in

«Η ζωή είναι σκατά»

Του Νίκου Νικήσιανη

Καιρό τώρα θέλω να πω ένα παλιό κουτσομπολιό. Δεν πειράζει πολύ νομίζω, καθώς ο πρωταγωνιστής του έχει πάψει από καιρό να παροικεί την Ιερουσαλήμ κι οι τότε σύντροφοί του είναι καλοί άνθρωποι και δεν θα με παρεξηγήσουν. Η προϊστορία πρώτα, για να μπούμε στο κλίμα – όσοι/ες την θυμούνται, ας την πηδήξουν.

Τον Μάρτη του 2003 εισβάλει ο στρατός των ΗΠΑ στο Ιράκ. Ένας καταστρεπτικός πόλεμος ξεκινά, αλλά παραδόξως εμάς μας βρίσκει σε μία κατάσταση ευφορίας. Λίγες μέρες πριν, στις 15 Φλεβάρη, με απόφαση του 1ου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ της Φλωρεντίας, πραγματοποιείται η μεγαλύτερη διεθνής κοινή αντιπολεμική κινητοποίηση στην ιστορία. Στη Θεσσαλονίκη ένα ανέλπιστο πλήθος δεκάδων χιλιάδων διαδηλωτών ενώνει με τον όγκο του τις τρεις διαφορετικές συγκεντρώσεις στη μεγαλύτερη πορεία που έχουμε δει ως τότε – κι έκτοτε μάλλον.

Έτσι, με το ξέσπασμα του πολέμου, το Κοινωνικό Φόρουμ Θεσσαλονίκης, το μόνο Φόρουμ στη χώρα που πήρε το όνομά του κάπως στα σοβαρά αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, μπαίνει με ενθουσιασμό στο αντιπολεμικό κίνημα. Η πρώτη αντιπολεμική αφίσα που βγάζουμε, εμπνευσμένη από την ομώνυμη ταινία για το Ολοκαύτωμα, έχει για εικόνα ένα ζευγάρι να φιλιέται και κεντρικό σύνθημα «La  vita e bella» (ναι, γνωρίζω και για τις ιστορικές ανακρίβειες και για την φιλοαμερικάνικη προπαγάνδα της ταινίας, αλλά δεν είναι αυτό το πόιντ, ούτε της αφίσας, ούτε του κειμένου). Ακολουθούν δεκάδες πορείες, με μια ανέλπιστη οργανωτική επάρκεια (φορτηγά με συγκροτήματα, πανό, πλακάτ κοκ), ακτιβισμοί, συνελεύσεις, κατάληψη του αγγλικού προξενείου με το Συντονιστικό Φοιτητών, από όπου κλέψαμε και το πορτρέτο της βασίλισσα που κοσμούσε μετά το Στέκι στο Βιολογικό.

Μέσα σε όλα αυτά τα μεγάλα και ωραία, μια μικρή ομάδα φοιτητών/τριων, βρεθήκαμε στη δυσάρεστη θέση να είμαστε και στα ΕΑΑΚ – καθότι αυτά ήταν τότε τα σχήματα στους συλλόγους μας, αλλά και στα Φόρουμ – καθότι αυτά ήταν τότε η μορφή αυτοργάνωσης των κοινωνικών κινημάτων διεθνώς. Όπως θυμάστε ωστόσο ίσως, «η» ΕΑΑΚ, έχοντας ήδη διανύσει μεγάλο μέρος της συνειδητής πορείας μετατροπής της από δίκτυο σχημάτων σε παράταξη της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, όχι μόνο δεν συμμετείχε στα Φόρουμ, αλλά μπήκε σούμπιτη, ως παράταξη δηλαδή, σε ένα εθνικό σχήμα που συγκρότησαν οι μητρικές εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις για να μετέχουν στις αντιπαγκοσμιοποιητικές κινητοποιήσεις και το οποίο σχήμα προφανώς κατήγγειλε ανηλέως τα Φόρουμ, εντός κι εκτός της χώρας.

