in

Μαζί στους καιρούς των κερασιών

Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Ζακ Ταρντί, Η κραυγή του λαού

Καρλ Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία (εισαγωγή: Φρίντριχ Ένγκελς, μετάφραση: Επιτροπή Ελλήνων του Εξωτερικού, επιμέλεια-σχόλια: Λουκάς Αξελός), Στοχαστής 2001, σσ.: 155

Μιχαήλ Μπακούνιν, Η Παρισινή Κομμούνα του 1871 και η ιδέα του κράτους (μετάφραση: Jack Loumala, επιμέλεια: Γιώργος Ξυλαγκράς) Ελεύθερος Τύπος χ.χ.ε., σσ. 118

Όταν θα τραγουδάμε στων κερασιών την εποχή

Το χαρούμενο αηδόνι, το κοτσύφι πειραχτήρι

Όλοι θάχουνε γιορτή

Οι νιες θάχουν ξελογιαστεί

Κι οι νέοι θα γεμίζουν με ήλιο το ποτήρι[1].

Ζαν-Μπατίστ Κλεμάν, «Ο Καιρός των Κερασιών», 1866

 

Ο σοσιαλιστής Κλεμάν βρέθηκε στα οδοφράγματα της Κομμούνας τη Ματωμένη Εβδομάδα –Κυριακή 21 με Κυριακή 28 Μαΐου του 1871– και αφιέρωσε το τραγούδι που έγραψε το 1866 «στη γενναία πολίτισσα Λουίζ»: τη νοσοκόμα που άφησε το οδόφραγμα της οδού Σεν Μωρ ρισκάροντας τη ζωή της, για να φροντίσει τους κομμουνάρους δίπλα στον Κλεμάν, στο οδόφραγμα της Ντε λα Φοντέν ω Ρουά, τη μέρα της συντριβής της εξέγερσης. Τη γενναιότητα αυτού του σπουδαίου κοριτσιού σώζει στα απομνημονεύματά της μια άλλη, εξίσου σημαντική Λουίζ εκείνων των ημερών: η Λουίζ Μισέλ.

Ο «Καιρός των Κερασιών» φέρνει στο νου τις αμυγδαλιές στο «Μυθιστόρημα» του Γιώργου Σεφέρη – τους στίχους του που έκανε τραγούδι ο Μίκης Θεοδωράκης με το «Λίγο ακόμα». Φαντάζομαι πως ο Κλεμάν τραγουδήθηκε πολύ φέτος στη Γαλλία – ιδίως μεταξύ 18 Μαρτίου και 28 Μαΐου, μέρες που ο Δήμος του Παρισιού τιμούσε με δεκάδες εκδηλώσεις τα 150χρονα.

 

***

Έστω λιγότερο «θεσμικές» –κι έστω, χωρίς τους στίχους του Κλεμάν–, δεν ήταν λίγες και στην Ελλάδα οι συμβολές στη μνήμη της Κομμούνας. Οι ελευθεριακές «Εκδόσεις των Ξένων» μετέφρασαν την «Κοινοτική Πολυτέλεια», το βιβλίο της Αμερικανίδας φιλοσόφου Κριστίν Ρος για το πώς σκέφτηκαν την Κομμούνα όσοι συμμετείχαν και όσες στήριξαν ελπίδες σε αυτήν. Η επιθεώρηση «Κόκκινο», το r-project και το Marginalia ετοίμασαν αφιερώματα που μας έμαθαν σημαντικά πράγματα για την πρώτη σοσιαλιστική επανάσταση. Η Σύγχρονη Εποχή εξέδωσε τις «Γυναίκες από την αστική Γαλλική Επανάσταση στην Παρισινή Κοµµούνα». Και λίγο πριν φύγει η χρονιά, τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας οργάνωσαν μια ενδιαφέρουσα διαδικτυακή ημερίδα.

