in

Η σύγκρουση ως στοιχείο της σύγχρονης δημοκρατίας. Του Ετιέν Μπαλιμπάρ

Η σύγκρουση ως στοιχείο της σύγχρονης δημοκρατίας. Του Ετιέν Μπαλιμπάρ

Η διατήρηση της δυνατότητας να υπάρχει θεσμικά περιθώριο σύγκρουσης, είναι θεμελιώδης όρος για τον ορισμό του δημοκρατικού συστήματος. Η σύγκρουση , ακόμα και η σφοδρή σύγκρουση, δεν αποτελεί απειλή, αλλά δημοκρατική διαδικασία επίλυσης των κοινωνικών προβλημάτων. Αυτή η βασική σκέψη στην ανάλυση του Ετιέν Μπαλιμπάρ αποκτά  και επίκαιρη σημασία στις πολιτικές εξελίξεις της χώρας μας. Αξίζει να την παρακολουθήσουμε σε όλες τις συνέπειές της, στη συνέχεια της διάλεξης του γάλλου φιλοσόφου, που δημοσιεύσαμε στο περασμένο φύλλο της «Εποχής».

Οταν χρησιμοποιούμε τη λέξη πολιτοφροσύνη (civility) στα αγγλικά και στα γαλλικά, τείνουμε να την υποβαθμίζουμε στην απλή έννοια της ευγένειας και να την αντιμετωπίζουμε σαν να ήταν το αντίδοτο στη βία, συχνά μέσα σε πατερναλιστικά πλαίσια ή σε πλαίσια μιας ρητορικής περί νόμου και τάξης, ή σε συμφραζόμενα σχετικά με τη διδασκαλία της πολιτοφροσύνης σε απαίδευτα παιδιά ή της επιβολής της σε βαρβάρους που ζουν στις φτωχότερες συνοικίες μας. Πιο συγκεκριμένα, ένα βασικό μειονέκτημα της λέξης πολιτοφροσύνη είναι ότι δείχνει να αποκλείει τη σύγκρουση, ενώ μια από τις βασικές ιδέες που προσπαθώ να υποστηρίξω είναι ότι η στρατηγική ή η πολιτική της πολιτοφροσύνης έχει να κάνει με τη διατήρηση της δυνατότητας να υπάρξει σύγκρουση, ακόμα και σφοδρή σύγκρουση, που πιστεύω ότι είναι θεμελιώδης για τη δημοκρατία με την ουσιαστική της έννοια. Προσπαθώ έτσι  να διαφωνήσω με όσους αντιμετωπίζουν τη βία ως έγκλημα, μια τάση που κερδίζει έδαφος στις κοινωνίες μας, οι οποίες αντιμετωπίζουν τον κοινωνικό πόλεμο ως θανάσιμη απειλή για τη σταθερότητά τους. 

Πολιτισμός και βαρβαρότητα

Ο πολιτισμός είναι επίσης μια έννοια που παρουσιάζει δυσκολίες στη χρήση της. Η αντίθεση ανάμεσα στον πολιτισμό και τη βαρβαρότητα, που χρησιμοποιείται όταν συγκρίνουμε πολιτισμούς ή κοινωνικές ομάδες ή όταν αναφερόμαστε στην υποτιθέμενη εξελικτική πορεία προς την πρόοδο, είναι κατά την άποψή μου εξαιρετικά προβληματική. Από την άλλη πλευρά, αν εννοήσουμε τον πολιτισμό με μια ενεργητική έννοια,  στα γερμανικά θα  λέγαμε εκπολιτισμός (zivilisierung) αντί για πολιτισμός (zivilisation), τότε μπορεί να αποτελέσει το αντίθετο του μιλιταρισμού και πρέπει να επισημάνω ότι κάποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις που έχω στο μυαλό μου, όπως η διαχείριση των συνόρων και των εισροών προσφύγων, βρίσκονται σαφώς σε δίλημμα ανάμεσα στον εκπολιτισμό και το μιλιταρισμό, πράγμα που θεωρώ ακριβώς κριτήριο πολιτοφροσύνης.
Χρησιμοποιώ τη λέξη πολιτοφροσύνη για να ονοματίσω την ιδέα της αντιβίας ή της πολιτικής της αντιβίας, που σίγουρα δεν πρέπει να υποβαθμιστεί σε μια a priori επιλογή της μη βίας, παρόλο που υπάρχουν εξαιρετικά παραδείγματα πολιτικών μη βίας, που ήταν ταυτόχρονα πολύ αποτελεσματικές πολιτικές αντιβίας, δηλαδή συνέβαλαν σημαντικά στη μείωση της βίας και στην πρόληψη της όξυνσής της σε ακραίο βαθμό.

