in

Η επαγγελία της αδύνατης αριστερής στροφής

Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Τον περασμένο Ιούλιο, ο ΣΥΡΙΖΑ διάλεγε συμβολικά την Κοκκινιά για να οργανώσει την προγραμματική συνδιάσκεψή του: βιρτουόζος στη διαχείριση συμβόλων, ο Αλέξης Τσίπρας δήλωνε εκεί ότι, «εάν θέλουμε να κερδίσουμε τους προοδευτικούς πολίτες, πρέπει να έχουμε ένα σαφές αριστερό πρόγραμμα». Ένα μήνα μετά, με την κυβέρνηση υπόλογη για εγκληματικές αποτυχίες στη διαχείριση της πανδημίας και τώρα και των πυρκαγιών, η καθήλωση του κόμματος στην ίδια, σεμνότατη, αντιπολιτευτική τακτική εδώ και μια διετία συζητιέται παντού, στ’ αριστερά και στα δεξιά του:

-Το ΚΚΕ καταλογίζει στον ΣΥΡΙΖΑ ότι φοράει «το κουστούμι της δήθεν υπεύθυνης αντιπολίτευσης» (10/8).

-Στο πρωτοσέλιδο της περασμένης Τετάρτης, η «Δημοκρατία» μιλά για «ανεξήγητα υποτονικό – συναινετικό Τσίπρα στον καταλογισμό των ευθυνών» (11/8).

-Στην πιο φιλική «Εποχή», ο Μπάμπης Γεωργούλας σημειώνει ότι «το θέμα  δεν είναι ποιος προσφέρεται, προσφέρει ή ζητάει τη συναίνεση, αλλά ποιος διαθέτει τις επεξεργασμένες, πειστικές και διαφοροποιημένες πολιτικά προτάσεις» (13/8). Στην ίδια εφημερίδα, ο Κώστας Αργυρός το λέει ευθέως: «η αντιπολίτευση μοιάζει ανίκανη να απαιτήσει πειστικά και πιεστικά μια άλλη προσέγγιση» (10/8).

-Η συνήθως μετριοπαθής Greenpeace αφήνει τώρα στην άκρη τους καλούς τρόπους: «Η κλιματική κρίση δεν ξεκίνησε ούτε εχθές, ούτε πριν τρία χρόνια […] Από πού να αρχίσουμε […] Τους επιστήμονες που δεν ακούτε; Τη χρόνια απουσία δασοπροστασίας και πρόβλεψης από οποιαδήποτε κυβέρνηση; Μήπως να σχολιάσουμε τις συμβάσεις εξορύξεων πετρελαίου και αερίου, οι οποίες παραχωρήθηκαν επί προηγούμενης κυβέρνησης;» (6/8).

 

Στον κατάλογο της Greenpeace θα μπορούσε να προστεθεί και η διαχρονική συνωμοσιολογία: ακολουθώντας τους προκατόχους του, ένα χρόνο πριν από την τραγωδία στο Μάτι, ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Σταύρος Κοντονής κατήγγελλε και αυτός «οργανωμένο σχέδιο για να υπάρξει μια κοινωνικά έκρυθμη κατάσταση στη χώρα» (14.8.2017).

Αντιπολίτευση με σιγαστήρα

Δεν είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ προσαρμόζεται στον «κόσμο» που, υποτίθεται, δεν θέλει πια υψηλούς αντιπολιτευτικούς τόνους. Ούτε ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ως καλός παιδαγωγός κατά Γκράμσι, εκπαιδεύει το ακροατήριό του σε μια άλλη, μη «λαϊκιστική» πολιτική ηθική και αισθητική, στον αντίποδα της νεοδημοκρατικής τυμβωρυχίας μετά το Μάτι. Σε κάθε περίπτωση, η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να κάνει αριστερή αντιπολίτευση (όχι πολακικές φωνασκίες), σε μια κυβέρνηση που ο ίδιος χαρακτηρίζει «επικίνδυνη», δεν είναι ακριβώς «αδυναμία», και πάντως δεν είναι συγκυριακή.

