in

Μια αιωνιότητα… κι ένα βιβλίο. Της Αθηνάς Παπανικολάου

Μια ανάγνωση στην ποιητική συλλογή του Χρήστου Κολτσίδα «ΝΕΡΟΦΟΡΟΙ»

Χαρακτικό εξωφύλλου: Μαριλένα Παπαγεωργίου/Sourtouka memento lab

Χρήστος Κολτσίδας, ΝΕΡΟΦΟΡΟΙ, εκδόσεις Θράκα, σελ. 40

Η γνωριμία μου με τον ποιητή Χρήστο Κολτσίδα, έγινε πριν από δύο χρόνια, αρχές του 2020, όταν γυρίζοντας από το σχολείο που δούλευα τότε, πέρασα από το βιβλιοπωλείο Βιβλιοπροτάσεις που διατηρεί η φίλη μου Μαργαρίτα στην Πατρ. Ιωακείμ (περιοχή Ροτόντας), κάτι που γινόταν συχνά, μια στάση ανάπαυλας και γόνιμης κουβέντας για τα βιβλία, τις φρέσκες εκδόσεις και τους νέους δημιουργούς. Γνωρίζοντας την ιδιαίτερη αγάπη μου στην ποίηση, μου έδωσε τα «Ορεινά» του Χρήστου, την πρώτη και βραβευμένη συλλογή του. Την ξεφύλλισα, διάβασα μερικά επί τόπου, ενθουσιάστηκα. Η πρώτη επαφή με το σώμα της ποίησής του ήταν καθοριστική. Κοίταξα στο αυτάκι του βιβλίου τα ελάχιστα βιογραφικά του, γεννημένος στην Καρδίτσα το 1991. Πρώτο σοκ. Μόλις 24 χρονών και γράφει έτσι; Ποιο είναι αυτό το παιδί που μιλάει για τη φθορά και τον θάνατο με τόση ωριμότητα; Τι βιώματα έχει για να προσεγγίζει θέματα βαριά με τόσο βάθος; Πώς ο κάμπος έδωσε τέτοια ορεινά πετάγματα; Πώς έφθασε στις λέξεις του και κυλάει το νερό των Χρήστου Μπράβου, Μιχάλη Γκανά, Τάσου Πορφύρη, Πάνου Κυπαρίσση, Νίκου Χουλιαρά, Βασίλη Νιτσιάκου και Μάρκου Μέσκου; Συνέχιζα το διάβασμα και αναφωνούσα διαρκώς, πού είσαι Μάρκο Μέσκο, συ που αγαπούσες τους νέους, να γνωρίσεις έναν ποιητή που πατάει στα χνάρια όλων σας κι όμως δεν σας μιμείται, που ανοίγει αυλάκια μέσα μας φέρνοντας το καθαρό νερό από ορεινές πηγές και μας δροσίζει κόντρα στην αφόρητη ξηρασία της εποχής μας.

Συνέχισα με τη δεύτερη συλλογή «Βροχή Περασμένη», δεύτερη έκπληξη κι ο αρχικός ενθουσιασμός μετατράπηκε σε γνήσια συγκίνηση και ψυχική ευφορία. Η τρίτη συλλογή του, οι «ΝΕΡΟΦΟΡΟΙ» εδραίωσε την εκτίμηση και την αγάπη μου στο ποιητικό του αποτύπωμα.

Ο Χρήστος Κολτσίδας χάραξε ήδη από την πρώτη του συλλογή τις συντεταγμένες της ποιητικής του χώρας και τις ακολουθεί πιστά μέχρι την πρόσφατη.