Μια στρατηγική πολιτοφροσύνης, ως αντιβία, είναι μια στρατηγική που δεν αφορά μόνο το πολιτικό πεδίο -θεσμούς, ιδέες- και την πολιτική – την άσκησή της, πρακτικές, τηλειτουργία θεσμών- αλλά αφορά και το μη πολιτικό, απευθύνεται σε αυτό και το λαμβάνει υπόψη  χωρίς ψευδαισθήσεις ότι θα ήταν δυνατό να το καταστείλει. Επειδή η σχέση του μη πολιτικού με το πολιτικό είναι σαν τη σχέση του ασυνείδητου με τη συνείδηση, όσον αφορά την αντίθεση ανάμεσα στα δύο και τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί το δεύτερο να υπάρξει. Ή σαν τη σχέση του εγκλήματος με τη νομιμότητα, που είναι η αντίστροφη όψη της, η εξάλειψη του οποίου δεν είναι παρά μια δολοφονική και σε ακραίο βαθμό βίαιη φαντασίωση, που είναι υπαρκτή στις κοινωνίες μας.

Έτσι, κάθε στρατηγική πολιτοφροσύνης πρέπει να αντιμετωπίσει την πιθανότητα της ανάδυσης του μη πολιτικού είτε από την πλευρά των θεσμών είτε από την πλευρά των πρακτικών. Τα κράτη και κυρίως τα κυρίαρχα κράτη, δηλαδή τα κράτη που ασκούν την κυριαρχία του μονοπωλίου της νόμιμης βίας και την προστατεύουν ή την υπερασπίζονται, είναι εξαιρετικά βίαια και ωμά απέναντι στους εσωτερικούς εχθρούς τους. Όμως και τα άτομα, οι ομάδες, οι οργανισμοί, οι εταιρείες οι επιχειρήσεις μπορούν να γίνουν ωμά στις κανονικές και στις μη κανονικές τους δραστηριότητες. Έτσι, υπό κάποια έννοια η βία του μη πολιτικού βρίσκεται παντού ή μάλλον μπορεί να ξεσπάσει οπουδήποτε. Δεν υπάρχει κοινωνικός χώρος στο απυρόβλητο. Υπάρχουν κοινωνικοί χώροι και θεσμοί που ολόκληρο το ηθικό τους πλαίσιο είναι οργανωμένο γύρω από τη συγκάλυψη και τη νομιμοποίηση της ακραίας βίας στους κόλπους τους, όπως για παράδειγμα η οικογένεια, μέχρι που στην πρόσφατη ιστορία η πολιτικοποίηση αυτών των ηθικών ζητημάτων αποκαλύπτει μια άλλη διάσταση του μη πολιτικού.

Σύγκρουση και κοινωνικά αρμονία

Έτσι φτάνω στο δύσκολο ερώτημα:  υπάρχουν στιγμές πολιτοφροσύνης; Πιστεύω ότι μπορούμε να απαντήσουμε ναι, με την προϋπόθεση να μην ξεχνάμε ότι αυτό που αναζητούμε δεν είναι στιγμές απόλυτης μεταστροφής της ιστορίας και της πολιτικής από την άσκηση της βίας σε μια τελική αποφασιστική διευθέτηση όλων των συγκρούσεων, εξάλειψη κάθε σχέσης κυριαρχίας και εγκαθίδρυση κοινωνικής αρμονίας. Με άλλα λόγια, δεν αναζητούμε  υποκατάστατο για τις διαδικασίες χειραφέτησης και κοινωνικού μετασχηματισμού ως το τέλος, αλλά για μια συμπληρωματική και αναγκαία διάσταση των επιτευγμάτων τους, που ανοίγει το δρόμο για ένα νέο τρόπο άσκησης πολιτικής, διακυβέρνησης της πολιτείας, διεκδίκησης δικαιωμάτων, αγώνα για σημαντικούς σκοπούς. Για αυτό το λόγο τείνουν να είναι ανολοκλήρωτες, εύθραυστες και αμφιλεγόμενες κι όμως αναγνωρίσιμες. Η σχεδόν μυθική μορφή στιγμών πολιτοφορσύνης είναι στο τέλος εμφυλίων πολέμων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχει νικητής, αλλά ότι μπορεί να υπάρξει συμφιλίωση. Πράγμα που απαιτεί έναν περίπλοκο συνδυασμό ειλικρίνειας για τις αιτίες και τη φύση της σύγκρουσης και λήθης για τις ευθύνες ή για κάποιες από αυτές.

