in

Καπιταλισμός – Μια καθόλου προδιαγεγραμμένη εξέλιξη. Του Χρήστου Λάσκου

rgen Kocka, Ιστορία του καπιταλισμού, (μετάφραση: Μαρία Τοπάλη, επιστημονική επιμέλεια: Ανδρέας Κακριδής), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σελ. 204

Όταν το χρήμα […] έρχεται στον κόσμο με φυσικούς αιμάτινους λεκέδες στο ένα μάγουλο, το κεφάλαιο στάζει αίμα και βρωμιά από όλους του πόρους, από την κορφή ως τα νύχια

Καρλ Μαρξ

 

Συμφωνεί ο Kocka με τον Μαρξ; Νομίζω πως ναι, σε σημαντικό βαθμό.

Να τι λέει για την κατάσταση σε μια κορυφαία, για την συνολική εξέλιξη του καπιταλισμού, καμπή, τη βιομηχανική επανάσταση:

«Κατά την πρώτη φάση της εκβιομηχάνισης, εργάτες και εργάτριες έτυχαν σκληρότατης εκμετάλλευσης, υπομένοντας απάνθρωπης διάρκειας ωράρια, χαμηλές αμοιβές, αυστηρές τιμωρίες, φτώχεια και στερήσεις, μέσα κι έξω από τα εργοστάσια. Η παιδική εργασία στις στοές των ορυχείων -οι μακρές, ομοιόμορφες σειρές των γυναικών δίπλα στα μηχανήματα των νηματουργείων -η συμβίωση πολλών ανθρώπων μαζί σε σκοτεινά, νοικιασμένα υπόγεια στις εργατικές συνοικίες των ολοένα επεκτεινόμενων πόλεων -οι απελπισμένες εξεγέρσεις χειρώνακτων της οικοτεχνίας- […]: αυτές είναι εικόνες εξαθλίωσης και καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, που έχουν χαραχτεί στη συλλογική μνήμη» (σελ. 146).

Αυτός είναι ένας από τους λόγους, φαντάζομαι, που ο Βάλτερ Μπένγιαμιν θεωρούσε πως η εργατική επανάσταση θα έπρεπε να γίνει όχι, κυρίως, για τις μέλλουσες γενιές, αλλά ως ένα είδος καθαρτήριας πράξης για όλους εκείνους -τη μεγάλη πλειοψηφία- που έζησαν μια  αφόρητη ζωή στην εκτύλιξη των διάφορων φάσεων των ταξικών κοινωνιών.

Η πρώτη φάση της εκβιομηχάνισης, στην οποία αναφέρεται ο Kocka, θα πρέπει να υπογραμμιστεί πως αφορά μια πολύ παρατεταμένη χρονική περίοδο, στη διάρκεια της οποίας κατασπαράχθηκαν, στην κυριολεξία, τρεις -τέσσερις γενιές ανθρώπων. Αν προσθέσουμε το γεγονός της, ασύλληπτης έκτασης, εξόντωσης του συνόλου, πολλές φορές, ιθαγενών λαών κατά τα «επικά» χρόνια των «ανακαλύψεων», καθώς και την εκτόξευση της εκμετάλλευσης δουλικής εργασίας, για πάρα πολύ καιρό, αιώνες, δηλαδή, στη φάση εγκαθίδρυσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, το ισοζύγιο είναι τρομακτικό.

Βέβαια, ο καπιταλισμός, θα υποστηρίξουν πολλοί, επέφερε, εν τέλει, βελτιώσεις στη ζωή των ανθρώπων μοναδικές, από πολλές απόψεις. Οι υλικές συνθήκες για τους περισσότερους ανθρώπους, εδώ και δεκαετίες, είναι κατά πολύ καλύτερες σε σχέση με τη προβιομηχανική περίοδο.

Όποτε σκέφτομαι αυτή τη διαπίστωση, αναρωτιέμαι: αν ο κόσμος ήξερε, εξαρχής, τα ακραία βάσανα απίστευτα πολλών ανθρώπων, που θα απαιτούνταν για να φτάσουμε στις βελτιώσεις αυτές και είχε τη δυνατότητα να αποφασίσει δημοκρατικά, θα έκανε ποτέ την επιλογή να βαδίσει σ’ αυτόν τον δρόμο; Νομίζω πως το ερώτημα είναι εντελώς ρητορικό.