Ο σκιτσογράφος John Antono σχολιάζει στην «Εφημερίδα των Συντακτών» (5.6.2021) την αδιάφορη αντιπολιτευτική τακτική του ΣΥΡΙΖΑ (πηγή: http://johnantono.blogspot.com/2021/06/kare-kare-lexiko-tis-krisis-05-06-2021.html)

-Το διαπιστώσαμε τον Ιούλιο του 2019, όταν η κοινοβουλευτική ομάδα του ψήφισε πρόεδρο της Βουλής μαζί με τη Δεξιά.

-Το είδαμε τον Ιανουάριο του 2020, στη συνυπογραφή της συμφωνίας για τον αγωγό φυσικού αερίου East-Med με Κύπρο και Ισραήλ: παρότι επρόκειτο για συμφωνία αβέβαιης οικονομικής ωφέλειας, βέβαιης οικολογικής διακινδύνευσης, και καταφανούς όξυνσης του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού για τους υδρογονάνθρακες στην Αν. Μεσόγειο, η επίσημη γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ διεκδικούσε από τη ΝΔ την πατρότητα της συμφωνίας – και ελάχιστες, μόνο, κριτικές φωνές στο εσωτερικό προειδοποιούσαν για τον τυχοδιωκτισμό και τους κινδύνους του ενεργειακού εθνικισμού.

-Τον Μάρτιο του 2020, Τσίπρας και Μουζάλας επικροτούσαν τους αντιπροσφυγικούς κυβερνητικούς χειρισμούς στον Έβρο, επικρίνοντας απλά την επικοινωνιακή τακτική της ΝΔ – και αγνοώντας τις καταγγελίες αντιρατσιστικών οργανώσεων και της Ύπατης Αρμοστείας.

-Τον Ιούλιο του 2020, η «συναινετική αντιπολίτευση» υιοθετούσε τη γραμμή Κοτζιά στα ελληνοτουρκικά, απαιτώντας από την κυβέρνηση «δυναμικότερη» αντιμετώπιση του Oruc Reis στην Ανατολική Μεσόγειο – μόλο που το τουρκικό ερευνητικό έπλεε σε διεκδικούμενα, μη οριοθετημένα διεθνή ύδατα.

-Παρότι η κυβέρνηση χειρίστηκε επί μήνες την πανδημία με αυταρχισμό, έκθεση σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού σε κίνδυνο, και εκχωρώντας κρίσιμες λειτουργίες δημόσιας υγείας σε ιδιώτες και «φιλάνθρωπους», o ΣΥΡΙΖΑ ανέβασε τους τόνους όλες κι όλες τρεις φορές: απέναντι στο νομοσχέδιο για την απαγόρευση των διαδηλώσεων, ενάντια στην πανεπιστημιακή αστυνομία,  και απέναντι στο προεδρικό διάταγμα για την απαγόρευση της διαδήλωσης του Πολυτεχνείου. Κάποιοι σκέφτηκαν πως, ακριβώς τότε, χρειαζόταν ένα αντίβαρο σωφροσύνης: λίγες μόλις μέρες, λοιπόν, μετά την αστυνομοκρατούμενη επέτειο της δεκεμβριανής εξέγερσης, το κόμμα κατέβαζε τροπολογία για 13ο μισθό στους αστυνομικούς, προς έκπληξη και των πιο σφοδρών επικριτών του.

-Στην αρχή της χρονιάς, υπερψήφιζε την προμήθεια 18 πολεμικών αεροσκαφών Rafale. Τον περασμένο Μάρτιο στήριζε το νομοσχέδιο για το Ελληνικό (με τους Ν. Φίλη και Θ. Δρίτσα να απέχουν). Και, στα τέλη Ιούνη πια, με πρόταση των Ν. Παππά, Ό. Γεροβασίλη και Α. Φλαμπουράρη, ο Τσίπρας ετοιμαζόταν να υπερψηφίσει την προκλητική αποζημίωση 177 εκ. ευρώ της Fraport από το ελληνικό Δημόσια, για διαφυγόντα έσοδα μέσα στην πανδημία (ηγεσία και εσωκομματική αντιπολίτευση συμβιβάστηκαν τελικά στο μεσοβέζικο «παρών»).