Η πολιτοφροσύνη δεν είναι απλώς αβέβαιη, δεν είναι απλώς μη αναγνωρίσιμη παρά μόνο εκ των υστέρων, με τη μορφή  της διαπίστωσης ότι  «υπήρξε  μια στιγμή πολιτοφροσύνης, όπου η ακραία βία θα μπορούσε να υπερβεί τα υποκείμενά της, αλλά συγκρατήθηκε ή άλλαξε πορεία προς έναν άλλο σκοπό». Επιπλέον, αυτό που πρέπει να προσδοκούμε σε μια στιγμή ακραίας βίας, όταν διαφορετικές μορφές ωμότητας εισβάλλουν στη ζωή μας, δεν είναι μόνο η ειρήνη και η συμφιλίωση, είναι η εφεύρεση νέων πολιτικών μορφών, θεσμών και πρακτικών, που θα αποδειχθούν εκ των υστέρων απαραίτητα, για να διακόψουν την αυτοκαταστροφική διαδικασία και να επαναδημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για πολιτική, συμπεριλαμβανομένης και της πολιτικής σύγκρουσης.

Επιμένω σε αυτόν τον κύκλο τού προγενέστερου και του μεταγενέστερου των στιγμών πολιτοφροσύνης κυρίως για τους εξής λόγους: η  αναγνώριση αυτής της κυκλικότητας μας βοηθάει να αναγνωρίσουμε και πολλά άλλα παραδείγματα πολιτοφροσύνης. Τα κοινωνικά κινήματα στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες είναι μια βασική περίπτωση, με  επίσης προφανέστατα εύθραυστα και ανολοκλήρωτα  ως προς  τα επιτεύγματά τους. Όμως σαφέστατα τα κοινωνικά κινήματα, κυρίως το εργατικό κίνημα στην αλληλεπίδρασή του με την κοινωνική πολιτική τον 19ο και 20ο αιώνα, ξεκινώντας από τις σφαγές του Peterloo και του Haymarket, περνώντας από την ιστορία των ρυθμίσεων για το οχτάωρο και την υπερεκμετάλλευση των γυναικών και των παιδιών μέχρι την ίδρυση του κοινωνικού κράτους μέσα από το New Deal στην Αμερική, το Λαϊκό Μέτωπο στη Γαλλία και το σχέδιο Beveridge στη Βρετανία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, προσφέρουν αλάθητες διαστάσεις πολιτοφροσύνης για να αναστοχαστούμε.

Η κινητήρια δύναμη ήταν η ταξική πάλη, που ο Μαρξ περιέγραψε στο Κεφάλαιο ως διαρκή εμφύλιο πόλεμο ή κοινωνικό πόλεμο. Και το αποτέλεσμα ήταν η πρωτοφανής παρέμβαση των τάξεων που υφίστανται την εκμετάλλευση στη δημόσια σφαίρα και στην επίσημη πολιτική, φυσικά μέσα από κόμματα, σωματεία, συλλογικότητες, εκπαιδευτικά ιδρύματα. Μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα το χαρακτήρα αυτής της διαδικασίας δύο αιώνων, σήμερα που παρατηρούμε τις καταστροφικές κοινωνικοπολιτικές συνέπειες των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, που προωθούνται και από τον δήθεν σοσιαλισμό και την χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση.