Μέσα στις τόσες σημαντικές συμβολές, υπάρχει ωστόσο μια πτυχή που νομίζω ότι συζητήθηκε λιγότερο απ’ όσο θα άξιζε: η Κομμούνα δεν ανήκει μόνο στο κοινό «εορτολόγιο», αλλά και στον κοινό κόσμο –το κοινό «φαντασιακό», αν θέλετε– αναρχικών και κομμουνιστών: Μόλις τρία χρόνια πριν από την Κομμούνα, Μαύροι και Κόκκινοι ήταν μαζί στην Διεθνή Ένωση Εργατών. Στη Γαλλία του 1870, διώκονταν μαζί, με ειδικό  νόμο, ως μέλη της Διεθνούς. Και μαζί θα παρέμεναν μέχρι τις συνδιασκέψεις του Λονδίνου και του ελβετικού Σονβιλιέ, το φθινόπωρο του 1871 – προτού το Συνέδριο της Χάγης επισφραγίσει το σχίσμα. Ιδίως όσα έγραψαν εν θερμώ για την Κομμούνα οι Μαρξ και Μπακούνιν, εκτός από τις διαφωνίες τους, επιτρέπουν να διακρίνουμε την ισχυρή βάση αυτού του «μαζί» — το κοινό «πολιτικό φαντασιακό». Να το διακρίνουμε, χωρίς να παραγνωρίζουμε υπαρκτές (και σοβαρές) διαφορές, χωρίς όμως και να ταυτίζουμε τις ρητορικές υπερβολές τους με τις δυνατότητες και τα όρια της επαναστατικής αδελφοσύνης.

Μπακούνιν

Το παραδέχεται ο Μπακούνιν: Τον Οκτώβρη του 1872 λέει πως, «ανάμεσα στους Μαρξιστές και σε μας υπάρχει μια άβυσσος. Αυτοί είναι κρατιστές ενώ εμείς είμαστε αναρχικοί» (σ. 41). Δεν μένει, όμως, εκεί: «Πιστεύω ότι ο κύριος Μαρξ είναι ένας φλογερός επαναστάτης […] κι ότι πραγματικά επιθυμεί την εξέγερση των μαζών».

Λίγο μετά την Κομμούνα, ο Μπακούνιν εξηγεί ποια θεωρεί τη βασική διαφορά των «επαναστατών σοσιαλιστών» από τους «εξουσιαστικούς κομμουνιστές»:

Ο τελικός σκοπός τους είναι κοινός· και οι δύο παρατάξεις επιθυμούν εξίσου τη δημιουργία μιας νέας κοινωνικής τάξης, βασισμένης αποκλειστικά στην οργάνωση της ομαδικής εργασίας, που επιβάλλει αναπόφευκτα, στο άτομο και στο σύνολο, απ’ την ίδια τη φύση των πραγμάτων, κάτω από οικονομικές συνθήκες που είναι ίσες για όλους και πάνω στη συλλογική ιδιοκτησία των παραγωγικών μέσων […] οι επαναστάτες σοσιαλιστές, εχθροί κάθε δέσμευσης και κάθε αβέβαιας φύσης συμμαχίας, νομίζουν αντίθετα ότι δεν θα μπορέσουν να εκπληρώσουν αυτό το σκοπό παρά μόνο με την ανάπτυξη και την οργάνωση όχι της πολιτικής, αλλά της κοινωνικής (και κατά συνέπειας αντιπολιτικής) εξουσίας των εργαζόμενων μαζών, τόσο στις πόλεις, όσο και στην ύπαιθρο, περιλαμβανομένων όλων των καλοπροαίρετων ανθρώπων απ’ τις ανώτερες τάξεις […] Ο επαναστατικός σοσιαλισμός έχει μόλις επιχειρήσει την πρώτη του επίδειξη […] στην Παρισινή Κομμούνα (σ. 13-15).

Ό,τι για τον Μπακούνιν είναι η «πρώτη επίδειξη» του αναρχισμού, για τον «κρατιστή», υποτίθεται, Μαρξ θεωρείται «προάγγελος μιας νέας κοινωνίας» (σ. 111).

Ο Μπακούνιν, που στα τέλη Σεπτέμβρη του 1870 έχει πρωτοστατήσει στην αποτυχημένη Κομμούνα της Λυών, απορρίπτει την «υποτιθέμενη ευφυΐα» των «κρατιστών» μαρξιστών: πιστεύει ότι «οι λαϊκές μάζες φέρνουν μέσα τους, μέσα στα ένστικτά τους […] όλα τα στοιχεία της μελλοντικής κοινωνικής οργάνωσης», ώστε να μη χρειάζονται μαρξιστές διανοούμενους για ηγέτες.

