in

Μικρή ιστορία του παγκόσμιου καπιταλισμού. Του Χρήστου Λάσκου

Robert Allen, Παγκόσμια οικονομική ιστορία -Ένα σχεδιάγραμμα, (μετάφραση: Νίκος Ρούσσος, επιστημονική επιμέλεια: Ανδρέας Κακριδής),  Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σελ. 224

Στον πυρήνα της ιστορίας του καπιταλισμού και της οικονομικής ανάπτυξης βρίσκεται η ιστορία του κράτους και της εξουσίας.

Τομά Πικετί

Το βιβλίο του Ρόμπερτ Άλεν είναι το τρίτο, που εκδίδεται στη σειρά των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης με τίτλο Οικονομία/Οικονομική Ιστορία. Έχουν προηγηθεί Η βιομηχανική επανάσταση του ίδιου και Η ιστορία του καπιταλισμού του Jürgen Kocka.

Πρόκειται για ευσύνοπτο και εξαιρετικά περιεκτικό έργο, από αυτά που λείπουν από την ελληνική βιβλιογραφία. Μπορεί να αποτελέσει βιβλίο βάσης για όποιον θέλει να εντρυφήσει σε μια περιοχή, που έχει μεγάλη αξία τόσο επιστημονικά όσο και από πολιτική άποψη.

Προφανώς, στο μικρό σημείωμά μου, δεν μπορώ να συμπεριλάβω ούτε μικρό τμήμα των επί μέρους θεματικών, που αναπτύσσονται.

Ξεκινώντας με την λεγόμενη «Μεγάλη Απόκλιση», το γεγονός, δηλαδή, πως χώρες, όπως η Κίνα ή η Ινδία, οι οποίες, στον 18ο ακόμα αιώνα, βρίσκονταν στο ίδιο ή και υψηλότερο επίπεδο από τις χώρες της Ευρώπης, βρέθηκαν  πολύ πίσω μέσα σε λίγες δεκαετίες, ο Άλεν μελετάει την εξέλιξη των πραγματικών μισθών στον κόσμο για 700, περίπου χρόνια, επιλέγοντας τον συγκεκριμένο δείκτη ως τον πιο αξιόπιστο, προκειμένου να είναι βάσιμες οι συγκρίσεις του επιπέδου ζωής σε παγκόσμιο επίπεδο. Ακόμη περισσότερο, χρησιμοποιεί τον δείκτη με τέτοιον τρόπο, ώστε να αποτυπώνει το πόσες φορές το καλάθι, που αντιστοιχεί στον μισθό, καλύπτει το ελάχιστο κόστος διαβίωσης, άρα πόση άνεση έχουν οι εργαζόμενοι να αποκτούν προϊόντα και υπηρεσίες πέρα από τις βασικές, ποια είναι η δυνατότητά τους, για παράδειγμα, να προσφέρουν στα παιδιά τους επαρκή εκπαίδευση.

Ανέφερα τον παραπάνω δείκτη, για να υπογραμμίσω πόσο ο Άλεν αξιοποιεί στοιχεία, τα οποία δεν είναι συνήθη, στην προσπάθειά του όχι, απλώς, να περιγράψει, αλλά να εξηγήσει τις κρίσιμες διαδικασίες, που οδήγησαν τον κόσμο εδώ, που βρίσκεται σήμερα.

Ο Άλεν δεν είναι μαρξιστής. Θα έλεγα πως βρίσκεται κοντύτερα στα «Θεσμικά», λεγόμενα, οικονομικά, μια σχολή, η οποία, ωστόσο, νομίζω ότι μοιράζεται πολλά κοινά με τον μαρξισμό του Μαρξ. Ένα από τα σημαντικότερα κοινά είναι η πεποίθησή τους πως η οικονομική δυναμική δεν μπορεί να ερμηνευτεί με οικονομικά, κυρίως, κριτήρια.

Οι θεματικές, στις οποίες αναπτύσσεται το βιβλίο αφορούν, καταρχάς, την λεγόμενη «πρώτη παγκοσμιοποίηση», που ξεκίνησε με τις «ανακαλύψεις» περιοχών του πλανήτη από τους Πορτογάλους, τους Ισπανούς και τους Ολλανδούς αρχικά και την τομή που σήμανε αυτό το συμβάν για τον κόσμο, τους επόμενους αιώνες έως σήμερα.

