Myriam Burba, Κακιά, μετάφραση: Ζωή Κόκκα, επιμέλεια: Γιώτα Τεμπρίδου, εκδόσεις Yusra
Εγώ την Κακιά τη διάβασα σαν ένα έργο που εξερευνά τη σχέση ανάμεσα στην κακία, το τραύμα και την επιβίωση. Η Gurba δεν μιλά απλώς για θυμό ή σκληρότητα· η κακία λειτουργεί σαν στρατηγική επιβίωσης, σαν τρόπος για να αντέξει ένα σώμα που έχει μάθει τι σημαίνει απειλή. Η ανάγνωσή του με δυσκόλεψε πολύ- το μεγαλύτερο μέρος του είναι μια σπουδή στην άμυνα, σ’ αυτό το φαντασιακό στρώμα αυτοπροστασίας που σε διαχωρίζει από τον άλλο, σε μια πολύ συχνά αναγκαία αλλά εύθραυστη και εγκλωβιστική παραχώρηση στο σύστημα που δημιουργεί αυτές τις θέσεις και σχέσεις κυριαρχίας και βίας.
Το σώμα της αφηγηματικής φωνής έχει μια δική του μνήμη· θυμάται πριν το συνειδητοποιήσει ο νους. Τα λόγια, οι κινήσεις, οι παύσεις, ακόμα και το χιούμορ γίνονται εργαλεία αυτοπροστασίας. Δεν πρόκειται για απλή υπεράσπιση· πρόκειται για ένα σώμα που θωρακίζεται, που μαθαίνει να ζει με τον κίνδυνο. Όσο περισσότερη άμυνα αναπτύσσεται, τόσο περισσότερο αναρωτιέσαι: τι χάνουμε όταν αυτός ο φόβος που σε σκληραίνει γίνεται τρόπος ύπαρξης; Όταν η συνεχής εγρήγορση γίνονται ο τρόπος ζωής μας; Το σώμα μαθαίνει να συσπάται, αλλά χάνει την ευκαιρία να νιώσει, να αγγιχτεί, να συγκινηθεί. Η ευαισθησία, η ικανότητα να αγγίζεσαι, να επηρεάζεσαι και να τρέμεις, γίνεται επικίνδυνη.
Ένα μοτίβο που επανέρχεται στο κείμενο είναι το πώς το τραύμα κατοικεί στο σώμα και στη γλώσσα. Είναι ένα από τα θέματα που μ’ έχουν απασχολήσει πάρα πολύ, πώς ζούμε με αυτό το δηλητήριο που είναι το τραύμα. Μια αγαπημένη μου ανθρωπολόγος, η Veena Das, γράφει ότι το τραύμα δεν είναι μόνο το γεγονός της βίας, αλλά και ο τρόπος που μπορεί ή δεν μπορεί η βία αυτή να ειπωθεί1. Η Gurba παίρνει το υλικό του πόνου και το μετατρέπει σε γλώσσα σκληρή, κοφτερή, ειρωνική. Εδώ σκέφτομαι την Elaine Scarry, που στο The Body in Pain2λέει ότι ο πόνος καταστρέφει τη γλώσσα. Ο πόνος επιστρέφει το υποκείμενο σε κραυγές, σε προγλωσσικές μορφές. Η βία δεν πληγώνει μόνο το σώμα· διαλύει τον κόσμο που αυτό το σώμα μπορούσε να περιγράψει. Η γλώσσα καταρρέει μαζί με τον κόσμο.
Η Gurba γράφει ακριβώς πάνω σε αυτό το χείλος. Εκεί όπου η γλώσσα έχει σχεδόν καταστραφεί, αλλά επιμένει. Το πικρό χιούμορ, η κακία γίνονται τρόποι για να προστατευθεί το σώμα, σαν προέκταση του δέρματος: επιτίθενται για να μην πληγωθεί. Μέσα σε αυτή τη γλώσσα, η ζωή δεν έχει απολύτως χαθεί· παραμένει μια αγωνιώδης προσπάθεια να μιλήσει και να μιληθεί αλλιώς. Σε σημεία η Myriam ακούγεται κατεστραμμένη ολοσχερώς, έτσι διαβάζω τις στιγμές εκείνες που διαλύει γέφυρες ακόμα και με τα σύμμαχά της. Μου είναι δύσκολο να δεχτώ αυτές τις πληγές που επανατραυματίζουν. Αλλά εκείνη που έχω κατά διαστήματα υπάρξει, που το δηλητήριο έσταζε από το μετατραυματικό στρες της έμφυλης