Έχει, όμως, σημασία ένα τέτοιο ερώτημα; Ένας ορισμένος «μαρξισμός», μαζί και ο κυρίαρχος φιλελευθερισμός των αρχών του 19ου αιώνα -όταν αυτές οι συνθήκες ήταν εν εξελίξει- είναι βέβαιοι (!) ότι το τίμημα ήταν αναγκαίο. Έτσι πορεύεται ο κόσμος σε «ανώτερα» στάδια εξέλιξης. Η φιλοσοφική επένδυση αυτής της βεβαιότητας, με μια ορισμένη ερμηνεία -παρερμηνεία της διάσημης ρήσης του Χέγκελ, είναι πως όλα αυτά τα κακά δεν είναι παρά ο τρόπος, με τον οποίο η ιστορία «ανέρχεται» μέσω της πονηριάς του Λόγου. Τόσο οι «μαρξιστές » όσο και  οι φιλελεύθεροι αυτής της κοπής συμφωνούν στην αναγκαιότητα «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», με ό,τι αυτή απαιτεί. Δεν γίνεται αλλιώς.

Δεν είμαι βέβαιος ότι δεν γίνεται αλλιώς. Πολύ περισσότερο όταν, από την αποκαλυπτική ιστορία του Kocka, προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ανάγλυφα ότι τα πράγματα ήρθαν, όπως ήρθαν, κάθε άλλο παρά νομοτελειακά. Πολλά αστάθμητα συνέργησαν μέχρις ότου προκύψει αυτό που ζούμε σήμερα. Πολλές συναντήσεις στοιχείων υπαρχόντων από χιλιετίες, πολλές φορές, που δεν διασταυρώθηκαν παρά τότε που συνέβη. Συναντήσεις, που θα μπορούσε να μην λάβουν χώρα ποτέ ή να μην στεριώσουν.

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο συγγραφέας, «[…], όταν ξεκίνησε η εκβιομηχάνιση, ο καπιταλισμός είχε πίσω του μια μακρά ιστορία […] Οι έννοιες “καπιταλισμός” και “εκβιομηχάνιση” ορίζονται από διαφορετικά χαρακτηριστικά, γι’ αυτό είναι σκόπιμο να τις διακρίνουμε με σαφήνεια» (σελ. 114). Ήδη, άλλωστε, το 1750, πολύ πριν η βιομηχανική επανάσταση εκκινήσει και δώσει αποτελέσματα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Τσαρλς Τίλλυ, «το ποσοστό των ευρωπαϊκών προλεταριακών στρωμάτων ανέρχονταν στο 60% στου πληθυσμού [έναντι μόλις 25% το 1550]» (σελ. 142). Η ευρεία προλεταριοποίηση, λοιπόν, προηγήθηκε κατά πολύ.

Ο Kocka, μ’ όλο που το βιβλίο είναι, δεδομένων των όσων πραγματεύεται, υπερβολικά μικρό, δίνει μια πλήρη, νομίζω, περιγραφή αυτής της διαδικασίας. Όπως και της αξιοποίησης από τον καπιταλισμό, σε πολύ μεγάλο και κρίσιμο βαθμό, τόσο της δουλικής όσο και της δουλοπαροικιακής εργασίας. Ο καπιταλισμός είναι συμβατός με πολλές μορφές εκμετάλλευσης της εργασίας, όπως και με πολλά είδη κρατικής θέσμισης -η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν του είναι καθόλου αναγκαία. Άλλωστε, το καθολικό εκλογικό δικαίωμα δεν ήταν καθόλου στις στοχεύσεις των πρώτων -και όχι μόνο- φιλελεύθερων, που θεωρούσαν πως ένα ορισμένο επίπεδο περιουσίας ήταν εκ των ων ουκ άνευ για τη συμμετοχή την πολιτική ζωή. Συνήθως, αφορούσε ένα μονοψήφιο ποσοστό του ανδρικού, φυσικά, πληθυσμού.

Με δεδομένη, ωστόσο, τη συμβατότητα του καπιταλισμού με όλες, σχεδόν, τις εργασιακές μορφές, η ελεύθερη, μισθωτή, εργασία είναι η καταλληλότερη για τη διευρυμένη συσσώρευση του κεφαλαίου. Η σημασία της «απελευθέρωσης» των εργατών από την ιδιοκτησία τους, της απαλλοτρίωσης, δηλαδή, των μέσων παραγωγής, που είχαν στη διάθεσή τους, είναι προφανής. Η δεύτερη σημασία της «απελευθέρωσης», αυτή που τους έδωσε την «ελευθερία» να διαθέτουν, όπως θέλουν, την εργατική τους δύναμη -επί ποινή θανάτου από πείνα, βέβαια, αν δεν τη διέθεταν- συνδέεται με μια ευελιξία του κεφαλαίου, απαλλαγμένου από αντιπαραγωγικά «κόστη». Ο σκλάβος, όντας ιδιοκτησία του δουλοκτήτη, έπρεπε, οπωσδήποτε να διατηρηθεί στη ζωή -με τον θάνατό του επέρχονταν απομείωση της περιουσίας του αφέντη. Ο θάνατος του «ελεύθερου» εργάτη δεν βάζει τέτοια θέματα στον καπιταλιστή -αφορά τον ίδιο τον εργάτη και μόνο.

