρατιωτική τους υπερεπέκταση, που τα διογκώνει περαιτέρω, σε συνδυασμό με τη μεταφορά του παραγωγικού κέντρου του παγκόσμιου συστήματος στην Κίνα και ευρύτερα στη Νοτιοανατολική Ασία είναι στοιχεία που «δείχνουν» κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας και όχι ενίσχυσή της» (σελ. 12).

Στο φως αυτού του σχήματος, ο Αρίγκι θα ταξιδέψει με τον Άνταμ Σμιθ στο Πεκίνο προκειμένου να αντιμετωπίσει όσα δεν μπορούν να ερμηνευθούν, κατά τη γνώμη του, από τα πορίσματα «της μετάβασης του Μαρξ στο Ντητρόιτ», όπως την είδε ο Μάριο Τρόντι. Με άλλα λόγια, ασκώντας εκτός από την κριτική της πολιτικής οικονομίας και την ιστορική κοινωνιολογία, ο Αρίγκι θα θέσει και θεωρητικά ερωτήματα αναφορικά με την καταλληλότητα, σε κάθε περίπτωση, του Σμιθ ή του Μαρξ για την ερμηνεία του σύγχρονου παγκόσμιου συστήματος.

Όπως σημειώνει ο ίδιος, «[ο] στόχος του βιβλίου είναι, αφενός, να προσφέρει μια ερμηνεία της συνεχιζόμενης μετατόπισης του επίκεντρου της παγκόσμιας πολιτικής οικονομίας από τη Βόρεια Αμερική στη Ανατολική Ασία υπό το φως της θεωρίας του Άνταμ Σμιθ για την οικονομική ανάπτυξη και, αφετέρου, μια ερμηνεία του Πλούτου των Εθνών υπό το φως αυτής της μετατόπισης» (σελ. 30).

Ή, όπως το θέτει, στον επίλογο πλέον, «[τ]ο κεντρικό ερώτημα, από το οποίο ξεκινήσαμε είναι αν, και κάτω από ποιες προϋποθέσεις, η κινεζική άνοδος, με όλες τις ελλείψεις και τις πιθανές μελλοντικές οπισθοδρομήσεις, μπορεί να θεωρηθεί προάγγελος της ισότητας και του αμοιβαίου σεβασμού ανάμεσα σε λαούς ευρωπαϊκής και μη ευρωπαϊκής καταγωγής που ο Σμιθ προέβλεψε και υποστήριξε διακόσια τριάντα χρόνια πριν. Η ανάλυση […] σε αυτό το βιβλίο τείνει προς μια καταφατική απάντηση, αλλά με κάποιες σοβαρές επιφυλάξεις» (σελ. 605).

Ένα καίριο ερώτημα, καταστατικό για την έρευνά του, θεωρεί ο Αρίγκι πως είναι γιατί η Κίνα, ενώ, μέχρι και το τέλος του 18ου αιώνα, κάθε άλλο παρά υπολείπονταν της Ευρώπης σε οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, εξέπεσε, στη συνέχεια, και για δύο αιώνες, φτάνοντας κάποια στιγμή να είναι η φτωχότερη ίσως χώρα του κόσμου, για να ανακάμψει εντυπωσιακά τις τελευταίες δεκαετίες, αρχής γενομένης με την εγκαθίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας το 1949. Όταν ξεκινούσε, μάλιστα, η Μεγάλη Απόκλιση, ο Σμιθ θαύμαζε την Κίνα θεωρώντας τον δικό της «εσωστρεφή» τρόπο ανάπτυξης ως φυσικό, χαρακτηρίζοντας, αντίστοιχα, ως αφύσικο τον ευρωπαϊκό, που βασίζονταν στο εμπόριο μεγάλων αποστάσεων. Την ίδια περίπου εποχή, ο Λάιμπνιτς και ο Βολταίρος αναζητούσαν πρότυπα ηθικής, χρηστής διακυβέρνησης και ορθής ανάπτυξης στην Κίνα, ενώ ο Κενέ έδειχνε πώς η κινέζικη αυτοκρατορία ήταν αυτό «που θα μπορούσε να γίνει η Ευρώπη».

Ο Σμιθ υποσημείωνε έντονα τις δυναμικές δυνατότητες που μοιράζονταν Κίνα και Ευρώπη στην εποχή του, με την πρώτη σε καλύτερη, από κάποιες απόψεις, μοίρα. Η ανάλυσή του, κατά τη γνώμη του Αρίγκι, μας δίνει την καλύτερη βάση, σε συνδυασμό, αλλά όχι με προτεραιότητα, με τη μαρξική προσέγγιση για να μελετήσουμε τόσο τη διαχρονική εξέλιξη όσο και τη συγχρονία , στην οποία βρισκόμαστε.