εξουσίας, ξέρει ότι το τραύμα δεν έχει σύνορα, δεν κοιτάει φίλους και εχθρούς, δεν έχει όρια. Δεν είναι εξ ορισμού σύμμαχος το τραύμα, ούτε και μας αντιμάχεται. Η γλώσσα της Gurba λέει πόση δύναμη έχει να διαλύσει την εαυτή, πόσο μόνες μας αφήνει, πόσο μας αποξενώνει ακόμα και από οικείες σχέσεις. Φοβάμαι ότι δεν ζει ακριβώς καθώς γράφει αυτό το βιβλίο, δεν αναπνέει σε όλες του τις γραμμές, είναι μια γραφή υπερ-επιβίωσης, είναι η οριακή γραφή του ζώντος και πεθαμένου. Είναι η κουίρ γραφή που γράφεις για να ζήσεις. Είναι ασύλληπτο να μιλάς ενώ είσαι ακόμα μέσα στο τραύμα, μέσα στη διάλυση. Μιλάς μέσα από σωματικά όργανα στην πραγματικότητα, κάποια από αυτά παραβιασμένα. Η Gurba λέει σε διάφορα σημεία και με διάφορες μεταφορές αυτή την αποξένωση από το ίδιο το σώμα. Εμένα με έχει στοιχειώσει μια πρόταση: Τα χύσια που λάμπουν σαν αδιανόητη ποίηση. Τα χύσια του κακοποιητή συγκεκριμένα. Την έβαλα στο κέντρο της αφήγησης και από αυτή ράβω και ξηλώνω το κείμενο, την Gurba, εμένα. Αδιανόητη είναι η ποίηση μετά το Ολοκαύτωμα. Και μέσα στο κείμενο κυκλοφορεί η Άννα Φρανκ σαν ένα από τα φαντάσματα. Και αυτή και η γραφή της. Το ημερολόγιο που δε διάβασε ποτέ η Gurba. Νομίζω αυτό που λέει με τη φράση αυτή είναι ότι η κακοποίηση της γυναίκας για την οποία μιλάει είναι ένα προσωπικό Ολοκαύτωμα.
Ταυτόχρονα η γλώσσα της μπορεί να είναι τόσο γυμνή σαν να μην έχει υπάρξει ποτέ στη ζωή μας μεταφορά: το να είσαι κακιά είναι προστασία από το να μας κόψουν τα στήθη ας πούμε είναι μια τέτοια πρόταση. Το γλυκό μυστικό της Άννας Φρανκ ήταν η μεταφορά που χρησιμοποιούσε στο ημερολόγιό της για την περίοδο. Γλυκό μυστικό και μαλακίες λέει η Gurba γι αυτό το νεκρό κορίτσι. Κάπου στον κόσμο, λέει, ένα άντρας αγγίζει μια γυναίκα μέχρι θανάτου. Το επαναλαμβάνει. Εμένα μου βγαίνει να αισθητικοποιήσω αυτές τις φράσεις γιατί αυτό κάνω συνειδητοποιώ, το κάνω γενικά, μου αρέσει η αφήγηση. Αλλά θυμάμαι πότε δεν μπορούσα να αφηγηθώ. Πότε η γλώσσα ήταν σκέτο σώμα. Αυτό το σώμα που εξαϋλώνεται από το αποικιακό βλέμμα του άλλου. Δεν μπορεί να έχει νευρική ανορεξία, είναι από το Μεξικό, λέει ο γιατρός.
Κάπου εδώ αρχίζω να σκέφτομαι την Κακιά ως ένα στοιχειωμένο βιβλίο που μέσα του κυκλοφορούν φαντάσματα. Το κορίτσι που δολοφονήθηκε. Η Άννα Φρανκ. Το σώμα που βιάστηκε. Το παιδικό σώμα που δεν πρόλαβε να είναι παιδικό. Το σώμα της αδερφής της, που έγινε διάφανη και ήσυχη σαν φάντασμα. Το ίδιο το εγώ της Gurba, που επιστρέφει σαν κάτι μισοζωντανό, μισοπεθαμένο. Η ενοχή, λέει, είναι φάντασμα. Η ενοχή διακόπτει τις αφηγήσεις. Τα φαντάσματα του έιτζ κλαίνε δίπλα σε σκουπιδοτενεκέδες. Μόνο ορισμένα άτομα μπορούν να τα δουν. Η γραφή της μοιάζει να προσπαθεί να γίνει χώρος συνάντησης με ό,τι δεν μπόρεσε να πενθηθεί. Με το πένθος που δεν ολοκληρώθηκε, που δεν ήταν επιτρεπτό να ολοκληρωθεί.