-Ο ΣΥΡΙΖΑ κινητοποιήθηκε ενάντια στην κατάργηση του 8ωρου, υποσχόμενος να το επαναφέρει αν επιστρέψει στην κυβέρνηση. Όμως, αυτό που κομψά περιγράφηκε ως «μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας» συγκαταλέγεται στις δεσμεύσεις της κυβέρνησης για την εκταμίευση πόρων από το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης.

Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να αντιπολιτευτεί τη ΝΔ;

Ακολουθώντας αυτή την συναινετική τακτική εδώ και μια διετία, ο ΣΥΡΙΖΑ αδυνατεί να μειώσει τη διαφορά με τη Δεξιά σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Γιατί, όμως, επιμένει σε μια τόσο εμφανώς αυτοκαταστροφική πολιτική; Για να απαντήσει κανείς, χρειάζεται να πάρει υπόψη πέντε διαστάσεις.

  1. Δέσμιος της κυβερνητικής πολιτικής του

Η πρώτη διάσταση είναι η δέσμευση του κόμματος στην πολιτική που άσκησε το ίδιο ως κυβέρνηση. Στο βιβλίο που επιμεληθήκαμε με τον Χρήστο Λάσκο, ο Γιώργος Βελεγράκης, η Ηρώ Διώτη και η Κυριακή Κλοκίτη το εξηγούν με παράδειγμα το περιβάλλον: «Το πρόβλημα», γράφουν, «δεν είναι, απλώς, το στρογγύλεμα των απόψεων. Το πρόβλημα είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση υλοποίησε μια σκληρά αντιπεριβαλλοντική πολιτική. Δεν χρεώνεται απλώς την πλήρη αντιστροφή των θέσεων για μέτωπα όπως οι Σκουριές ή το Ελληνικό (σ.σ.: εδώ ανήκει και η πολιτική καύσης απορριμμάτων, με «εμβληματική» περίπτωση το Βόλο). Αυτό που χρεώνεται είναι η εμβάθυνση νεοφιλελεύθερων πολιτικών λιτότητας και η ταυτόχρονη απομάκρυνσή του από τα κοινωνικά κινήματα που τον στήριξαν και του έδωσαν, σε μεγάλο βαθμό, μορφή και περιεχόμενο πολιτικής»[1].

Δεν είναι μόνο όσα έκανε ως κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ: είναι και η αποκοπή από τα αντίβαρα –κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά–, μιας πολιτικής που στάθηκε, τελικά, στον αντίποδα της προ-κυβερνητικής περιόδου.

2. Από την «έκτακτη συνθήκη» του 2015 στην ιδεολογική προσχώρηση

Γιατί όμως το τέλος των μνημονίων –έστω: με συνεχιζόμενη τη δρακόντεια επιτήρηση των «θεσμών»– δεν σήμανε την επιστροφή στον «παλιό καλό ΣΥΡΙΖΑ»;

Σε αντίθεση με ό,τι νομίζουν οι νεοφιλελεύθεροι, η κυβέρνηση δεν είναι ουδέτερη διοίκηση: όποιος άσκησε και ασκεί «διοίκηση», υλοποιεί ιδεολογίες – κάνει, δηλαδή, πολιτική όπως καταλαβαίνει τα πράγματα (και τη δική του θέση) μέσα στην κοινωνία. Αποδείχτηκε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ καταλαβαίνει, πλέον, τα πράγματα και τη θέση του ριζικά «αλλιώς» σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο – κι αυτό δεν αφορά μόνο την πολιτική για το περιβάλλον. Ορισμένα μόνο παραδείγματα:

-Ως το 2015, το κόμμα θεωρούσε το ασφαλιστικό ζήτημα πόρων: το θέμα ήταν –έλεγε– οι μειωμένες εισφορές κράτους και εργοδοτών. Μέσα στην κυβερνητική τετραετία, από ζήτημα πόρων, το ασφαλιστικό έγινε ζήτημα («υπερβολικών») παροχών, με τα ταμεία να χαρακτηρίζονται τρύπια («πίθοι των Δαναΐδων» για τον τότε υπουργό Γ. Κατρούγκαλο).

