in , ,

Η αγάπη γεννά το κουράγιο – Ο Αλέξης Κυριτσόπουλος μιλά στην Ιωάννα Γιαννακοπούλου

Αλέξης Κυριτσόπουλος, Κουράγιο, Κέδρος 2020, 52 σελ.

Νιώθω πως το σύμπαν του Αλέξη Κυριτσόπουλου μας επιστρέφει εκεί από όπου ξεκινήσαμε, στις ρίζες μας, σε μια πατρίδα που δεν έχει σύνορα, στον τόπο που κατοικούν τα παιδικά μας όνειρα. Μέσα σε μια αχλή που νοσταλγούμε για την απλότητα και την ουσία της, στη φαντασία που γίνεται στα έργα του ύλη χειροπιαστή, σχήματα και χρώματα. Προσηνής, απλός και με χιούμορ -έτσι τον φανταζόμουν και προτού μιλήσουμε, από τον τρόπο που εικονογραφεί κι από τον τρόπο που γράφει- δέχτηκε να κάνουμε μια μικρή κουβέντα, με αφορμή το τελευταίο βιβλίο του με τίτλο Κουράγιο (εκδ. Κέδρος) που εκδόθηκε λίγο πριν εκπνεύσει το 2020.  Και ιδού…

Διαβάζω στο βιογραφικό σας πως γεννηθήκατε στην Αθήνα αλλά γνωρίσατε τη ζωγραφική στο Παρίσι. Θα μας πείτε αυτή την ιστορία με το Παρίσι; Πώς έγινε και πήγατε εκεί;

Πήγα εκεί διότι ήταν δύσκολα τα χρόνια τότε, δηλαδή ήταν η δικτατορία, κι ήθελα να φύγω. Επιπλέον, ήθελα να δω τη ζωγραφική από κοντά.

Ποιους θεωρείτε δασκάλους σας; Ποιοι σας επηρέασαν στον τρόπο που σκέφτεστε, στον τρόπο που ζωγραφίζετε;

Είχα δει στην Αθήνα μόνο έναν Αμερικάνο σκιτσογράφο που λέγεται Στάινμπεργκ και μετά στο Παρίσι είδα πολλούς ζωγράφους βεβαίως και κυρίως τον Κλέε και τον Σεζάν και τους ζωγράφους του Bauhaus και τον Ρομπέρ Ντελονέ… Μπορώ να πω πως ο Κλέε με επηρέασε πιο πολύ από όλους.

Πώς άρχισε η ιστορία με την εικονογράφηση και στη συνέχεια με τη συγγραφή; Όταν ήσασταν μικρός, φανταζόσασταν ότι θα πάρετε αυτό τον δρόμο, ή ήταν κάτι που προέκυψε στην πορεία;

Από μικρός έκανα σκιτσάκια. Και μετά, τελειώνοντας το σχολείο, έκανα κάτι σαν κοινωνική κριτική με γελοιογραφίες, είδα όπως είπα τον Στάινμπεργκ, κι εκείνη την εποχή τον Μίνω Αργυράκη, μέχρι εκεί. Μετά στο Παρίσι είδα τη ζωγραφική πιο γενικά, με τον Κλέε ξαναλέω, και τον Καντίνσκι, και τους εκπροσώπους όλους του Bauhaus, είχα φίλους που μιλάγαν για ζωγραφική, όπως ο Πέρης Ιερεμιάδης και ο Στέλιος Ράμφος, αυτά.