Ζω κι εγώ με διάφορα φαντάσματα, κάποια απ’ αυτά είναι ευτυχώς λογοτεχνικά, γιατί είναι ένας δρόμος μετουσίωσης που καμιά φορά με γλιτώνει. Το τραύμα εκείνο που επιμένει στην Αγαπημένη της Τόνι Μόρισον3 είναι ένα παιδί που επιστρέφει, αλλά ταυτόχρονα το τραύμα της δουλείας που επανέρχεται, η ιστορία που δεν μπορεί να ειπωθεί, και γι’ αυτό δεν μπορεί να θαφτεί, ιστορίες στη σκιά της μεγάλης ιστορίας για τις οποίες υπάρχει η δομική επιταγή να σκεπαστούν από τη λήθη. Στο O θάνατος του Βιβέκ Ότζι του Ακουέκε Εμέτζι4, ο νεκρός Βίβεκ δεν παύει να μιλά μέσα από τις αφηγήσεις των άλλων. Η ταυτότητά του αρχίζει να ξετυλίγεται και να γίνεται πιο ορατή μετά τον θάνατό του. Η Νέμντι που πεθαίνει μέσα στις νιγηριανές ταραχές, μέσα στην προστασία της μητέρας, το φόβο του φίλου, μέσα σε όση αλήθεια αντέχεται. Και εκεί το φάντασμα είναι η αλήθεια που δεν άντεξε η κοινότητα. Η Κακιά, λέει επίσης μια αλήθεια που δεν αντέχεται. Η κακία γίνεται ο τρόπος να ειπωθεί αυτό που αλλιώς θα κατέστρεφε ολοκληρωτικά το σώμα που το κουβαλά. Στην ταινία All of Us Strangers ο ήρωας συναντά τους νεκρούς γονείς του όπως ήταν τη στιγμή που πέθαναν. Είναι τρυφερό και αφόρητο μαζί να ικανοποιείται με αυτό τον πεισιθανάτιο τρόπο η ανάγκη να ειπωθούν όσα δεν ειπώθηκαν όταν υπήρχε χρόνος. Και στις τρεις περιπτώσεις, το φάντασμα δεν είναι τρόμος. Είναι αυτό που επιμένει όταν η κοινωνία απαιτεί λήθη.
Στα παραπάνω θα πρόσθετα και μια ακόμη εικόνα από μια άλλη εμμονή μου. Στο Detransition, Baby της Torrey Peters5 υπάρχει μια σκηνή όπου μια τρανς γυναίκα βλέπει ένα εγκαταλειμμένο, σχεδόν στοιχειωμένο κτίριο. Το κτίριο δεν είναι απλώς σκηνικό. Είναι υπόσχεση και απειλή μαζί — ένας χώρος όπου μπορεί να υπάρξει μια άλλη ζωή, αλλά και ένας χώρος γεμάτος φαντάσματα μη αποδεκτών μεταβάσεων, χαμένων σωμάτων, μη αναγνωρισμένων ταυτοτήτων. Το κτίριο στέκεται σαν υλικό φάντασμα της τρανσφοβίας.
Έτσι διαβάζω και την Κακιά. Όχι ως εξομολόγηση, αλλά ως αρχιτεκτονική ερειπίων. Ένα βιβλίο-κτίριο μέσα στο οποίο περπατούν οι νεκρές, οι δολοφονημένες που λείπουν, οι εκδοχές του εαυτού που δεν σώθηκαν, τα σώματα που η κοινωνία θα προτιμούσε να ξεχάσει. Η Gurba δεν γράφει αφότου έχει σωθεί. Γράφει ενώ ακόμη στοιχειώνεται. Αν, όπως λέει η Scarry, ο πόνος καταστρέφει τον κόσμο μας, και διαλύει τη γλώσσα, τότε η γραφή είναι μια ατελής, εύθραυστη απόπειρα να τον ξαναχτίσουμε. Όχι εξιδανικευμένο. Αλλά κατοικήσιμο.
«Κάπου στον κόσμο ένας άντρας αγγίζει μια γυναίκα μέχρι θανάτου.
Μέσα στην αδειανότητα δεν είμαι μόνη ποτέ. Σκιές πέφτουν. Σκιές πέφτουν ξανά. Κανένας δεν μπορεί να τις αγγίξει».
Ίσως το ερώτημα δεν είναι πώς ξεπερνάμε το τραύμα.
Αλλά πώς ζούμε με τα φαντάσματά μας χωρίς να γίνουμε σκληρές και μνησίκακες. Αν το τραύμα κατοικεί στο σώμα πριν γίνει λέξη, τότε το φάντασμα είναι αυτή η ενδιάμεση, οριακή κατάσταση-ούτε μόνο σώμα, ούτε εντελώς γλώσσα. Μια παρουσία που δεν ησυχάζει. Ίσως δεν μπορούμε να μη γίνουμε στοιχειωμένες.
Ίσως όμως το ζήτημα είναι να μη στοιχειωθούμε μόνες.
- Veena Das. Γλώσσα και σώμα: συναλλαγές στην κατασκευή του πόνου, 2011. Στο: Αθανασίου, Αθηνά (επιμ.), Βιοκοινωνικότητες: θεωρήσεις στην ανθρωπολογία της υγείας. Αθήνα: Νήσος, 2011, σελ. 227-260. [↩]
- Elaine Scarry. Το σώμα που πονά: η οικοδόμηση και η διάλυση του κόσμου, 2004. Στο: Μακρυνιώτη, Δήμητρα (επιμ.), Τα όρια του σώματος. Αθήνα: νήσος, 2004. [↩]
- Toni Morisson, Αγαπημένη, Αθήνα: Νεφέλη, 1989. [↩]
- Akwaeke Emezi, O θάνατος του Βιβέκ Ότζι, Αθήνα: Στερέωμα, 2023. [↩]
- Torrey Peters, Detransition, Baby, Brooklyn: Penguin Random House, 2021. [↩]