Ο τόπος, οι άνθρωποι, η αιωνιότητα. Το μότο της, η ρήση του Λ. Βιντγκενστάιν: «Η θεώρηση του κόσμου sub specie aiterni είναι η θεώρησή του ως περιορισμένου συνόλου». Αυτή προοικονομεί τη θεμελιακή βάση της έμπνευσης του και το αποτέλεσμά της. Αν θέλουμε να δούμε και κυρίως να κατανοήσουμε τον κόσμο, αρκεί να στρέψουμε το βλέμμα μας, υπό την σκοπιά της αιωνιότητας, στον μικρό μας τόπο. Έτσι αποκτά νόημα η ύπαρξη. Οριοθετεί λοιπόν στη μικρή πατρίδα την έκταση της ποιητικής περιδιάβασής του, από κει την διευρύνει στη μεγάλη και κατόπιν την εξακτινώνει οικουμενικά με τον τρόπο του Σπινόζα. Μπορούμε να δούμε τον τόπο, τη φύση, τον άνθρωπο, sub specie aeternitatis (από την σκοπιά της αιωνιότητας), γιατί η αιωνιότητα δεν είναι αριθμός, αλλά συνθήκη και σαν τέτοια εγκιβωτίζεται κι υπάρχει εντός της ποιητικής έκφρασης.

Μόνον η ποίηση έχει αυτό το προνόμιο, να κινείται ελεύθερα σπάζοντας τα στεγανά εδαφικών συνόρων και τους περιορισμούς του χρόνου, εξασφαλίζοντας αυτό το βλέμμα που όχι μόνο καταγράφει και διαρρηγνύει το παρόν αλλά το συνδέει με το παρελθόν και το ενώνει με το αιώνιο. Στον μικρόκοσμο θεάται το σύμπαν και στα δύο θεάται η αιωνιότητα. Αυτή η σύνδεση είναι το μεγάλο πλεονέκτημα της ποίησης του Χρήστου και μας καλεί να τη δούμε χωρίς κατήχηση και μεγαλοστομίες.

Γράφει λοιπόν στην «Οριοθέτηση τοπίου»

Χωράς να κινηθείς απ΄ την μια άκρη στην άλλη

Εδώ έχει κίνηση και γέννηση και θάνατο

Πλατάγισμα της πέτρας στο μαύρο πανί του ποταμού

Κι αν βγούμε βράδυ ως το βουνό

-με κλαρίνο και λαούτο και φόβο για βοηθό-

Έρχονται ζώα με στόμα κόκκινο που αχνίζει

Είναι ένας τόπος όμορφος

Τόπος ροής

Τόπος κυνηγιού

Τόπος μελισσοκόμων. 

 

Και αλλού με τόνο προφητικό και γλώσσα σχεδόν εκκλησιαστική:

Προέχει ο τόπος ως τόπος

τα όντα ως όντα σιωπηλά

κι έρχεται αργά ο άνθρωπος να ονοματίσει

“Αν είναι ανθρώπου αυτή η βούληση κι αυτές οι πράξεις

-θα ματαιωθούν”

Αυτό είναι γραμμένο στα ροζιασμένα ξύλα της αυλής

στην καπνισμένη πρόσοψη της εκκλησίας

Στη δεύτερη συλλογή, το τοπίο παραμένει μεν ορεινό σαν φόντο, με τα έλατα, τα χώματα και τα πουλιά του, όμως ο ποιητικός πυρήνας αναδύεται ακόμη πιο εύγλωττος και είναι το νήμα που δένει τα όντα με τον τόπο: η ζωή κι ο θάνατος προσωποποιούνται, αντιπαρατάσσονται ισότιμα, αν και πιο πολύ βαραίνει στη ζυγαριά των στίχων ο δεύτερος.

Γράφει:

Είναι σ΄ αυτό το χωραφάκι του κόσμου που κολατσίζουνε

κουρασμένο απ΄ τη δουλειά αντρόγυνο

Ο Θάνατος ο θεριστής και η σπορίτισσα Ζωή.

Στην τρίτη συλλογή, «ΟΙ ΝΕΡΟΦΟΡΟΙ», ο τόπος ορίζεται πλέον ξεκάθαρα: η γενέθλια γη, η Καρδίτσα με τα περίχωρα της, το άστυ και η ύπαιθρος του, αφετηρία και τέρμα του ταξιδιού κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Ο ποιητής μας προσκαλεί στο δικό του ταξίδι με κινηματογραφικά πλάνα. Γίνεται ο flâneur του Βάλτερ Μπένγιαμιν, ο περιπατητής-παρατηρητής που επιδίδεται όμως όχι μόνο σε αστικές περιπλανήσεις αλλά και σε περιηγήσεις  στα αγροτικά περίχωρα, με την ίδια εξερευνητική ματιά και διάθεση στιχουργώντας το πνεύμα του τόπου του.