Καθώς λοιπόν ήταν κάπως σχιζοφρενές η μία συλλογικότητά σου να βρίζει την άλλη, καταλήξαμε σε ένα μεγάλο συντονιστικό πόλης των ΕΑΑΚ για να τα λύσουμε όλα. Προφανώς, δεν φιλοδοξούσαμε να πείσουμε τα ΕΑΑΚ «να μπουν στο Φόρουμ». Δεν ήταν άλλωστε αυτή η λογική μας. Αντίθετα, θέλαμε να μην λειτουργήσουν ως παράταξη, να αφήσουν κάθε σχήμα να συζητήσει και να συμμετέχει όπου κι όπως αυτό κρίνει – και προφανώς να είναι λίγο πιο ευγενικοί με το φόρουμ. Απαιτήσεις κάπως θρασείς για την οικτρή μειοψηφία που αποτελούσαμε, αλλά λίγο ότι κουβαλούσαμε στην πλάτη μας το ένα εκατομμύριο της Φλωρεντίας, λίγο ότι είμασταν σίγουροι για το αυτονόητο δίκιο μας, λίγο το νεαρό της ηλικίας, την ακούσαμε.

«Το καζανάκι!»

Εκεί λοιπόν, σε μια αίθουσα σχεδιαστηρίων της Αρχιτεκτονικής, ένα βαρύ, ηγετικό στέλεχος της άλλης πλευράς, αφού εκτόξευσε με μια μαεστρική κίνηση των τριών δακτύλων άλλη μία γόπα στο κέντρο της αίθουσας (προς Θεού, δεν είναι λογοτεχνικό σχήμα αυτό, αλήθεια το έκανε συστηματικά, αλήθεια τον χάζευα και μετρούσα τις γόπες και αλήθεια η κίνηση αυτή δεν ήταν τυχαία, είχε από πίσω πολιτικά συνδηλούμενα τα οποία δεν είναι της παρούσης) πήρε το λόγο: «Το Φόρουμ», είπε, «έβγαλε μια αφίσα που λέει ‘η ζωή είναι ωραία΄. Η ζωή δεν είναι ωραία, η ζωή είναι σκατά. Ξυπνάς το πρωί και τρως από παντού σκατά. Πας στο πανεπιστήμιο και τρως σκατά. Πας στη δουλειά και τρως σκατά. Πας να βγεις έξω και τρως σκατά. Κάθεσαι για φαγητό και τρως σκατά». Και ούτω καθεξής.

Ένιωθε, νομίζω, μια ξεκάθαρη απόλαυση όταν ξεστομούσε τη λέξη «σκατά», για αυτό και την επανέλαβε τόσες φορές. Δεν είμαι όμως ειδικός για να αναλύσω αυτή τη διάσταση, οπότε θα μείνω στην πολιτική στόχευση του κοπρολαγνικού διαβήματος, το οποίο οφείλω να σημειώσω ότι προκάλεσε αμηχανία και δυσαρέσκεια ακόμα και στο δικό του κοινό – ευτυχώς για την πλειοψηφία, βρέθηκαν άτομα πολύ πιο ικανά κι ευαίσθητα να τραβήξουν το καζανάκι και να σώσουν τη συζήτηση.

Παρά λοιπόν την υπερβολή στις διατυπώσεις, η λογική πίσω από το λόγο του ήταν σαφής κι εξαιρετικά διαδεδομένη ως σήμερα: το να ισχυρίζεται κάποιος ότι η ζωή είναι ωραία είναι ξεκάθαρη ένδειξη ρεφορμισμού. Θέλει να αποκοιμίσει τις καταπιεζόμενες μάζες, να αποκρύψει την βαθιά δυστυχία στην οποία τις έχει καταδικάσει ο καπιταλισμός και να τις κάνει να βολευτούν με μικροβελτιώσεις. Το καθήκον των πραγματικών επαναστατών είναι να λένε στα πλήθη: «κοιτάξτε, κοιτάξτε πόσο άσχημα είναι τα πράγματα, πόσο μίζεροι και φτωχοί είστε, κοιτάξτε, ο τάδε που εκλέξατε είναι κάθαρμα, κοιτάξτε πάνω ο κόσμος καταστρέφεται, μας σκοτώνουν, μας  κλείνουν στα σπίτια για να πεθάνουμε, μας καίνε και μας βάζουν και ανεμογεννήτριες». Με μια λέξη, ακόμα κι αν συνήθως την αποφεύγουμε για λόγους καλλιλογίας, όλα είναι σκατά. Μην αδικούμε λοιπόν τον σύντροφο που είπε τα πράγματα με το όνομά τους, το ίδιο πάνω – κάτω λέει η πλειονότητα των κειμένων μας, συλλογικών και προσωπικών.