Κρατικοί θεσμοί και κοινωνία πολιτών

Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι σήμερα υπάρχει μια εγγενής σχέση ανάμεσα στην ιδέα των στρατηγικών της πολιτοφροσύνης και τις πράξεις ενίσχυσης της κοινωνίας των πολιτών. Ωστόσο, δεν είμαι πεπεισμένος ότι η πολιτοφροσύνη μπορεί να αναχθεί στους στόχους και τις πρακτικές της κοινωνίας των πολιτών με αυτή την έννοια, τουλάχιστον με την στενή της έννοια: τις ΜΚΟ, τους αγανακτισμένους, τα κινήματα occupy, τα μέλη του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ, όσο σημαντικά και καινοτόμα και αν είναι αυτά για την προσπάθεια να ασκηθεί πολιτική με αυτόνομο τρόπο. Οι κρατικές και οι θεσμικές δυνάμεις δεν πρέπει να αποκλειστούν, αν μπορούν να γίνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι τώρα, αν και πρέπει να ειπωθεί ότι τα κράτη όλων των μορφών και καθεστώτων τείνουν να γίνουν όλο και πιο απολίτιστα σήμερα. Οι διεθνείς οργανισμοί, αν δεν είναι απλά όργανα για τη διαπραγμάτευση συμφωνιών ανάμεσα σε κράτη, που εξουσιάζονται και συχνά εμποδίζονται στη λειτουργία τους από τα ισχυρότερα ανάμεσά τους, καταλήγουν να περιορίζουν τη δράση τους σε ανθρωπιστικά προγράμματα, που δε διαφέρουν πολύ από το μιλιταρισμό. Και οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, μόλις τώρα άρχισαν να λαμβάνουν υπόψη στο δημόσιο λόγο τους τη συμβολή των πολιτικών τους των τελευταίων χρόνων, που αφορούν  δάνεια και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, στην αύξηση των ανισοτήτων πέρα από το σημείο που η βία μπορεί να γίνει ανεκτή.

Η κρατική βία στις πιο ακραίες μορφές της μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όργανο από οικονομικές δυνάμεις και διαδικασίες και τελικά από τον καπιταλισμό. Όμως στις μορφές της και τις υπερ-υποκειμενικές της φαντασιώσεις που σχετίζονται με την ιδέα της επιβολής μιας απόλυτης μη νομιμότητας στα υποκείμενα που αντιστέκονται στην κυριαρχία, αν προτιμάτε την απόλυτη μη νομιμότητα των εξεγέρσεων, σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορεί να προκύψει μόνο από τη λογική τού καπιταλισμού ούτε να του χρησιμεύσει πάντα στο σύνολό της.

Συγκρούσεις και πόλεμοι

Αντίστροφα, θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό να αντικρούσω τις ρητορικές σχετικά με τη σύγκρουση πολιτισμών και κυρίως στο πλαίσιο των τρεχουσών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και αλλού. Το θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό να επιμείνω ότι δεν υπάρχουν καθαρά θρησκευτικοί πόλεμοι, ίσως ούτε και καθαρά εθνικοί πόλεμοι, πχ της Γιουγκοσλαβίας, ίσως ούτε και καθαρά φυλετικές συγκρούσεις.Παρόλο που οι θρησκευτικές, εθνικές και φυλετικές συγκρούσεις γίνονται πόλεμοι και αυτοί οι πόλεμοι φτάνουν στα άκρα παίρνοντας μορφές εξολόθρευσης ή γενοκτονίας, πρέπει να ψάξουμε για άλλες αιτίες και παράγοντες της έντασης, που δεν είναι ιδεολογικοί αλλά οικονομικοί, και η βάση τους βρίσκεται στις στρατηγικές της εκμετάλλευσης, δηλαδή στη χρησιμοποίηση και κακομεταχείριση εδαφών και πληθυσμών.