Να κοιτάς απ΄το παράθυρο του τρένου;

Το καλύτερο μονοπλάνο .

Παλιοφάρσαλα , Σοφάδες ,

Μ΄ένα ψιλοβροχο πικρό.

 

Καρδίτσα

Και σπίτι με τα πόδια.

 

Στα παλιά εργατικά

Πιάνεται η ψυχή σου.

 

Στο κέντρο ξεπιάνεται

 

Η έτσι νομίζεις.

Ένας ποιητής από τη Θεσσαλική ενδοχώρα επιστρέφει στη γενέθλια γη και φέρνει φρέσκο νερό από παλιό πηγάδι, παυσίλυπο και παραμυθητικό.

Μια πόλη και μια καλότυχη περιοχή  η Καρδίτσα αφού γέννησε τέτοιον ευγνώμονα στα νάματά της λογοτέχνη.

Είναι μια πολή ισιάδι στον κόρφο

Μια πόλη

Υγρασία στην κωλότσεπα

Παυσίλυπη, αλεξίχαρη

Από κει έρχονται οι Νεροφόροι να καθαρίσουν τα κανάλια και να οδηγήσουν τα πηγαία νερά στις καλλιεργημένες εκτάσεις ώστε να μην ξεραθούν από την αμείλικτη ανομβρία που στεγνώνει ρίζες και γεννήματα. (Οι νεροφόροι –υδρονομείς, σύμφωνα με τα λεξικά, αναλάμβαναν καθήκοντα από τις αρχές Μαΐου και παρέτειναν  το έργο τους κάθε χρόνο έως τα τέλη Σεπτεμβρίου, ανάλογα πάντοτε με τις τοπικές καιρικές συνθήκες. Κύριο έργο τους ήταν ο καθαρισμός των οχετών που οδηγούν τα πηγαία νερά σε καλλιεργημένες εκτάσεις.)

Ο πληθυντικός του τίτλου, από τους πιο ευρηματικούς που έχουμε διαβάσει τα τελευταία χρόνια, δημιουργεί συνειρμούς με το δεύτερο συνθετικό, αφενός με το Μυροφόροι της εκκλησιαστικής γραμματείας, τις γυναίκες που έρχονται να περιποιηθούν το νεκρό σώμα του Χριστού πριν την Ανάστασή του, αφετέρου με την  αρχαία λέξη νεκροφόροι, δηλαδή αυτοί που μεταφέρουν και θάβουν τον νεκρό. Με ανάλογο σκοπό έρχονται κι οι στίχοι του Χρήστου: περιποιητικοί της ψυχής, τρυφεροί, θυμόσοφοι, στοχαστικοί, φιλοσοφημένοι. Έργο τους δεν είναι να θάψουν σώμα αλλά να αναστήσουν τον ποιητικό λόγο, να ξεδιψάσουν υποδεικνύοντας ως λύτρωση την αποδοχή αυτού που οριστικά χάθηκε, είτε είναι το ρημαγμένο τοπίο είτε οι άνθρωποι κι ο χρόνος που ανεπίστροφα πέρασε. Η αποδοχή της πραγματικότητας εμπεριέχει τη Σπινοζική εκδοχή της θέασης του κόσμου. Ο ποιητής τον αντικρίζει θαρραλέα και τον μεταφέρει με διαδοχικές εικόνες οδηγώντας μας σε μια παυσίλυπη ανακούφιση. Βοηθοί του οι λέξεις. Επιλέγονται με μέτρο και όπως οι υδρίες, ενυδατώνουν την ερημωμένη ψυχή από τις απώλειες της.