«Καταπληκτική ποιότητα ζωής»

Δεν συμφωνώ καθόλου ότι αυτό είναι το καθήκον μας. Οι άνθρωποι γνωρίζουν όσο καλά χρειάζεται πόσο σκατένια είναι η ζωή τους. Ακόμα και τίποτα άλλο να μην γνώριζαν, αυτό το γνωρίζουν εξ ορισμού. Όσο για τις «αιτίες» της δυστυχίας, μην έχουμε την αυταπάτη ότι όταν «αποκαλύπτουμε» με ευκολία ότι πίσω από αυτή ή την άλλη δυστυχία κρύβεται ο καπιταλισμός ή η κυβέρνηση, όταν πασχίζουμε να συνδέσουμε με βιάση το θέμα α με το θέμα β, προσφέρουμε κάτι νέο. Λίγοι θα βρεθούν να διαφωνήσουν και αυτοί καλά κάνουν γιατί συνήθως αυτή είναι η δουλειά τους.

Πολύ λίγα πράγματα έχει να προσφέρει αυτός ο Αποκαλυπτικός λόγος πια – αν πρόσφερε και ποτέ. Ίσα – ίσα, το αντίθετο: όσο περισσότερο δείχνουμε με το δάχτυλο τη δυστυχία ουρλιάζοντας, τόσο αποξενωνόμαστε από αυτούς που πραγματικά την βιώνουν. Τόσο αποδεικνύουμε ότι τους είμαστε άχρηστοι, ή ακόμα περισσότερο, εχθρικοί. Εκεί που νομίζουμε ότι πιάνουμε το σφυγμό του άλλου, στην πραγματικότητα τον βρίζουμε: πώς νομίζετε πως αισθάνεται κάποιος που του λες «αχρείε και μίζερε, ζεις μέσα στα σκατά»; Ακόμα κι όταν βάζεις και καλά και τον εαυτό σου μέσα στο ίδιο καζάνι, δεν αλλάζει κάτι. Η διαρκής ανάδειξη μιας κατάστασης εν τέλει την κανονικοποιεί, την νομιμοποιεί και την αναπαράγει.

Άσε που αν κάποιο πολιτικό κομμάτι εξυπηρετείται από αυτόν τον πλειοδοτικό διαγωνισμό στη μιζέρια, αυτό δεν είναι σίγουρα η επαναστατική αριστερά. Αν τα πράγματα είναι τόσο χάλια που δεν πάει άλλο, τότε είναι σίγουρο ότι η παραμικρή αλλαγή θα φέρει βελτίωση. Κι η παραμικρή βελτίωση είναι μεγάλο πράγμα για αυτούς που ζουν μέσα στα σκατά, για να την υποτιμήσουμε σε σύγκριση με αφηρημένες, μελλοντικές μεγάλες ανατροπές. Πλειοδοτήστε λοιπόν στη δυστυχομανία και σπρώξτε έτσι τους ανθρώπους στη λογική του μικρότερου κακού.