Είχα κάνει μια ιστοριούλα, πριν φύγω, το 1965, κάπου εκεί, ένα βιβλιαράκι μικρό, που πρώτος το έβγαλε ο Μπαχαριάν και το ‘βγαλε και ο Κέδρος αργότερα, που λέγεται Κρυφτό, και αυτό ήτανε μια σειρά σκίτσων που τα πρότεινα στην Ελένη Βλάχου τότε, στην Καθημερινή, για να τα βάλει στο περιοδικό «Εικόνες», και η Βλάχου μου ζήτησε να βάλω λόγια. Αυτή ήταν η πρώτη απόπειρα για λόγια. Τότε στην Ευρώπη είχαν προχωρήσει τα πράγματα κι είχε φύγει η μόδα από την αφηρημένη τέχνη, κι άρχισαν να στήνουν εγκαταστάσεις… Στη ζωγραφική ήταν ο Πόλλοκ, πολύ abstrait, ο Αρτούνγκ, διάφοροι της κίνησης ή της επίθεσης στον καμβά, όπως ήταν ο Φοντάνα, τα οποία πράγματα δεν με ενδιέφεραν εμένα. Είδα ότι στον χώρο της εικονογράφησης υπήρχαν βιβλία τα οποία μ’ αρέσαν πολύ. Κι όταν ήρθα στην Ελλάδα, ήθελα να κάνω ένα παιδικό βιβλίο, χωρίς συγκεκριμένο θέμα. Μου άρεσε η ιδέα του παιδικού βιβλίου, και έκανα το «Παραμύθι με τα χρώματα». Τα λόγια που βάζω είναι για να συνδέονται οι εικόνες κυρίως. Δεν έχω ποτέ γράψει πρώτα μια ιστορία και μετά να την εικονογραφήσω.

Εμπνευστήκατε «παραμύθια» και ζωγραφίσατε, από τα ποιήματα του Εγγονόπουλου, του Ρίτσου και του Σαραντάρη.

Και του Σεφέρη, είναι το πρώτο. Σεφέρη, Εγγονόπουλο, Ρίτσο και Σαραντάρη.

Ποιο ρόλο παίζει η ποίηση στη ζωή σας;

Όποιο ρόλο παίζει η τέχνη στη ζωή μου, όποιο ρόλο παίζει η μουσική, η ζωγραφική…. Αυτό ξεκίνησε για ειδικό λόγο, δηλαδή το Μουσείο Μπενάκη άνοιξε ένα καινούριο μουσείο, του Χατζηκυριάκου-Γκίκα, που είναι για τη γενιά του ’30, σε όλες τις τέχνες – μουσική, χορό, ζωγραφική, λογοτεχνία… Και μου ζήτησε η Δέσποινα Γερουλάνου από το Μουσείο Μπενάκη να κάνω κάτι γι’ αυτό. Κι είπα, εγώ αυτό που ξέρω να κάνω είναι βιβλία, άμα θέλετε, και τους άρεσε η ιδέα. Και μου πρότειναν να κάνω βιβλία για παιδιά με ποιητές της γενιάς του ’30. Έτσι ξεκίνησε. Για την ποίηση δεν μπορώ να πω κάτι ξεχωριστό. Υπάρχουν ποιητές που διαβάζω…

Έχετε αγαπημένο ποιητή;

Δεν θα τό ‘λεγα. Τώρα, έτσι όπως τους έχω γνωρίσει, νομίζω πως αγαπημένος μου ποιητής είναι ο Σαραντάρης, που τον ήξερα και πριν και μ’ άρεσε πολύ. Για τον Σαραντάρη θα τό ‘λεγα κυρίως.

Μου αρέσει πολύ ο τρόπος που συχνά ζωγραφίζετε, σαν παιδί. Όπως στο Παραμύθι με τα χρώματα. Πόσο δύσκολο είναι να γυρνά κανείς στα πρωταρχικά, στα πιο απλά;  Τι σας γοητεύει σε αυτό;

