in ,

Καρδερίνα και ψιψίνα: Μαριανίνα

Της Γιώτας Τεμπρίδου

Κάποιες είναι μήλα και πέφτουν κάτω από μηλιές, άλλες είναι άστρα και βγάζουνε ευχές, αυτή, δεν είναι φήμες, μεγάλωσε με ρίμες. Η Μαριανίνα coco-τόκο και Ισπαχάν-μαμάν. Που έπαιξε σκάκι με τον Τάκη. Βρήκε Ζορό μες στο σωρό. Πήγε για μπουγάτσα πάνω σε ταράτσα και για τραχανά πέρα στα βουνά. Θεώρησε το χρήμα κρίμα, αφαίρεσε απ’ το φεγγάρι βάρη, άκουσε το γκονγκ πάνω απ’ τη σεζλόνγκ.

Μαζεύτηκαν τα πλάσματα για τη Μαριανίνα. Η Όφη Σόφη και η Ρόζα Ροζαλία. Η Σουζάνα η ζαργάνα, μαντάμ Σουσού. Ο Γλυκόσαυρος και δυο γουρούνια σταρ. Ο σκύλος ο Μπλακ και η γάτα Σερενάτα. Η Χαδιαρόπαπια. Η άσπρη αλεπού. Ο σιωπηλός χιονάνθρωπος. Ο πασάς κι ο βιαστικός περιπτεράς. Διακόσιες πεταλούδες κι ένα χρυσό πουλί. Παιδιά με μάτια λέιζερ και μαλλιά τιρκουάζ. Έφτασαν απ’ όλα τα μέρη, πάνω στο πατίνι τους, στο άλογο, στο πλοίο τους. Απ’ την Ερέτρια κι από την πόλη του ροζ. Από το μυζηθρόκαμπο και το γιαουρτοπόταμο. Απ’ το δωμάτιο 457 κι απ’ το γυαλί ντουνιά. Από το Πόρτο Λίλι κι απ’ το απέναντι βουνό. Από τη ροδοζαχαρένια παραλία κι απ’ τη νεραϊδοπολιτεία. Από τη χώρα των Μπεμπάντων κι απ’ το πριγκιποχώρι – ήρθε από κει ένα αγόρι.

Πήγα κι εγώ, από τη Σαλονίκη. Έμοιαζα παράταιρη, είχαμε όμως τις στιγμές μας (ακολουθεί καταγραφή). Ίδια χοντρό μπιζέλι, μια μέρα το ’ριξα στο τσιφτετέλι· κι η ανιψιά μου, όλη απορία: «πάει, χάζεψε η θεία». Βρήκα τ’ όνομά της σ’ ένα βιβλίο που ήξερα καλά· και κατάλαβα πως από μένα τον ήξερε πολύ πιο βαθιά τον Ήλιο τον ηλιάτορα. Αναρωτήθηκα πώς γίνεται η ίδια να είπε «όλη η ζωή μου ήταν ένας χωρισμός» (σπαραγμός) και «λένε πάντα πως για πάντα σ’ αγαπώ» (λυτρωμός). Άφησα την ψυχή μου στο Μέγαρο Μουσικής, όταν η Πλάτωνος έκλεισε με «Κοπερτί το Κοπερτί».

«Απόψε γέννησε η γάτα», είπε η Άννα. «Ούα ούα ούα», είπαν τα δισέγγονα των άγριων Λιλιπούα. «Άου βάου κουκουβάου», είπε μια κουκουβάγια με γυαλιά. «Πού πάει ο καιρός που φεύγει;», ρώτησαν περίεργοι οι γείτονες. Κάποια αυτοσχεδίασε: «τάπι τάπι ρούσι, έβρεξε και μ’ έχει λούσει». «Κάποια μέρα θα φύγω κι εγώ», είχε πει η Μαριανίνα. Ένας αϊτός χωρίς φτερά είπε αντίο. Κάποια ζήτησε το Χρυσαλιφούρφουρο, κάτι έμοιαζε να ξέρει, μια άλλη πήγε να το βρει, να δεις θα το ’χει φέρει. Κάποια βάλθηκε να διαβάζει «Το μοιρολόγι της φώκιας» – της άρεσε λιγάκι, μου το ’πε ένα πουλάκι. «Νίνα, niña, Μαριανίνα», ψέλλισα εγώ.

Αν αναζητήσετε τη Μαριανίνα σήμερα, θα πέσετε πάνω σε κακούς με ονόματα όπως Πέθανε, Έφυγε, Αποχαιρετούν. Πιστεύω πως πρόκειται για καμουφλάζ. Πως βρήκε τρόπο κι έκανε του χάρου σαμποτάζ. Ακολουθήστε τα χνάρια του χαμένου κουταβιού, αφουγκραστείτε το μεγάλο μανιτού, γλείψτε την κρέμα του φλογάτου παγωτού: θα μπορέσετε να τη δείτε παντού.

Απ’ το ραδιόφωνο βγαίνουν πάντα λόγια της, μ’ ακούς, μ’ ακούς;

Απ’ τον ουρανό συνοδεύει η γαλάζια κιθάρα, γαλάζια κιθάρα.

 

[Το κείμενο αποτελείται αποκλειστικά από υλικά της Μαριανίνας Κριεζή. Κι αχ! Είναι χαρισμένο στη Σταυρούλα (και στα ζωάκια).]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Δεν πέρασε η αγωγή φίμωσης του ErgasiaNET: Παμψηφεί αθώοι οι Γιώργης Χρήστου, Γρηγόρης Καλομοίρης και Μίλτος Αλικαρίδης

Εκτεθειμένο το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης – Τεράστιες οι ελλείψεις σε προσωπικό