Μαρξ

Στην άλλη πλευρά, είναι εντυπωσιακή η μεταστροφή του Μαρξ καθώς η σύγκρουση στη Γαλλία κλιμακώνεται σε εμφύλιο – παρότι, να το τονίσουμε, δεν είναι αυτή η επιλογή των σοσιαλιστών.

Λίγους μήνες πριν από την εξέγερση της Κομμούνας, στις 9 Σεπτέμβρη του 1870, ο Μαρξ γράφει για λογαριασμό του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατών πράγματα που, αν τα απομονώσει κανείς από το πλαίσιό τους, διαβάζονται έως και παρεξηγήσιμα:

κάθε απόπειρα ανατροπής της νέας [γαλλικής] κυβέρνησης, τη στιγμή που ο εχθρός χτυπάει κιόλας τις πόρτες του Παρισιού, θα ήταν απεγνωσμένη τρέλα [Οι εργάτες] ας χρησιμοποιήσουν ήρεμα και αποφασιστικά τα μέσα που τους δίνει η δημοκρατική ελευθερία για να στερεώσουν την οργάνωση της τάξης τους […] Από τη δική τους δύναμη και σύνεση εξαρτάται η τύχη της δημοκρατίας […] Ζήτω η Δημοκρατία (σ. 48-49).

Ο Μαρξ εμφανίζεται ως «απλά δημοκράτης» σε μέρες κοσμογονικές: η «Δεύτερη Αυτοκρατορία» του Ναπολέοντα Γ’, καθεστώς που έχει επιβληθεί με πραξικόπημα το 1851,  έχει κηρύξει πόλεμο στην Πρωσία, διεκδικώντας τον Ρήνο (στις 19 Ιουλίου του 1870)· στις 2 Σεπτεμβρίου, ο γαλλικός στρατός συντρίβεται στο Σεντάν, ο Ναπολέων ο Γ’ κρατείται από τους Πρώσους, ο Μπίσμαρκ περνά από την άμυνα στην επίθεση, και η Πρωσία διεκδικεί στρατιωτικά την Αλσατία και τη Λωραίνη από τη Γαλλία. Στις 4 Σεπτεμβρίου επανακηρύσσεται δημοκρατία και σχηματίζεται μια προσωρινή κυβέρνηση εθνικής άμυνας υπό τον στρατηγό Τροσύ, θεωρητικά για να αποκρούσει τη γερμανική αντεπίθεση. Αρκετά αργότερα, στις 31 Οκτωβρίου, εργάτες και επαναστατημένα τμήματα της γαλλικής εθνοφρουράς κηρύσσουν ανταρσία και ο Μπλανκί γίνεται πρόεδρος της Επιτροπής Δημόσιας Σωτηρίας.

Ο  Μαρξ αμφιταλαντεύεται. Δεν έχει αυταπάτες για τις δυνατότητες της εργατικής τάξης σε Γαλλία και Πρωσία τη δεδομένη στιγμή:

Αν οι γάλλοι εργάτες –γράφει στις 9 Σεπτεμβρίου του 1870– δεν κατάφεραν να σταματήσουν τον επιτιθέμενο σε καιρό ειρήνης (σ.σ.: τη γαλλική επίθεση στην Πρωσία), έχουν μήπως οι γερμανοί εργάτες μεγαλύτερη πιθανότητα να καταφέρουν να σταματήσουν το νικητή (σ.σ.: τον Μπίσμαρκ) μέσα στην κλαγγή των όπλων;» (σ. 46-47).

Από την άλλη, καταλαβαίνει και τα πολιτικά όρια της παλινορθωμένης δημοκρατίας στη Γαλλία:

[…] χαιρετίζουμε και μεις την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας στη Γαλλία, μα σύγχρονα μας βασανίζουν έγνοιες που ελπίζουμε να αποδειχτούν αβάσιμες. Η δημοκρατία δεν ανέτρεψε το θρόνο, πήρε μόνο τη θέση του που είχε αδειάσει […] Οι ορλεανικοί (σ.σ.: ένα από τρία δυναστικά κόμματα, που εκφράζουν τη γαλλική χρηματιστηριακή αριστοκρατία και τους μεγαλοβιομηχάνους) κατέλαβαν τις ισχυρές θέσεις του στρατού και της αστυνομίας, ενώ στους δημοκρατικούς έπεσαν οι θέσεις με τα παχιά λόγια (σ. 47).