Δεν με γοητεύει, είναι κάτι το οποίο… έτσι μπορώ να κάνω. Αλλά αυτό το «σαν παιδί» το έλεγε μια γνωστή μου μητέρα στον γιο της, ότι αυτό το βιβλίο είναι σαν να το ‘χει κάνει παιδί. Και μου λέει το παιδί, «πήγα κι εγώ να ζωγραφίσω έτσι αλλά δεν μπορούσα». Δηλαδή ένα παιδί δεν μπορεί να ζωγραφίσει σαν και μένα. Εκεί διαφέρει… τα παιδιά δεν μπορούν να ζωγραφίσουν έτσι. Γιατί σ’ αυτό το απλό ύφος, ας το πούμε έτσι, κατά βάση υπάρχει μια γνώση, την οποία τα παιδιά δεν την έχουνε. Είναι μόνο αυθόρμητα και πηγαία και τολμηρά κι ευφάνταστα, αλλά επειδή δεν έχουνε γνώση μετά τα δώδεκα, τα παρατάνε και ζωγραφίζουνε σαν τους μεγάλους, οπότε τελειώνει η παιδικότης εκεί…

Επομένως είναι κάτι που κατακτήσατε να ζωγραφίζετε με αυτό τον τρόπο…

Ναι, είναι μια άσκηση σιγά σιγά. Αλλά σαν αυτό το παιδικό που λέτε, κάτι που θυμίζει παιδικό, είναι μια ζωγραφική που δεν είναι ακαδημαϊκή. Και το Bauhaus ενδιαφέρθηκε γι’ αυτό το είδος τέχνης. Πριν το Bauhaus υπήρχε ο Μπλε Καβαλάρης, δεν ξέρω αν θυμάστε, ένα κίνημα των Καντίνσκι και Μαρκ, που τους ενδιέφερε η ζωγραφική των παιδιών, των τρελών και η λαϊκή τέχνη. Δηλαδή αυτό που έχει σχέση ας το πούμε με το «παιδικό» είναι και η τέχνη η primitive, με έναν τρόπο: όχι των primitive, αλλά η τέχνη άτεχνη, σαν να λέμε. Η λαϊκή τέχνη έχει μια σχέση με αυτό.

Μου προκαλεί ιδιαίτερη συγκίνηση το βιβλίο σας Το άσπρο άλογο. Τόσο το κείμενο όσο και η εικονογράφηση είναι η επιτομή της απλότητας. Κι αυτό το λίγο, το ελάχιστο, σχεδόν φτάνει να χαθεί, εκεί που λέτε: «ήταν ένα συννεφάκι τόσο μικρό, που είχε μόνο μια σταγόνα βροχής. Κι όταν έβρεξε δεν είχε τίποτα». Στην επόμενη σελίδα, ωστόσο, διαβάζουμε «Ευτυχώς». Κι από εκεί και πέρα ξεπηδά το καινούριο. Χρειάζεται πιστεύετε να φτάσει κανείς στο σημείο μηδέν για να αναγεννηθεί;

Το παραμύθι λέει: «ευτυχώς όμως η μικρή σταγόνα έπεσε στο μικρό ποτάμι». Έπιασε τόπο κι αυτό το ελάχιστο. Πάντως, στο σημείο μηδέν μπορεί να πέσει μια αστραπή, «να αστράψει φως» που λέει ο ποιητής, και «να γνωρίσει ο νιος τον εαυτό του». Μπορεί όμως να μην τα αφήσουμε όλα στον ουρανό και να ξαναπροσπαθήσεις να σηκωθείς, να καταλάβεις, να μετανοήσεις ίσως…

Αυτό είναι μια ενδιαφέρουσα κουβέντα, πώς φτιάχνει κανείς έναν καινούριο κόσμο με παλιά υλικά.

Ναι, είναι. Δεν θα τό ‘λεγα με παλιά υλικά… πώς να το πούμε… από τον Τισιάνο βγήκε ο Ελ Γκρέκο, δεν βγήκε από το μηδέν. Από τον Τισιάνο και από την Βυζαντινή τέχνη βγήκε. Αν δεν έχεις έναν δάσκαλο, ένα πρότυπο, δεν μπορείς να προχωρήσεις και να το ξεπεράσεις.