Γράφει :

Κάτω από τα πόδια μας χτυπά

Η όμορφη αρτηρία της αιωνιότητας

Θρέφει δέντρα, ανθρώπους, ζωντανά.

Κι εμείς,

 Μ’ ένα καθήκον φωτοσκιάσεων,

Αναδεύουμε το νερό

Στο μεγάλο πηγάδι του κόσμου

Έτσι μοιράζουμε ισάξια

Λίγο από την απειρία της ζωής

Λίγο από την πείρα του Θανάτου.

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως ενώ η φιλοσοφική σκευή του ποιητή θεμελιώνει τον λόγο, εντούτοις  δεν καταδυναστεύει το ποίημα, δεν κομπορρημονεί, δεν ακκίζεται σε επίδειξη γνώσης. Αντίθετα, ρέει σαν καθαρό νεράκι μέσα στις λέξεις του, ανοίγει το αυλάκι να ποτιστούν τα αιώνια υπαρξιακά ερωτήματα, τι η ζωή και τι ο θάνατος, ο τελευταίος ως το βέβαιο γεγονός, η μόνη κοινή μας πείρα. Ο χρόνος στην ποίηση του Χρήστου δεν είναι εχθρός, δεν είναι βάρος δυσβάσταχτο αλλά ο αχώριστος σύντροφος μας, κυλάει κι αυτός σαν το νερό, νοηματοδοτεί τη ζωή μας. Αυτή την λυτρωτική επίγνωση κουβαλούν οι Νεροφόροι «Φέρουμε μέσα μας τη διαβρωτική ροή των υδάτων…φέρουμε πάνω μας την επιδεξιότητα των αυλακώσεων του χρόνου».

Κατά την άποψη μου, είναι ευδιάκριτοι δύο άξονες στα ποιήματά του. Προηγείται αρχικά ο άξονας της κατάφασης, της αποδοχής του συντελεσμένου, και έπεται καταληκτικά ο άξονας του στοχασμού, της φιλοσοφικής ενατένισης, της γενίκευσης.  Περιδιαβαίνει ο ποιητής την επαρχία του, καταγράφει λιτά και σπαρακτικά την εγκατάλειψη, την μοναξιά, τη φθορά, τη σήψη. Εδώ είναι που ανταμώνει τους ορεινούς ποιητές που ανέφερα στη αρχή, εδώ συναντάει το αυλάκι του τον Γρεβενιώτη Χρήστο Μπράβο και τον Εδεσσαίο Μάρκο Μέσκο. Κι αν όλοι αυτοί είδαν την ερήμωση εν τη γενέσει και στην ιστορική συγχρονία της μετεμφυλιακής Ελλάδας, ο Χρήστος Κολτσίδας συνεχίζει στο ίδιο τοπίο, με τις εγκαταστημένες πλέον εικόνες της φθοράς, χωρίς βέβαια τα δικά τους βιώματα, σίγουρα όμως με την επίγνωση της ιστορίας τους και με την προίκα της ίδιας ευαισθησίας. Γι’ αυτό και οι ευθείες αναφορές στους στίχους του Γκανά «Κι η μοναξιά ένα μάθημα πικρό» και του Χρ. Μπράβου.

Ιδιαίτερα ο τελευταίος με τον στίχο του « Κι όμως το πιο γλυκό βιολί το παίζει ο θάνατος» είναι ευδιάκριτα παρών στον στίχο «Καληνύχτα παίζουν τα βαριά μας έγχορδα». Θεωρώ πως  μια καλή μελέτη για τους αυριανούς φιλολόγους θα είναι μελλοντικά αυτή που θα διερευνά πιο διεξοδικά τα υπόγεια ρυάκια που συνδέουν όλες τις συλλογές του Χρήστου Κολτσίδα με τους δυο αυτούς ποιητές. Ας μου επιτραπεί και η σύνδεση με έναν άλλον σπουδαίο ποιητή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, τον Τάκη Σινόπουλο. Το κοινό τους στοιχείο διαφαίνεται στον τρόπο που αντιπαρατίθενται στο έργο τους τα στοιχεία της ζωής και της πληρότητας με τα στοιχεία της φθοράς και του θανάτου. Ο σκηνοθετικός κανόνας είναι ίδιος και ορίζει την ποιητική έκφραση τους: εικόνες εγκατάλειψης, εικόνες σύμβολα παρακμής, φθοράς, θανάτου.