Ωστόσο, καμιά οικονομική λογική δεν μπορεί να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο η συλλογική βία γίνεται αντιληπτή από τα ίδια τα υποκείμενά της ως αναγκαιότητα ή καλύτερα ως προσταγή για φόνο και θυσία στο όνομα όχι μόνο μιας φαντασιακής κοινότητας, με την ορολογία του Μπένεντικτ Άντερσον, αλλά μιας φαντασιακής ταυτότητας που θα απειλούνταν από την υβριδοποίηση ή απλά από τη γειτνίαση, την συνύπαρξη.
Αυτές είναι οι δύο πλευρές της σκέψης μου, ότι δεν υπάρχει καθαρή θρησκευτική, εθνική ή φυλετική σύγκρουση, αλλά οι θρησκευτικές, εθνικές και φυλετικές συγκρούσεις έχουν να κάνουν με την καθαρότητα και την εκκαθάριση. Το φαντασιακό τής καθαρότητας είναι αυτό που κυβερνά το ασυνείδητο των υποκειμένων τής κοινότητας και έτσι απαλλοτριώνει την υποκειμενικοτητά τους, για να τη μεταμορφώσει σε υπερ-υποκειμενικότητα, στερημένη από κάθε ελευθερία. Το αποτέλεσμα είναι η ακραία βία, που μεταξύ άλλων έχει οικονομικά και κοινωνικά αίτια, δεν εξυπηρετεί την οικονομία και την κοινωνική εξουσία ή δεν την εξυπηρετεί καλά με λειτουργικό τρόπο, ακόμη και αν είναι ένα πεδίο από όπου μπορούν να αντληθούν τεράστια κέρδη.

Θα ήθελα να επισημάνω ότι υπάρχει μια βασική διαφορά ανάμεσα στα γεωγραφικά μοτίβα κατανομής της βίας και της ωμότητας  που υπήρχαν στον κλασικό βιομηχανικό και αυτοκρατορικό καπιταλισμό, και σε αυτά που υπάρχουν στο σημερινό παγκόσμιο καπιταλισμό. Ας μην προσποιούμαστε ότι η διάκριση ανάμεσα σε κέντρο και περιφέρεια ή σε Νότο και Βορρά έχει εξαφανιστεί έτσι απλά,  γιατί  υπάρχει πολύς Βορράς στο Νότο και πολύς Νότος στο Βορρά σήμερα. Στην αρχή της δεκαετίας του 1950, αναλυτές με πολύ διαφορετικά υπόβαθρα και προοπτικές, όπως ο Καρλ Σμιτ και η Χάνα Άρεντ, επέμεναν στο γεγονός ότι υπάρχουν κάποιες παγκόσμιες γραμμές, που κατέστησαν δυνατό να συγκρατείται η βία στο κέντρο ενώ εκλύεται στην περιφέρεια, και να τροφοδοτείται η ακραία βία στην περιφέρεια, κυρίως σε μορφή αόρατη για την πλειονότητα των πολιτών στο κέντρο. Μια τέτοια διαγραμματική εικόνα μπορεί ίσως να ερμηνευθεί με διαφορετικούς τρόπους, ακριβώς λόγω των ετερογενών μορφών της ωμότητας και επειδή, όπως επισήμανε η Άρεντ, η βία που τροφοδοτήθηκε στις αποικίες, επέστρεψε ως εκδίκηση στο κέντρο μαζί με κάποια από τα πιο βάρβαρα όργανά της, όπως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όμως είναι αλήθεια ότι οι γραμμές έχουν φύγει από τη θέση τους, έχουν κατακερματιστεί,  μετακινούνται συνέχεια και έχουν γίνει  επισφαλείς.

Σύνορα και πολίτες του κόσμου

Αυτή είναι άλλη μια συνέπεια της παγκοσμιοποίησης. Μια συνέπεια που θα μπορούσε να ορίσει μια στιγμή πολιτοφροσύνης, επειδή περιέχει τις ξενοφοβικές τάσεις, που, όπως γνωρίζουμε από τα σύνορα, σήμερα παίρνουν τη μορφή τοίχων και δολοφονικών φρακτών, όπως ανάμεσα στην Ισπανία και το Μαρόκο ή το Μεξικό και τις ΗΠΑ, ή τη μορφή θανατηφόρων θαλάσσιων οδών, όπως στη Μεσόγειο και στις ακτές της Αυστραλίας. Περιέχει ακόμα και την απελπισμένη προσπάθεια να εκκαθαριστούν και να διαφυλαχθούν οι ταυτότητες, αλλά ταυτόχρονα περιέχει την de facto κυκλοφορία των μεταναστών, τις ανταλλαγές φοιτητών και εργαζομένων, την αυξανόμενη υβριδοποίηση των πληθυσμών, την ανάδυση αυτού που ο Στιούαρτ αποκαλεί νέες εθνικότητες και θεωρητικοποιήθηκε ως νέα τοπογραφία του πολιτισμού. Ριζοσπαστικές εναλλακτικές, ριζοσπαστικές συγκρούσεις, ριζοσπαστικές δυνατότητες, ριζοσπαστικές αβεβαιότητες.