Στο «Έρως στο παγκάκι» μιλάτε για τον έρωτα, την επιθυμία, το όνειρο, τις αντιφάσεις μιας ερωτικής ιστορίας. Τι σημαίνει ο έρωτας για σας;

Ο έρωτας είναι έρωτας. Λάμψη, αναγέννηση, πετάς στα σύννεφα. Ονειρεύεσαι, ανοίγεις την καρδιά σου. Αλλά αυτό το βιβλίο δεν είναι παιδικό να πούμε, ε;

Μπορούμε να βρούμε το άλλο μας μισό, μπορεί ο έρωτας να είναι ανώδυνος, ή πάντα κουβαλά μέσα του την απώλεια και τον πόνο;

Όχι, δεν το πιστεύω ότι έχει μέσα του την απώλεια και τον πόνο. Πιστεύω ότι είναι μια απογείωση, η οποία δεν είναι ντε και καλά να λιώσουν τα φτερά του σαν του Ίκαρου και να σπάσει τα μούτρα του. Δεν είναι υποχρεωτικό. Αυτό είναι μια ρομαντική άποψη που δεν συμβαίνει πάντα. Υπάρχει και το «αίσιον τέλος», υπάρχει και αυτό που λέει ο Μπρασένς, ο Γάλλος τραγουδοποιός που μ’ αρέσει πολύ, για το παγκάκι που λέγαμε, ότι η καλύτερη στιγμή των ερωτευμένων ήταν όταν κάθονταν στα παγκάκια, «οι ερωτευμένοι των παγκακιών» λέει το τραγούδι… αλλά υπάρχουν και άνθρωποι που μπορούν μετά τον έρωτα να αγαπάνε.

Γεννηθήκατε το 1943 και ζήσατε πολλές ταραγμένες, πολύ δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Ωστόσο βιβλίο με τίτλο Κουράγιο εκδώσατε το 2020. Εκεί πολύ όμορφα γράφετε πως: «μπορεί να χάσεις το κουράγιο σου και να μην έχεις κουράγιο για τίποτα. Ακόμα κι αν είσαι λιοντάρι κι έχεις καρδιά λιονταριού». Γιατί άραγε τώρα νιώσατε αυτή την ανάγκη να μιλήσετε γι αυτό;

Ε, δεν ξέρω… δεν ξέρω γιατί… Μπορεί να είναι αυτοβιογραφικό, μπορεί να έπαθα ένα στιγμιαίο break down. Αλλά αυτό είναι κάτι το οποίο πιστεύω γενικά… να σας πω μια ιστορία με δυο βατραχάκια;

Ναι, βέβαια…

Ήταν δυο βατραχάκια που πέσαν μέσα σ’ έναν κουβά με γάλα, κάναν μια προσπάθεια να βγούνε και το ένα είδε ότι δεν μπορούσε να βγει και κάθισε και πνίγηκε. Το άλλο έκανε προσπάθειες για να βγει, κοπανιότανε για να βγει, κι όπως κοπανιόταν, τελικά έπηξε το γάλα από το πολύ κοπάνημα, την μάταιη αυτή κωπηλασία, πώς να το πούμε, δεν ξέρω… κι έκανε κρούστα το γάλα, πάτησε το βατραχάκι στην κρούστα και βγήκε έξω. Λοιπόν, εδώ και πάρα πολλά χρόνια στη ζωή μου αυτό το βατραχάκι τό ‘χω στην τσέπη μου. Δεν έχει σκάσει, μια χαρά είναι (γέλια).

Εσείς από πού παίρνετε κουράγιο στις δύσκολες στιγμές σας;

Κοιτάξτε, μπορεί να παίρνω κουράγιο από τα παιδιά μου, από τα εγγόνια μου τώρα τελευταία, από την αγάπη μου, από τους φίλους μου, από ένα τραγούδι, από ένα ηλιοβασίλεμα, από ένα ανέκδοτο.

Πάντως το λιοντάρι παίρνει κουράγιο όταν χρειάζεται να φροντίσει κάποιον άλλο.