Η διαφορά έγκειται στο ότι, ενώ ο Σινόπουλος δεν βλέπει καμία χαραμάδα διαφυγής, καμιά ανάσα αισιοδοξίας (δικαιολογημένο με βάση τα βιώματα του «Ήταν ένα ικρίωμα, έλεγες, κι εκείνο το απομεσήμερο ανέβηκα τρίζοντας τη σκάλα, η ξύλινη σκάλα το αμετακίνητο ικρίωμα»), ο Χρήστος αφήνει σε κάθε κατακλείδα την αισιόδοξη αποδοχή της πραγματικότητας ως πολύτιμο κληροδότημα μαζί με μια πικρόγλυκη επίγευση, όπως άλλωστε είναι κι η ίδια η ζωή.

Πάντα η ζωή θα έρχεται να ανακυκλώνει τα παλιά, να αναδεύει τα νερά στο πηγάδι της και οι πρωτεργάτες της αναγέννησης θα είναι εσαεί και ελπιδοφόρα τα παιδιά «Απέναντι έπεσε και το μνημείο των πεσόντων.. όμως τίποτε δεν πάει χαμένο, θα το σηκώσουν τα παιδιά»

Στην ποίηση του Χ.Κολτσίδα το εξωτερικό τοπίο μεταναστεύει εντός, γίνεται εσωτερικό, θεμελιώνεται πάνω στην κύρια αντίθεση που διατρέχει τη μικρή αυτή σε έκταση, αλλά μεγάλη σε βάθος συλλογή: τη ζωή και τον θάνατο. .

Ξεκινά ως εικονιστική και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς αφού ο τόπος με τα όντα του είναι ο καμβάς, οι κλωστές του που την κεντούν χρωματίζουν οικείες κι όχι παράξενες εικόνες: είναι τα χωριά μας,  τα χωράφια μας, το καφενείο, τα βουνά μας, τα ζώα, οι πηγές, τα αγάλματα των τοπικών ηρώων. Όλα γνωστά, συνθέτουν τη σκηνογραφία. Τα ιστορικά γεγονότα δεν αγνοούνται, λειτουργούν ως απόηχος, υποφώσκουν διακριτικά. Η στιχουργική αυλαία όμως πέφτει πανηγυρικά με την υπέρβαση της εντοπιότητας, του εφήμερου και προσωρινού, με τη φιλοσοφημένη ματιά που λειτουργεί ως αρχαίο επίγραμμα και δεν είναι σε καμιά περίπτωση παρελθοντολογία ή εγκώμιο ενός χαμένου παραδείσου, άλλωστε αυτός δεν υπήρξε ποτέ. Αντίθετα, λειτουργεί ως ένα κάλεσμα να στοχαστούμε το παρόν «ποιητικώ τω τρόπω», με διαρκώς προσηλωμένη τη σκέψη στην αιωνιότητα. Η ποίηση του έρχεται να θεμελιώσει ηθικά και όχι ηθικολογώντας την ουσία του κάθε όντος.

Έμψυχα και άψυχα, έλλογα κι άλογα στοιχεία, ισοδύναμα συμμετέχουν στη γένεση και στη φθορά. Κυρίαρχο το υδάτινο στοιχείο με την προσωκρατική του έννοια, ως μήτρα ζωής και ροή ατελεύτητη, ως αέναη δύναμη διαμόρφωσης των πάντων, ως αρχέγονο συστατικό στοιχείο των όντων, ως λίμνη- καθρέφτης των προσώπων και τελικά ως μνήμη άσβεστη της μικρής και μεγάλης πατρίδας. Το ζωογόνο φορτίο του νερού στους Νεροφόρους με οδήγησε συνειρμικά στο έξοχο πολιτικό ντοκιμαντέρ του Χιλιανού Πατρίσιο Γκουσμάν «Το μαργαριταρένιο κουμπί» που αποτελεί μια ωδή στη ενοποιητική με το σύμπαν λειτουργία του υδάτινου στοιχείου και στην ικανότητα του να εγκλωβίζει και να συντηρεί την ιστορική μνήμη.