Για να αντιμετωπίσουμε την τάση του κεφαλαίου για μη χρησιμότητα, δηλαδή κάτι που υπερβαίνει την εκμετάλλευση και την υπερεκμετάλλευση ανθρωπίνων και φυσικών πόρων, απαιτούνται νέες μορφές πολιτειότητας, που σίγουρα θα είναι κοινωνικές αλλά και οικολογικές και κυρίως διεθνιστικές. Για να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες  για μια τέτοια πολιτειότητα, πιθανώς  του πολίτη του κόσμου με την κλασική έννοια, χρειάζεται να απορριφθεί η ιδέα των κλειστών κοινοτήτων, θρησκευτικών, εθνικών ή φυλετικών, που θα προωθείται από τα παρακμάζοντα κυρίαρχα κράτη ή εναντίον τους.  Και πρέπει να απορριφθεί με εναλλακτικές προτάσεις, για τις οποίες πρέπει να βρεθούν ονόματα, επειδή δεν υπάρχει συλλογική πολιτική χωρίς ονόματα. Αν η λέξη κομμουνισμός παραείναι επιφορτισμένη και δεν μπορεί να διασωθεί από το τραγικό της παρελθόν, αν φέρει υπερβολική μελαγχολία, ας την πούμε κοσμοπολιτισμό ή διεθνισμό.

Αυτό ακούγεται πολύ ασαφές και ιδεαλιστικό, υπάρχουν όμως ακριβή και άμεσα σημεία που μπορεί να εφαρμοστεί. Χρησιμοποιώντας τα σύνορα ως μέθοδο,  σύμφωνα με τον τίτλο τού βιβλίου των Σάντρο Μεζάντρα και Μπρετ Νίλσον, προτείνω να υιοθετήσουμε τον εκδημοκρατισμό των συνόρων ως πολιτικό στόχο-κλειδί, όχι μόνο με τους όρους του δικαιώματος  διέλευσης των συνόρων,  διαμονής,  σπουδών και  εργασίας σε ξένες χώρες, αλλά και με όρους διαπραγμάτευσης της λογικής των ρυθμίσεων των συνόρων και της διέλευσης  από αυτά ανάμεσα στα κυρίαρχα ή σχεδόν κυρίαρχα κράτη και την κοινωνία των πολιτών.
Τα σύνορα είναι κατεξοχήν ένας θεσμός της πολιτείας που πρέπει να γίνει διακύβευμα για πολιτική δράση και ακτιβισμό, όπως ακριβώς το κράτος πρόνοιας, οι κανόνες για το γάμο και τη δημιουργία οικογένειας, η εκκοσμίκευση και η θρησκευτική ελευθερία, οι οικονομικές και τραπεζικές ρυθμίσεις, με λίγα λόγια όλα τα σημαντικά πολιτικά αντικείμενα. Ο εκδημοκρατισμός των συνόρων είναι το ακριβώς αντίθετο της στρατιωτικοποίησής τους, που αποτελεί μια από τις κεντρικές διαστάσεις των σημερινών ψευδοπολέμων, που όμως εξελίσσονται σε πολέμους. Επομένως, πρόκειται για μια στρατηγική πολιτοφροσύνης. Οι πράξεις πολιτειότητας των αγωνιστών και των ακτιβιστών, που δημιουργούν συμπολιτειότητα συνδιαμορφώνοντας την πολιτική με τους αλλοδαπούς, τους μετανάστες, ίσως τους εχθρούς ή πιθανούς εχθρούς πέρα από τα υπάρχοντα σύνορα, είναι πράξεις πολιτοφροσύνης.

Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτό είναι το παν, αλλά είναι ένα ευαίσθητο διακύβευμα για μια πολιτική που θα προσπαθούσε, κατά προτίμηση προληπτικά, να επινοήσει τη μετατροπή της μη μετατρέψιμης βίας της εποχής μας.

Mετάφραση: Ματίνα Καραγιαννίδου – Σταμπουλή

Πηγή: Εποχή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Ο πασιφιστής κύριος Μαραβέγιας. Του Δημήτρη Ν. Μανιάτη

Το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για τον αθλητισμό στη Θεσσαλονίκη