-Μέχρι το 2015, το κόμμα καταγγέλλει την αντιπροσφυγική πολιτική κυβερνήσεων, αστυνομίας και Λιμενικού: τους φράχτες, τη γενικευμένη κράτηση, το αποτρεπτικό «να τους κάνουμε το βίο αβίωτο». Το Φλεβάρη του 2017, ενώ στη Μόρια ζουν ήδη οι διπλάσιοι απ’ όσους χωρούν, έγγραφο για την κατασκευή προαναχωρησιακού κέντρου στην Κω, του γ.γ. Δημόσιας Τάξης, εξηγεί τη νέα κατάσταση στην καινούρια γλώσσα: «η κατασκευή δομών κράτησης θα λειτουργήσει αποτρεπτικά ως προς την δημιουργία νέων μεταναστευτικών ροών» (βλ. Ελένη Τάκου, «Επιστροφή στον “βίο αβίωτο”», Red Notebook 15.2017).

-Εγκαταλείποντας τη θέση του 2012 «Δεν θέλουμε την Ελλάδα στο ΝΑΤΟ, ούτε το ΝΑΤΟ στην Ελλάδα και αγωνιζόμαστε για τη διάλυσή του», ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδιζε, ως κυβέρνηση, τον έπαινο Αμερικανών αξιωματούχων: «παρά τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες», η Ελλάδα ήταν από τους λίγους συμμάχους στο ΝΑΤΟ που ξόδεψε με συνέπεια το 2% του ΑΕΠ της για αμυντικές δαπάνες.

3. Δέσμιος των «μεσαίων» κοινωνικών του στηριγμάτων

Σε ποιους απευθύνεται, όμως, αυτή η πολιτική; Στο «Σχέδιο απολογισμού» για την περίοδο 2012-2019, που υιοθέτησε η Κεντρική Επιτροπή τον Φεβρουάριο του 2020, ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ παραδέχεται διακριτικά ότι δεν εκπροσωπεί πλέον τους ίδιους που εκπροσωπούσε μέχρι το τρίτο μνημόνιο. Το κόμμα, αναφέρει το κείμενο, «κέρδισε και τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 με το ίδιο σχεδόν ποσοστό». Όμως, «οι ψήφοι ήταν λιγότεροι, η αποχή μεγαλύτερη και ίσως η σύνθεση των ψηφοφόρων ελαφρά διαφορετική […]». Οι διαφορές αυτές, καταλήγει, «πρέπει να μελετηθούν επισταμένως, γιατί ίσως προείκαζαν εν μέρει την ήττα στις εκλογές του 2019» (η υπογράμμιση δική μας).

4. Η διαρκώς υποβοηθούμενη κρατικοποίηση: το μάθημα της διάσπασης του 2015

Αν η συνθηκολόγηση του 2015 άφησε ένα ομολογημένο κενό (λιγότερες ψήφους υπέρ του, αυξημένη αποχή, αλλαγή εκπροσωπήσεων), το κενό αυτό προθυμοποιούνται να το «καλύψουν» (ή να το συγκαλύψουν) μέσα ενημέρωσης όχι μόνο φιλικά, αλλά και παραδοσιακά εχθρικά προς τον ΣΥΡΙΖΑ.