Ε, βέβαια, αυτό είναι πολύ σοβαρό πράγμα, η ευθύνη. Πιστεύω πολύ σε αυτό το σχήμα, να το πούμε έτσι. Η αγάπη είναι κάτι το οποίο κατευθύνεται, η αγάπη γεννά το κουράγιο, από την αγάπη παίρνεις θάρρος.

Στα έργα σας έχει ιδιαίτερη θέση η φαντασία, το ονειρικό στοιχείο. Τι σημαίνουν για εσάς; Έχουν ανάλογη θέση και στη ζωή σας;  

Φαντασία και όνειρο είναι η ελπίδα ότι μπορεί η πραγματικότητα να γίνει καλύτερη. Δηλαδή δεν πετάς στα σύννεφα για πλάκα, πετάς για να δεις καλύτερα τα πράγματα και να βελτιώσεις κάτι. Προσπαθούμε για το καλύτερο. Άλλοτε λέγαν ότι η τέχνη είναι μια προσπάθεια για το καλύτερο, μια προσπάθεια βελτίωσης της ψυχής σου, του εαυτού σου, αυτού του άλλου, του αναγνώστη, του θεατή.

Τι είναι για σας ευτυχία;

Ευτυχία είναι η σύντροφος του γιου της γυναίκας μου (γέλια). Ευτυχία είναι στιγμές που φωτίζουν τη ζωή σου, στιγμές αγάπης ή δημιουργίας, σαν πεφταστέρι… κι αν προλάβεις, κάνεις μια ευχή να κρατήσει για πάντα.

Σας ευχαριστώ πολύ!

Κι εγώ!

 

Βιογραφικό Αλέξη Κυριτσόπουλου

Γεννήθηκε στην Αθήνα αλλά γνώρισε τη ζωγραφική στο Παρίσι. Η ζωγραφική του φιλοξενείται σε γκαλερί, σε βιβλία, δίσκους βινυλίου, CD και αφίσες. Έχει ζωγραφίσει μουσικά θεάματα και έχει δημιουργήσει «κινούμενη ζωγραφική», ή αλλιώς κινούμενα σχέδια.
Εκτός από τις ατομικές του εκθέσεις (γκαλερί Σκουφά, Ζουμπουλάκη, Άστρα, Άνεμος) και από κάποιες ομαδικές στις οποίες συμμετέχει, η ζωγραφική του βρίσκεται στα βιβλία του: «Το παραμύθι με τα χρώματα», «Το άσπρο άλογο», «Ένα παραμυθάκι για χειμώνα και καλοκαίρι», «Ξαφνικά τα Χριστούγεννα», «Κρυφτό», «Μία + 5 Καρυάτιδες» (εκδ. Κέδρος), «Έλα, μάτια μου, στολίσου» (εκδ. Άγρα), «Σ’ ΑΓ» (εκδ. Αρμός). Συνεργάζεται με τον Στέλιο Ράμφο για τα βιβλία του και με τον Διονύση Σαββόπουλο για τα μουσικά θεάματα, τους δίσκους και τα CD του. Ζωγραφίζει για τη μουσική του Νίκου Ξυδάκη (εξώφυλλα δίσκων, CD και αφίσες). Έχει επίσης ζωγραφίσει «Τα παράλογα» του Μάνου Χατζιδάκι. Ζωγραφίζει για το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Ο Πέτρος κι ο λύκος, Σαββόραμα, Λυσιστράτη). Συνεργάζεται με την καθηγήτρια Βάσω Τοκατλίδου (τμήμα Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας του Α.Π.Θ.) για το graphic concept και την εικονογράφηση γαλλικών εκπαιδευτικών βιβλίων.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΜέΡΑ25 : «Όποιος σπέρνει θύελλες, θερίζει καταιγίδες κ. Μητσοτάκη»

Ανακοίνωση ΕΝΙΘ για το 3ο κύμα της πανδημίας: «Αθήνα όπως λέμε… Θεσσαλονίκη»