Ο Χ.Κολτσίδας αρδεύει το δικό του νερό από πολλές πηγές και το αφομοιώνει εξόχως δημιουργικά και πρωτότυπα: από το δημοτικό  τραγούδι, από τις προφορικές αφηγήσεις («και πιάνουμε τα μύθια») από την ποιητική παράδοση των ορεινών ποιητών, από σύγχρονους ομότεχνους του, από τα φιλοσοφικά αναγνώσματα και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Το αριστούργημα της συλλογής του, οι Νεροφόροι, το μόνο ποίημα που τιτλοφορείται, αναπτυχώνει το δημοτικό πολυφωνικό τραγούδι σε σύγχρονη φόρμα και ανακινεί τα λιμνασμένα ύδατα της ταλαιπωρημένης μας γλώσσας από την επιδειξιομανία της λεξιθηρίας, από το παραφόρτωμα των συμβολισμών και των εκβιασμένων υπερρεαλιστικών σχημάτων.

 

Ανηφορίζουμε.

Όλο και πιο ψηλά,
όλο και πιο γρήγορα.

Τόσες πηγές, τόσα νερά
κι ακόμα δεν ξεδίψασαν οι αποθαμένοι;

Έφερνε ο αέρας φρόνημα παρηγοριάς,
κι όμως φυσούσε από τον κάτω κόσμο.

 

Λιτή, καθαρή σαν το νερό των πηγών, έντιμη, αυθεντική, η γλώσσα του Χ. Κολτσίδα, ανανεώνει τη σχέση μας αρχικά με τον τόπο, την παράδοση και τους στοχασμούς του και μετά με την αφτιασίδωτη ποίηση, δώρο ανεκτίμητο, αν θυμηθούμε το παράπονο του Σεφέρη «και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά».

Ανατρέπει επίσης την άποψη πως από τη γενιά του ’70 και μετά η νεοελληνική ποίηση εμπνέεται κατεξοχήν από το αστικό τοπίο.

Η επαρχία με βουνά και κάμπους, με τις πόλεις και τα χωριά της, προπάντων με τους ανθρώπους της, έρχεται δυναμικά με νέους εκπροσώπους να μας μιλήσει για την άλλη πατρίδα, την ξεχασμένη και παραγνωρισμένη, να την απλώσει σπάζοντας τα γεωγραφικά σύνορα και να μας συγκινήσει βαθιά.

Αν οι στίχοι σταματούν σαν κόμπος, σαν λυγμός και σαν σκέψη που κινεί το σύμπαν των αισθήσεων, σαν το αντίδοτο στη λήθη, τότε ναι, μιλάμε για αυτήν τη βαθιά, μοναδική υπαρξιακή πλήρωση που χαρίζει η Τέχνη της γλώσσας.

Οι «Νεροφόροι» πέτυχαν να κινητοποιήσουν μνήμη και αισθήματα.

Ομολογημένη  η απέραντη εκτίμηση μου στο ελπιδοφόρο έργο του Χ. Κολτσίδα και εγκάρδιες οι ευχαριστίες μου για την ποιητική του κατάθεση.

*Η Αθηνά Παπανικολάου είναι φιλόλογος-συγγραφέας

*Το κείμενο αποτελεί την εισήγηση της συγγραφέα στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογικής που έγινε στις 9 Ιουνίου στο μπαρ Ήλεκτρον στη Θεσσαλονίκη.

Φωτογραφία – Χαρακτικό εξωφύλλου: Μαριλένα Παπαγεωργίου/Sourtouka memento lab

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΜΠΑΤΣΑΕΙ;

11 Ιούνη 2013- 11 Ιούνη 2022. Εννιά χρόνια μετά… Του Γιάννη Τσολακίδη