Σχολιάζοντας τη δήλωση Τσίπρα στη διαδικτυακή συνέντευξη Τύπου για τις πυρκαγιές («Αν βεβαίως [ο Μητσοτάκης] ζητήσει συνάντηση, θ’ ανταποκριθώ»), ο Άρης Ραβανός γράφει στο «Βήμα» για «νέα αντιπολιτευτική στρατηγική από τον Αλέξη Τσίπρα [που] αιφνιδιάζει τους “ακραίους”» (14/8).

Η χειραγώγηση εσωκομματικών αντιθέσεων μεταξύ «ακραίων» και «κεντρώων»/«μετριοπαθών» είναι παλιά ιστορία. Την κρίσιμη περίοδο 1987-1991, τα ΜΜΕ πριμοδότησαν σταθερά «την ΕΑΡ έναντι του ΚΚΕ εσωτ Α.Α., την πλειοψηφία του ΚΚΕ όταν πρωταγωνιστούσε στη συγκρότηση του ΣΥΝ και εκκαθάριζε τους διαφωνούντες στην ΚΝΕ και αλλού, την μειοψηφία του ΚΚΕ όταν έδειχνε να συνηθίζει στην ιδέα της συγχώνευσης του κόμματος στον Συνασπισμό, τον ΣΥΝ και τη μειοψηφία του ΚΚΕ έναντι του ΚΚΕ σε μεταγενέστερες συγκυρίες κ.λπ. [πασχίζοντας πάντα] να στηρίξουν εκείνη την μερίδα της Αριστεράς η οποία, κάθε φορά, βρισκόταν πλησιέστερα στις συναινετικές στοχοθεσίες του αστισμού»[2].

Η ανάμειξη στα «εσωτερικά» της Αριστεράς έπιασε δυσθεώρητα ύψη το καλοκαίρι του 2015 – με χοντροκομμένες παρεμβάσεις υπέρ του Τσίπρα, του τρίτου μνημονίου και της διάσπασης του ΣΥΡΙΖΑ. Ενδεικτικά: «Όλοι με το ευρώ κι όποιος δεν θέλει σπίτι του» («Πρώτο Θέμα», 11/7)· «Εκλογές τώρα για να ενωθεί ο λαός σε ένα μεγάλο πατριωτικό κεντροαριστερό κόμμα με ηγέτη τον Αλέξη» («Kontra News», 17/7)· «Οι συνωμότες της δραχμής» («Το Βήμα», 19/7)· «Δεν εκβιάζεται από αποστάτες ο Αλέξης και πάει για εκλογές» («Kontra News», 20/7)· «Ο Τσίπρας πετάει το γάντι στους συνωμότες της δραχμής» («Τα Νέα», 22/7)· «Τελείωσαν Λαφαζάνης, Βαρουφάκης, Κωνσταντοπούλου – Ακολουθούν τη γραμμή Σόιμπλε!» («Kontra News» 22/7)· «Ρήξη Τσίπρα με τους αντάρτες του ΣΥΡΙΖΑ» («Έθνος, 22/7)· «”Ευρωπαϊστές” και “δραχμολάγνοι” στα όπλα» («Κεφάλαιο», 25/7)· «Σπάει το απόστημα του ΣΥΡΙΖΑ ο Τσίπρας – Αποφασισμένος να προχωρήσει χωρίς βαρίδια και πλατφόρμες» («Το Καρφί», 25/7). Η αφωνία της τότε κομματικής και κυβερνητικής ηγεσίας μπροστά στις χονδροειδείς «φιλικές» παρεμβάσεις ήταν εκκωφαντική.

  5. Τα εγνωσμένα όρια της εσωκομματικής αντιπολίτευσης

Τελευταία παράμετρος στην κακώς εννοούμενη συριζική «μετριοπάθεια» απέναντι στη ΝΔ είναι η «κατάσταση πνευμάτων» στο κόμμα και την εσωκομματική αντιπολίτευση. Αν και οι παρεμβάσεις της «Ομπρέλας» λειτούργησαν αρκετές φορές διορθωτικά (π.χ. ελληνοτουρκικά), η ίδια αντιμετωπίζει σοβαρούς περιορισμούς:

-Μια εξαιρετικά ετερόκλητη σύνθεση.