Καταγράφει τον αστάθμητο χαρακτήρα πολλών από τις εξελίξεις που στέριωσαν αυτήν την πορεία. Θα μπορούσε τα πράγματα να πήγαιναν πολύ διαφορετικά. Τίποτε δεν ήταν προδιαγεγραμμένο, καμιά νομοτέλεια δεν έπαιξε ρόλο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αυτοκρατορική Ισπανία. Το πλεονέκτημα, που απέκτησε με την εκμετάλλευση της Αμερικής, στην οποία προηγήθηκε, μετασχηματίστηκε, από μια απίθανη ειρωνεία της ιστορίας, σε μείζον μειονέκτημα. Το άφθονο ασήμι, που της εξασφάλιζε το Ελντοράντο, που βρήκε στο διάβα της, αύξησε, σε τέτοιο βαθμό τον πληθωρισμό, που την  καταδίκασε σε παραγωγική παρακμή, αφού τα προϊόντα της έγιναν πολύ ακριβά στη διεθνή αγορά, συνεπώς, καθόλου ανταγωνιστικά.

Αναλύοντας την βιομηχανική επανάσταση, το βιβλίο εξετάζει τις πολιτικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις της, επιχειρεί να την  εξηγήσει, δείχνει τη σημασία που απέκτησαν η βαμβακουργία και η μεταλλουργία στην μεγέθυνση του πλούτου των εθνών, που της ανέπτυξαν. Επιμένει -και αυτό αποτελεί μάθημα και για τις σημερινές μας εκτιμήσεις- πόσες πολλές δεκαετίες απαιτήθηκαν για την χρήση των εφευρέσεων στην παραγωγή. Πολλές, μάλιστα, εφευρέσεις υπήρχαν ήδη από την αρχαιότητα -η οικονομική τους αξιοποίηση, όμως, απαιτούσε άλλες συνθήκες, που αποδείχτηκαν sine qua non.

Άλλωστε, όπως εξηγεί ο Άλεν, ο καπιταλισμός, βασισμένος στο διεθνές εμπόριο, κυρίως, προηγήθηκε αιώνες της βιομηχανικής επανάστασης. Η τεχνική εξέλιξη, επικαθορίστηκε, σε μεγάλο  βαθμό, από πολιτικούς και θεσμικούς παράγοντες και την ιδιαίτερη ιστορική εξέλιξη της κάθε περιοχής. Κάποιες επικράτειες είχαν συμφέρον στην εφαρμογή των νέων τεχνολογιών, άλλες, όμως, όχι. Με απλά λόγια, όπου οι μισθοί ήταν σχετικά υψηλοί, η χρήση νέων μηχανών, που αντικαθιστούσαν την ακριβή εργασία, ήταν συμφέρουσα, πράγμα που δεν ίσχυε εκεί όπου οι μισθοί ήταν πολύ χαμηλοί. Εδώ θα μπορούσε να ειπωθεί πως οι πετυχημένοι εργατικοί αγώνες, οι εξεγέρσεις και επαναστάσεις στην Ευρώπη έπαιξαν τον ρόλο τους στις μακροοικονομικές και, ευρύτερα, μακροϊστορικές εξελίξεις.

Ο Άλεν θα παρακολουθήσει την πορεία των μεγάλων αυτοκρατοριών, την πορεία της εκβιομηχάνισης, αλλά και της συναφούς αποβιομηχάνισης των παλιότερων μεταποιητικών χωρών, όπως η Ινδία, την ιστορία της οποίας θα χρησιμοποιήσει, πολύ κατατοπιστικά, ως μελέτη περίπτωσης για τα σχετικά φαινόμενα.

Θα μας μεταφέρει στις αποικιακές οικονομίες της Βόρειας και Νότιας Αμερικής, θα εξηγήσει πειστικά τις πολύ διαφορετικές πορείες τους μετά την ανεξαρτησία, θα ασχοληθεί ιδιαίτερα με την Αφρική και την παγίδα φτώχειας, με μια σειρά φαύλους κύκλους, στους οποίους βρέθηκε διαχρονικά μπλεγμένη η οικονομική της ανάπτυξη.

Τέλος, θα αναλύσει τις περιπτώσεις των χωρών της όψιμης εκβιομηχάνισης, με εντυπωσιακότερο παράδειγμα την Ιαπωνία, από τα μέσα του 19ου αιώνα κι έπειτα και θα τελειώσει με την ανάλυση της πολιτικής της Μεγάλης Ώθησης στην Σοβιετική Ένωση, τη μεταπολεμική Ιαπωνία, τις ασιατικές «τίγρεις» και, πιο πρόσφατα και εντυπωσιακά, την Κίνα.

***

Υπάρχουν δυο τρία πράγματα, από όσα αποκόμισα με τη μελέτη του βιβλίου ή με αφορμή τη μελέτη του, που θα ήθελα να επισημάνω.