Κατά τη γνώμη μου αντίθετα, οι ομορφότερες στιγμές των κινημάτων, επαναστατικών ή διεκδικητικών, ήρθαν όταν αντί να αναπαράγουν τη δυστυχία, εστιάσανε στις διεξόδους της ευτυχίας. Για να το κάνεις αυτό όμως, χρειάζεται να αναζητάς, να εντοπίζεις και να αναδεικνύεις διαρκώς δυνατότητες, ικανότητες, πόρους, δρόμους, εναλλακτικές που υπάρχουν ήδη στην υπαρκτή κοινωνία, στον υπαρκτό λαό. Και αυτά τα εφόδια για να αποδείξουν ότι θα δουλέψουν αύριο, πρέπει να δουλεύουν κάπως ήδη από σήμερα: δεν αποτελούν μόνο όπλα για τη διεκδίκηση της μελλοντικής ευτυχίας, αλλά προσφέρουν χαρά και ομορφιά στη λαϊκή ζωή σήμερα. Μην χαρίσουμε την «καταπληκτική ποιότητα ζωής» στον Μητσοτάκη, για να μείνει σε εμάς μόνο η μίρλα κι η μιζέρια.

Αυτό λοιπόν είναι το πρώτο επαναστατικό καθήκον: όχι να αποκαλύπτουμε την τόσο φανερή δυστυχία, αλλά να ανακαλύπτουμε την όχι και τόσο φανερή ομορφιά της ζωής. Όχι ο ανταγωνισμός στα ουρλιαχτά της απελπισίας, αλλά ένας λόγος παρηγορητικός, ήρεμος κι ενθαρρυντικός, που θα βοηθά τον άλλο και την άλλη να σταθεί στα δικά του πόδια. Πράγματα σαφώς πιο απαιτητικά και λιγότερο φαντεζί, που θα ηττηθούν εύκολα στον διαγωνισμό των likes.

Για αυτό προτείνω να είστε επιφυλακτικοί κι επιφυλακτικές με τους τύπους που είναι γεμάτοι με μίσος και θυμό, που πετάνε τις γόπες τους με απαξίωση στο κέντρο της αίθουσας, που έχουν πάντα μια κακή κουβέντα να πουν για όλα και για όλους, που δεν χαίρονται με τίποτα, που ξεκινάνε τις προτάσεις τους με το «ναι αλλά, το ζήτημα είναι…», που μιλάνε με μισόκλειστο στόμα, που δεν γελάνε δυνατά, που δεν αυτοσαρκάζονται. Αν δεν μπορώ να τους φανταστώ να γελάνε χαλαροί κι ευτυχισμένοι, δεν μπορώ με τίποτα να τους φανταστώ να κάνουν επανάσταση.

ΥΓ. Για την ιστορία, προφανώς τα ΕΑΑΚ δεν μπήκαν τελικά στο φόρουμ. Όχι βέβαια με το επιχείρημα ότι η ζωή είναι σκατά, αλλά με το επιχείρημα ότι όλο αυτό θα καταλήξει στον Συνασπισμό και, για να είμαστε δίκαιοι, αποδείχθηκε ότι ένα δίκιο το είχαν. Εμείς πάλι, είχαμε την τιμή να υποστούμε τις πρώτες επίσημες διαγραφές της νέας παράταξης, καθώς προφανώς προτιμήσαμε τα Φόρουμ και τη χαρά να απολαμβάνουμε μερικές από τις πιο όμορφες στιγμές των κινημάτων διεθνώς. Μέχρι να τα κάνουμε κι εμείς σκατά λίγους μήνες αργότερα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Leave a Reply
  1. Τι ωραία αναδρομή, πισο σε καταλαβαίνω! Και με αυτή την πορεία σας, γνώρισα τον Χρήστο Ξ και έναν άλλο κόσμο, πιο όμορφο από τον καλό καφέ και την καλή θέα στη θάλασσα. Έναν κόσμο που μας χωράει όλους και οφείλουμε να παλέψουμε γι αυτόν. Το οφείλουμε στα παιδιά μας. Όχι μόνο σ αγαπώ Νικησιανη, αλλά μάλλον δεν βρίσκω κανέναν που να μη σ αγαπάει. Τέλεια η γραφη σου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κάλεσμα σε συνέλευση για επείγουσα δράση για τους 39 εγκλωβισμένους πρόσφυγες στον Έβρο

Σε ΚΥΤ οι 38 εγκλωβισμένοι πρόσφυγες-Οργή για την αδιαφορία των ελληνικών αρχών