Τον Σεπτέμβρη του 1870, λοιπόν, ο Μαρξ κηρύσσει τη σύνεση, αφενός γιατί βλέπει τα όρια της εργατικής τάξης, αφετέρου γιατί δεν μπορεί να προβλέψει (και σίγουρα να «προφητέψει») ότι η εθνοσυνέλευση, που αναλαμβάνει την τύχη της νέας γαλλικής δημοκρατίας, το Φλεβάρη του 1871, κυριαρχείται από μοναρχικούς: 450, στο σύνολο 750 βουλευτών. Ακόμα χειρότερα, ότι αρχηγός του γαλλικού κράτους θα γίνει ο δικηγόρος Αδόλφος Θιέρσος – ένας από ηγέτες του «κόμματος της τάξης» στη σφαγή της επανάστασης στη Γαλλία, τον Ιούνιο του 1848. Σφαγέας των δημοκρατικών, και πρωθυπουργός το 1840, όταν εμπνεύστηκε την οχύρωση του Παρισιού για προληπτικούς (αντεπαναστατικούς) σκοπούς, ο Θιέρσος έχει αντιταχθεί νωρίτερα στον γαλλο-πρωσικό πόλεμο – αλλά μέχρι εκεί. Πρόκειται για τον άνθρωπο, λέει ο Μαρξ, που «μπήκε στο πρώτο του υπουργείο επί Λουδοβίκου Φιλίππου, φτωχός σαν τον Ιώβ, κι έφυγε απ’ αυτό σαν εκατομμυριούχος» (σ. 59).

Η νέα γαλλική κυβέρνηση, με υπουργούς σεσημασμένους καταχραστές του δημόσιου χρήματος, δεν προτίθεται να αμυνθεί. Ζητά δάνειο 2 δισεκατομμυρίων φράγκων, με όρο να διακοπούν οι εσωτερικές πληρωμές μέχρι την ειρήνευση στο Παρίσι: σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Θιέρσος και ο κυβερνητικός θίασός του παίρνουν «προμήθεια» από το δάνειο 300.000.000 φράγκα (!). Η συνθηκολόγηση του Θιέρσου με τον Μπίσμαρκ προβλέπει η Γαλλία να κρατήσει 40.000 στρατιώτες: ο Μπίσμαρκ θα συμφωνήσει τελικά να γίνουν 100.000 και οι όμηροι της Δεύτερης Αυτοκρατορίας να επαναπατριστούν – με όρο η δύναμη αυτή να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για την καταστολή του ένοπλου παριζιάνικου λαού.

Κομμούνα των Κόκκινων και των Μαύρων μαζί

Ο Θιέρσος επιτίθεται στη Μονμάρτη για να αποσπάσει το πυροβολικό από την εθνοφυλακή – και αποτυγχάνει. Αδυνατώντας, πιθανότατα, να σταθεί στις Βερσαλλίες, η Κομμούνα αφήνει τον κόσμο της αντεπανάστασης να ανασυγκροτηθεί εκεί. Ως τότε όμως, γράφει ο Μαρξ, πραγματοποιεί «το σύνθημα όλων των αστικών επαναστάσεων, το σύνθημα για φτηνή κυβέρνηση, καταργώντας, τις δύο μεγαλύτερες πηγές εξόδων – τον τακτικό στρατό και την υπαλληλοκρατία» (σ. 83):