Αυτή η άποψη, «[ε]γείρει ερωτήματα μεγίστης θεωρητικής και πρακτικής σημασίας. Πρώτον, εάν η κοινή σμιθιανή δυναμική της ευρωπαϊκής και κινεζικής οικονομίας δεν μπορεί να εξηγήσει τη μαζική χρήση ορυκτών πηγών ενέργειας στις μεταφορές και τη βιομηχανία, που πυροδότησε την παγκόσμια κυριαρχία της Δύσης, τότε τι μπορεί; Δεύτερον, γιατί η παγκοσμιοποίηση του βιομηχανικού καπιταλισμού στον 19ο αιώνα, με επικεφαλής τη Βρετανία, συνδέθηκε με μια ξεκάθαρη οικονομική παρακμή της Νοτιοανατολικής Ασίας, και του επίκεντρού της, της Κίνας, για έναν τουλάχιστον αιώνα (περίπου από τον πρώτο Πόλεμο του Οπίου έως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου); Και γιατί αυτή τη μακρόχρονη παρακμή διαδέχθηκε μια ακόμα πιο ξεκάθαρη οικονομική ανάκαμψη της ίδιας περιοχής κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα; Υπάρχει άραγε κάποια σύνδεση μεταξύ της παλαιότερης περιφερειακής και παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας της κινέζικης οικονομίας της αγοράς με τη σημερινή της αναζωογόνηση; Και εάν πράγματι υπάρχει, με ποιον τρόπο μας βοηθά να κατανοήσουμε τη φύση, τα αίτια και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις αυτής της ανάκαμψης;» (σελ. 74).

Αυτά αναρωτιέται και επιχειρεί να απαντήσει ο Αρίγκι. Με τελικό σκοπό να διαπιστώσει έγκυρα πού βρισκόμαστε στην αρχή του 21ου αιώνα και προς τα πού κινούνται τα πράγματα σχετικά με το παγκόσμιο σύστημα. Προκειμένου γι’ αυτό μας προσκαλεί σε μια μεγάλη αναζήτηση, η οποία μας μαθαίνει πολλά που δεν ξέραμε για την πολιτική οικονομία του Σμιθ και την πιθανή σημερινή της χρησιμότητα. Μας μαθαίνει, επίσης, πολλά και με μια ιδιαίτερη ματιά για την Κίνα, με εκτεταμένη ιστορική παρουσίαση και ανάλυση της πρόσφατης εντυπωσιακής της εξέλιξης. Τεκμηριώνει πειστικά την αναντίστρεπτη πορεία στην παρακμή του τελευταίου και νομιζόμενου ως ανίκητου ηγεμόνα, των ΗΠΑ.

Κυρίως, σε ό,τι αφορά τις καθοριστικές μεταπολεμικές εξελίξεις, που οδήγησαν την κατάσταση εδώ, τεράστιο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πολύ εκτεταμένη συνομιλία και αντιπαράθεση με τον Ρόμπερτ Μπρένερ και τον Ντέιβιντ Χάρβεϋ, η οποία επιτρέπει στον αναγνώστη να αντιληφθεί, από διαφορετικές γωνίες, τα ίδια τα πραγματολογικά δεδομένα επί των οποίων μπορεί να αναπτυχθεί η συζήτηση.

Το βιβλίο του Αρίγκι είναι πραγματικά πολύτιμο. Το πιο εντυπωσιακό, δε, είναι το γεγονός πως οι περισσότερες από τις προγνώσεις του είναι σήμερα, 15 χρόνια μετά, πολύ περισσότερο πειστικές από όσο την εποχή που έγιναν. Ας σκεφτούμε μόνο πως το βιβλίο γράφτηκε πριν από τη Μεγάλη Κρίση και με μια Κίνα, που είχε το ένα τρίτο του σημερινού της οικονομικού βάρους στην παγκόσμια οικονομία.

Το βιβλίο είναι πολύτιμο και το λέει κάποιος που συνεχίζει να θεωρεί πως ο Μαρξ είναι πιο χρήσιμος από τον Σμιθ προκειμένου να αντιληφθούμε τον κόσμο μας. Πράγμα που αντικειμενικά δίνει μεγαλύτερο βάρος στην θετική του αποτίμηση.

 

1 Μια ευσύνοπτη παρουσίαση αυτού του σχήματος βρίσκεται στο βιβλίο: Τα μονοπάτια του κεφαλαίου, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2014

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Περιβαλλοντική Οργάνωση Καλλιστώ: Εργαστήριο συμμετοχικής αξιολόγησης στη Δυτική Μακεδονία

Σε άμεση συνεννόηση με το γραφείο του Πέτσα η εταιρεία που μοίρασε χρήμα στα media