Ο Kocka δεν είναι αντικαπιταλιστής. Κάποιες φορές, μάλιστα, αδικεί κατάφωρα τον Μαρξ.  Η παρακολούθηση της πορείας της Ολλανδίας και της Αγγλίας γίνεται με σαφή, νομίζω, συμπάθεια. Αυτό, όμως, δεν καταλήγει σε οποιουδήποτε είδους απολογητική.

Η περιγραφή και αξιολόγηση των «περιφράξεων» στην Βρετανία ή των «ανακαλύψεων», με τις δραματικές επιπτώσεις στις κοινωνίες, δεν μπαίνουν κάτω από το χαλί. Κάθε άλλο. Και, μάλιστα, αυτό δεν γίνεται ως ιδεολογική επιλογή, αλλά από επιστημονική εντιμότητα.

Το βιβλίο παρακολουθεί, με πολύ εύληπτο και περιεκτικό τρόπο, ιστορικές εξελίξεις, οι οποίες διαμόρφωσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την έλευση στον κόσμο και την επικράτηση του καπιταλισμού. Από τις χρηματοπιστωτικές καινοτομίες στην Αραβία -αλλά και στο Βυζάντιο, θα πρόσθετα-, τις τράπεζες στον ύστερο ευρωπαϊκό μεσαίωνα, τη δημιουργία των πρώτων μετοχικών εταιριών στη Μέση Ανατολή και στην Ευρώπη, την ολοένα και μεγαλύτερη μετατροπή του κεφαλαίου σε εμπόρευμα, την ανάπτυξη ενός παγκοσμιοποιημένου εμπορικού καπιταλισμού,  την εκτεταμένη παρουσία αγορών, ακόμη και σε φεουδαρχικό πλαίσιο, από την Κίνα μέχρι τη Μεσόγειο και τη Βόρεια Ευρώπη, την ανάπτυξη της μεταποίησης πολύ πριν από τη βιομηχανική επανάσταση, τις ουσιώδεις μεταβολές στην χρησιμοποιούμενη ενέργεια. Όπως σημειώνει, επιπλέον, ο Kocka, «[η] σημαντικότερη […] πύλη από την οποία ο καπιταλισμός εισέβαλε στον κόσμο της μεταποίησης βρισκόταν στο πεδίο της “πρωτοβιομηχανικής” οικοτεχνίας και της κατ’ οίκον εργασίας», συνήθως, στην υπηρεσία κάποιου εμπόρου, που έβαζε την πρώτη ύλη και προαγόραζε την παραγωγή.

Ήδη έχω υπογραμμίσει τη σημασία των εξελίξεων σε ό,τι αφορά τις εργαζόμενες τάξεις.

Για την καταλυτική σημασία της κρατικής οικονομικής -και όχι μόνο, αφού ο πόλεμος, συχνά, ήταν πολύ σημαντικότερος- πολιτικής, όλοι οι σοβαροί οικονομικοί ιστορικοί δεν έχουν καμία αμφιβολία -σε αντίθεση με τους ορθόδοξους οικονομολόγους.

Φυσικά, όπως όλες οι σχετικές μελέτες, το βιβλίο δεν μπορούσε να μην αναφερθεί στο ζήτημα της Μεγάλης Απόκλισης. Γιατί στην Ευρώπη και όχι στην Κίνα. Δεν θα αποκαλύψω την απάντηση του συγγραφέα. Θα πάρω αφορμή, απλώς, για να επανέλθω στο ζήτημα του αστάθμητου χαρακτήρα της ιστορίας.

Στην Κίνα, ήδη από την περίοδο της δυναστείας των Σουνγκ (960 -1279), έχουμε πολύ μεγάλη ανάπτυξη του εμπορίου -μέχρι την Αίγυπτο έφταναν οι Κινέζοι έμποροι, ενώ συχνά γίνεται λόγος για «εμπορική επανάσταση» τον 11ο και 12ο αιώνα-, εκτεταμένο εκχρηματισμό της οικονομίας, ισχυρή παρουσία των, προσανατολισμένων στο κέρδος, εμπόρων, μια, εν εξελίξει, δυναμική «οικονομία της αγοράς»,  ιδιαίτερη επέκταση της βιοτεχνικής παραγωγής. Από την άλλη, έχουμε ένα πλήθος τεχνολογικών καινοτομιών -πυξίδα, πυρίτιδα, τυπογραφία και πολλές άλλες «βιομηχανικού ενδιαφέροντος».