Το πρώτο είναι η ασύλληπτη αγριότητα αυτού, που, με μαρξικούς όρους, καταχωρίστηκε ως «πρωταρχική συσσώρευση» και υπήρξε βασικό στοιχείο της μετέπειτα καπιταλιστικής μεγέθυνσης. Χωρίς την εκτίναξη του δουλεμπορίου, ιδίως από την Αφρική, και την εξόντωση, λόγω καταναγκαστικής εργασίας και ασθενειών, του 90% των ιθαγενών της Αμερικής, δύσκολα θα έρχονταν η «ανάπτυξη». Η καπιταλιστική επιμόλυνση, βέβαια, καθόρισε τις ηθικές και πολιτισμικές αξίες των «νέων χωρών». Έτσι το 1526 ήδη, ο Αφρικανός βασιλιάς του Κονγκό παραπονιόταν ότι «πολλοί από τους υπηκόους μας λαχταρούν τα πορτογαλικά προϊόντα και, [γ]ια να καλύψουν αυτήν την υπερβολική όρεξη, αρπάζουν πολλούς από τους ελεύθερους μαύρους υπηκόους μας […] [και] τους πουλάνε [σε δουλεμπόρους στα παράλια]» (σελ. 135).

Το δεύτερο είναι ό,τι βασικό συγκριτικό πλεονέκτημα των δυτικών στη σύγκρουσή τους με τις παλιές αυτοκρατορίες, αλλά και τους ιθαγενείς, ήταν η τεράστια στρατιωτική υπεροπλία, από άποψη θανατηφόρων μηχανημάτων, η οποία, σε μεγάλο βαθμό, οφείλονταν στους συνεχείς πολέμους στην Ευρώπη, με αποκορύφωμα τον τριακονταετή, που, κυριολεκτικά, εξόντωσε τους πληθυσμούς, αλλά σήμανε μια τεράστια πρόοδο (;) στους εξοπλισμούς. Χωρίς αυτήν την υπεροπλία, που δεν ήταν οικονομικού τύπου, τίποτε δεν θα ήταν δυνατό. Ο βρετανικός ναρκοϊμπεριαλισμός των πολέμων του οπίου με την Κίνα θα ήταν αδιανόητος, όπως και η συντήρηση τεράστιων δουλοκτητικών φυτειών, μεταξύ πολλών άλλων.

Το τρίτο και πολύ σημαντικό πόρισμα είναι ο τεράστιος, μοναδικός πραγματικά, ρόλος του κράτους στην καπιταλιστική συσσώρευση. Η φιλελεύθερη αφήγηση περί ελεύθερων αγορών κι άλλων τέτοιων είναι εκτός τόπου και χρόνου. Ακόμη κι αν ξεχάσουμε τους Νόμους για την Ναυτιλία, π.χ., που αποτέλεσαν, καίρια για την καπιταλιστική ανάπτυξη, περίπτωση κρατικής επιβολής και, εν γένει, τις στρατιωτικού τύπου κρατικές παρεμβάσεις και πάλι χωρίς το κράτος οι εξελίξεις θα ήταν πολύ διαφορετικές. Ακόμη και στη Βρετανία, η οικονομική της εκτόξευση συνδυάστηκε με διπλάσια δημόσια έσοδα από ό,τι στη Γαλλία, ενώ η δυνατότητα του κράτους να κατάσχει κατά βούληση τις ιδιωτικές ιδιοκτησίες, παραδόξως, για τους φιλελεύθερους, έπαιξε αναπτυξιακό ρόλο.

Για δε τις χώρες που ακολούθησαν την Βρετανία, από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία μέχρι την Ιαπωνία, την Ταϊβάν και όλες τις υπόλοιπες, η κρατική οικονομική πολιτική καθόρισε απολύτως την ιστορική τους διαδρομή. Το λεγόμενο τυποποιημένο μοντέλο παρέμβασης έδωσε βάρος στις μεταφορές και τις υποδομές, που διαμόρφωσαν μια επαρκή εσωτερική αγορά, στην εκπαίδευση, στην ανάπτυξη της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και, επιπλέον, στην προστασία της εγχώριας βιομηχανίας μέσω των, υπέρογκων, πολλές φορές, δασμών. Το κράτος ήταν κυριαρχικά παρόν σε όλα. Στην περίπτωση δε της Μεγάλης Ώθησης, η ιλιγγιώδης, συχνά, ανάπτυξη ακολούθησε τις νόρμες ενός ιδιαίτερα εκτεταμένου σχεδιασμού -όχι μόνο στην ΕΣΣΔ και την Κίνα, αλλά και στην Ιαπωνία.

Το βιβλίο, ξαναλέω, είναι εξαιρετικό. Δεν χρειάζεται εξειδικευμένες γνώσεις για την μελέτη του και εισάγει, όποιον θα κάνει τον κόπο, σε μια συναρπαστική περιήγηση σε μείζονα -και για μας σήμερα- ζητήματα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Σύρος: Το ναυπηγείο, η μαρίνα, οι κάτοικοι και οι θεσμικοί παράγοντες της Σύρου

Προφυλακιστέοι κρίθηκαν οι τρεις σερίφηδες του Έβρου