-Την αποδοχή, ως γενικής πολιτικής κατεύθυνσης, του προσανατολισμού προς το ΚΙΝΑΛ.

-Μια «διαμερισματική» λογική για την πολιτική: ο ίδιος κόσμος που μπορεί να σχεδιάζει σημαντικές παρεμβάσεις, «ταυτοτικές» (π.χ. για τα ελληνοτουρκικά) ή «δικαιωματικές» (π.χ. για την καθημερινότητα των κρατουμένων), θεωρεί εαυτόν αναρμόδιο για την πολιτική ύλη πάνω στην οποία δημιουργήθηκαν οι μεγάλες διαιρετικές τομές της μνημονιακής περιόδου: το δημόσιο χρέος, τη δημόσια περιουσία και τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, την πολιτική για τις τράπεζες, τα εργασιακά και το ασφαλιστικό, την κοινωνική πολιτική.

-Την αμοιβαία ρήξη με τα κινήματα, απότοκο της περιόδου 2015-2019.

-Μια λογική διεκδίκησης της εσωκομματικής «ηγεμονίας», όριο της οποίας είναι η μη αμφισβήτηση της ηγεσίας Τσίπρα – εξού και οι συγκρούσεις καταλήγουν τελετουργικά στη φόρμουλα «συμφωνούμε ότι διαφωνούμε».

Τι μας ενδιαφέρουν όλα αυτά;

Η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να ασκήσει αριστερή αντιπολίτευση στη ΝΔ είναι το άλλο όνομα της αδυναμίας να εγγυηθεί καλύτερη διαχείριση από τη σοσιαλφιλελεύθερη δική του. Αλλά και της πεποίθησης ότι σοβαρή πολιτική είναι πρωτίστως, αν όχι μόνο, η κυβερνητική πολιτική – εξού και το ζήτημα είναι η επιστροφή στην κυβέρνηση, με κάθε τρόπο. Ελλείψει κινημάτων που θα συνέβαλαν στην ήττα της ΝΔ, η επιστροφή περνά από την «κατάρρευση» της ΝΔ και μετακινήσεις προσωπικού μέσα στο κράτος. Η επικράτηση αυτής της λογικής στο χώρο αριστερότερα της ΝΔ, αντί να απελευθερώνει χώρο στ’ αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, στην πραγματικότητα αφήνει τη ΝΔ χωρίς αντίβαρο. Παλιότερα, το γνωστό αυτάρεσκο σύνθημα έλεγε ότι, μέσα σε τόση συναίνεση, «η μόνη αντιπολίτευση είμαστε εμείς». Αλλά ο ανταγωνιστικός χώρος δεν «είναι» η αντιπολίτευση επειδή το αναλαμβάνει ή αυτοανακηρύσσεται ως τέτοια: «είμαστε η αντιπολίτευση» όταν αυτό που λέμε κι αυτό που κάνουμε αποκτά ηγεμονικό ρόλο στην κοινωνική και πολιτική αντιπολίτευση. Αυτό είναι πολύ δυσκολότερο. Άλλο που, όπως έγινε και νωρίτερα, σε συνθήκες μεγάλης ρευστότητας, μπορεί να ξαναγίνει.

[1] «Ο ΣΥΡΙΖΑ και το περιβαλλοντικό ερώτημα: Από τα κινήματα στη ρεαλπολιτίκ της ανάπτυξης», στο: Ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση 2015-2019. Η Αριστερά;, σσ.: 133-142

[2] Χρ. Τυροβούζης, «Συνασπισμός: η πενιχρή πρόοδος μιας αμελητέας Αριστεράς», Θέσεις τ. 37, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1991.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Loading…

0

Στην εξουσία οι Ταλιμπάν – Οι γυναίκες του Αφγανιστάν οργανώνουν την ένοπλη αυτοάμυνά τους

Θέρμη: Κινητοποίηση των σχολικών καθαριστριών για σταθερή εργασία