Γιατί, λοιπόν, όχι η Κίνα, αλλά η καθυστερημένη Ευρώπη; Αφού συνέτρεχαν θεμελιώδεις προϋποθέσεις στην περίπτωσή της, γιατί δεν τα «κατάφερε»;

Να πώς περιγράφεται το πράγμα, δείχνοντας ότι απροσδόκητες εξελίξεις, πολιτικές επιλογές, π.χ., ενδεχομενικές, σε μεγάλο βαθμό,  παίζουν ρόλο, κάποιες φορές, πιο σημαντικό από τους δομικούς παράγοντες, στους οποίους εμμένει η μακρο-ιστορία:

Τη δεκαετία του 1430, «η κινεζική πολιτική -και ενώ είχαν προηγηθεί οι εκπληκτικές θαλάσσιες εξορμήσεις του ναυάρχου Τσενγκ -Χε, που συνοδεία πολυμελούς πληρώματος προσέγγισε με επιτυχία, στο πλαίσιο αυτοκρατορικών διπλωματικών αποστολών, απομακρυσμένες ακτές της Ασίας και της Αφρικής- αποφάσισε να εγκαταλείψει το θαλάσσιο εμπόριο, να αφήσει τον στόλο να διαλυθεί, να δυσκολέψει τα ταξίδια στο εξωτερικό για τους κινέζους εμπόρους και, προπάντων, να στρέψει το ενδιαφέρον της προς το εσωτερικό» (σελ. 37).

Ξαναλέω. Θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς. Κάποιοι Κινέζοι Κορτές και Πιζάρο θα ήταν δυνατόν να εκτιμήσουν τα «καλά» της κατάκτησης και της υποδούλωσης των ιθαγενών λαών, που θα συναντούσαν και να προχωρήσουν με τις δικές τους «ανακαλύψεις».  Δεν συνέβη έτσι. Τα πράγματα πήγαν όπως πήγαν.

Και το μέλλον; Μπορούμε να προβλέψουμε πως θα κινηθούν οι κοινωνίες;

Βάσει όσων ειπώθηκαν ήδη, μάλλον όχι. Έχει σημασία, όμως, να σημειωθεί, πιστεύω, πως το σύνολο, σχεδόν, των κορυφαίων μελετητών, των κλασσικών, θα έλεγα, δεν πόνταραν πολλά στη μακροημέρευση του καπιταλισμού.

Ο Άνταμ Σμιθ και ο Ντέιβιντ Ρικάρντο θεωρούσαν αναπόφευκτη την κατάληξη σε μια κατάσταση μόνιμης στασιμότητας, αν όχι ανοιχτής κρίσης. Ο Μαξ Βέμπερ, υποστήριζε πως η αναπόφευκτη γραφειοκρατικοποίηση, ως αναγκαίο επακόλουθο επέκτασης της ορθολογικότητας, θα τον περιθωριοποιούσε. Ο Γιόζεφ Σουμπέτερ, ο υποστηρικτής της δημιουργικής καταστροφής, ήταν βέβαιος για την παρακμή του.

Τελικά, φαίνεται πως μόνο ο Μαρξ εκτιμούσε, σχετικά σωστά, τη δυναμική του. Γι’ αυτό, ίσως, θεωρούσε πως η απαραίτητη για την κοινωνική πρόοδο κατάργησή του θα ήταν αποτέλεσμα του ταξικού πολιτικού αγώνα και όχι κάποιας, γραμμένης στην πέτρα, κατάρρευσής του.

***

Η σειρά Οικονομία/Οικονομική Ιστορία των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης, που επιμελείται ο Ανδρέας Κακριδής, μας προσφέρει μια μοναδική δυνατότητα να προσεγγίσουμε, μέσα από πολύ σύντομες πραγματείες, τα μείζονα ζητήματα της νεότερης και σύγχρονης οικονομικής ιστορίας. Θα επανέλθω, σύντομα, με την παρουσίαση της Βιομηχανικής Επανάστασης. Προτρέπω, ωστόσο, να διαβαστούν όλα τα βιβλία από κοινού.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Απολύσεις στα Εκπαιδευτήρια Φρυγανιώτη καταγγέλλει η Ε’ ΕΛΜΕ

Η ΕΣΗΕΜ-Θ αποδοκιμάζει την άσκηση αστυνομικής βίας εις βάρος δημοσιογράφου