Η Κομμούνα σχηματιζόταν από τους δημοτικούς συμβούλους που είχαν εκλεγεί με βάση το γενικό εκλογικό δικαίωμα στα διάφορα διαμερίσματα του Παρισιού. Ήταν υπεύθυνοι και μπορούσαν να ανακληθούν σ’ οποιαδήποτε στιγμή. Η πλειοψηφία τους αποτελιόταν φυσικά από εργάτες ή από αναγνωρισμένους εκπροσώπους της εργατικής τάξης. Η Κομμούνα δεν επρόκειτο να είναι ένα κοινοβουλευτικό αλλά ένα εργαζόμενο σώμα, εκτελεστικό και νομοθετικό ταυτόχρονα. Η αστυνομία […] απογυμνώθηκε από όλες τις πολιτικές της ιδιότητες και μετατράπηκε σε υπεύθυνο όργανο της Κομμούνας, που μπορούσε να ανακληθεί σ’ οποιαδήποτε στιγμή. Το ίδιο έγινε και με τους δημόσιους υπαλλήλους σ’ όλους τους κλάδους της διοίκησης […] η δημόσια υπηρεσία έπρεπε να αμείβεται με εργατικούς μισθούς (σ. 79).

Η Κομμούνα δεν θέλησε να επιβάλει ένα μοντέλο προκαθορισμένο από διανοούμενους. Όπως εξηγεί ο Λένιν, ήταν περισσότερο «κοινωνική» παρά «πολιτική» επανάσταση – όσο κι αν αυτοί οι διαχωρισμοί είναι αμφίβολης, αν όχι ελάχιστης, αξίας:

Η Κομμούνα αναδύθηκε αυθόρμητα. Δεν την προετοίμασε κανείς με οργανωμένο τρόπο. Ο αποτυχημένος πόλεμος με τη Γερμανία, οι στερήσεις στις οποίες περιήλθε ο λαός κατά την πολιορκία, η ανεργία μέσα στο προλεταριάτο και η καταστροφή των κατώτερων στρωμάτων της μεσαίας τάξης· η οργή των μαζών ενάντια στις υψηλότερες τάξεις και ενάντια στις αρχές, που είχαν επιδείξει απόλυτη ανικανότητα […] η αντιδραστική σύνθεση της Εθνοσυνέλευσης, η οποία ξύπνησε ανησυχίες για τη μοίρα της δημοκρατίας — όλα αυτά και πολλά άλλα συνδυάστηκαν για να οδηγήσουν τον πληθυσμό του Παρισιού σε επανάσταση στις 18 Μάρτη, πράγμα που, απροσδόκητα, έφερε την ισχύ στα χέρια της Εθνικής Φρουράς, στα χέρια της εργατικής τάξης και των μικροαστών που πήραν το μέρος της[2].

Εξίσου σημαντικό: Η αντίληψη των κομμουνάρων για το τι πάει να πει εντιμότητα, η σύγχυση πατριωτικών και κοινωνικών σκοπών –και τα αποτελέσματά τους: η  μη κατάσχεση των αποθεματικών της Τράπεζας της Γαλλίας και το γεγονός ότι η Κομμούνα έκανε τα πάντα, μέχρι πολύ αργά, για να αποφύγει την εμφύλια σύρραξη, που τελικά προκάλεσε η αντίπαλη πλευρά–, υποχρέωσαν τον Μαρξ να «διορθώσει» το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, προσθέτοντας μια εισαγωγή με την εμβληματική φράση από τον «Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία»: «Η εργατική τάξη δε μπορεί απλώς να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να την βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς» (σ. 75). Με τα λόγια της Λουίζ Μισέλ: «Ήμασταν γενναιόδωροι, δεν θα είμαστε πια. Μας ξεριζώσατε την καρδιά, τόσο το καλύτερο. Θα είμαστε ανελέητοι»[3].

Καλή χρονιά σ’ όλους τους γενναιόδωρους ανθρώπους!

[1] Τη μετάφραση τη βρήκα (και την «πείραξα» ελάχιστα) στο tsiritsantsoules.gr (8.6.2016).

[2] «Στη μνήμη της Κομμούνας», 15/28 Απρίλη 1911 [διαθέσιμο εδώ: https://www.marxists.org/ellinika/archive/lenin/works/1911/04/15.htm]

[3] Βλ. Στάθης Κουβελάκης, «Μετά την Κομμούνα. Στρατηγικές επεξεργασίες και αντιπαραθέσεις», Κόκκινο, τ. 17, καλοκαίρι 2021.

Leave a Reply

2 Pings & Trackbacks

  1. Pingback:

  2. Pingback:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Ουρές για ένα rapid test στη Θεσσαλονίκη – Αδυναμία των ελάχιστων δημόσιων δομών για PCR test

Mικρή Μαμά