in

Γλυφό νερό. Της Εύης Πάτκου

Αθηνά Παπανικολάου, γλυφό νερό, εκδόσεις ενύπνιο, σελ. 84

Η Αθηνά Παπανικολάου, κατάγεται από τον Αλιάκμονα Βοΐου, μεγάλωσε στην Νεάπολη και ζει στη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε φιλόλογος στη Δημόσια Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και συντονίστρια Εκπαίδευσης Προσφύγων σε προσφυγικούς καταυλισμούς.

Στο βιβλίο της μας προσφέρει δεκαεπτά μικρά διηγήματα, με γραφή ποιητική. Επέλεξα να παρουσιάσω αυτό το βιβλίο, όχι γιατί είναι φίλη  από τα φοιτητικά χρόνια, αλλά γιατί οι ιστορίες της ακουμπούν και στις δικές μου μνήμες, τις παιδικές, τις εφηβικές, και στις αφηγήσεις των παππούδων και των γιαγιάδων  μας. Δεν είναι παράξενο αυτό. Ο τόπος και ο τρόπος  που μεγαλώσαμε είναι ίδιος.

Δεν  προσπαθεί να εκβιάσει τα συναισθήματα μας, δεν εξηγεί, (που ως εκπαιδευτικός θα μπορούσε να το κάνει), δεν αποδίδει ευθύνες, απλώς περιγράφει. Και η συγκίνηση βρίσκει τον δικό της δρόμο να μας συναντήσει.

Ο τίτλος του βιβλίου «Γλυφό νερό», εξηγείται στο ομότιτλο διήγημα. Εκεί θα συναντήσουμε  το πάθος της δασκάλας να εμφυσήσει στα παιδιά την αγάπη για την ποίηση, για τα γραπτά.

«Τι είναι το γλυφό νερό που γράφει ο Σεφέρης στο γνωστό του του ποίημα;

-Μήπως κυρία, σαν το νερό από τη βροχή, όταν ενώνεται με το αλάτι που ρίχνει ο πατέρας μου πάνω στις πέτρες, για να γλύφουν τα πρόβατα; Μια φορά που δοκίμασα κι εγώ την πέτρα, έτσι μου φάνηκε , όπως μας το λέτε τώρα.

-Ναι, έτσι είπε με ανακούφιση κι αυτή, μολονότι δεν είχε γλείψει πέτρα με αλατισμένο νερό.

-Έ πε,’ μα κυρία, στούραβο νερό, να καταλάβουμε κι εμείς,  αναφώνησαν , όλα εν χορώ».

Επιτέλους κατάφερε να τους κάνει να καταλάβουν! Και ένιωσε τότε «…να ξεδιψά, αν είναι δυνατόν, από γλυφό νεράκι.»

Τα διηγήματα – μερικά είχαν προδημοσιευθεί και αλλού- είχαν και εξακολουθούν να έχουν ταυτόχρονα και τον χαρακτήρα μιας κριτικής παρέμβασης  σε διάφορα που συμβαίνουν γύρω μας και τώρα- και πρέπει να μας αφορούν.

Μπορούν να διαβαστούν σαν μια ιστορία, σαν παραλλαγές σε ένα θέμα που νομίζω είναι πάντα το ίδιο θέμα.

Παραλλαγές για να ασκούμαστε να διακρίνουμε τον άλλο, το διαφορετικό, να ασκούμαστε στην αντίσταση που υψώνει μια ταυτότητά στην μοναξιά της, να διακρίνουμε τα τείχη αδιαλλαξίας,  τις δοκιμασίες.

Αυτές οι παραλλαγές του ίδιου θέματος, όπως σημειώνει με άλλη ευκαιρία η Νόρα Σκουτέρη -Διδασκάλου, στρέφουν το καθρέφτη από εμάς στους άλλους και πάλι σε μας σε μια κίνηση συνεχή και επίμονη, άλλοτε επώδυνη και απειλητική για τους εφησυχασμούς, τις αυταπάτες και τις ψευδαισθήσεις μας μας και άλλοτε υποσχετική για όλα εκείνα που μπορούμε να κάνουμε, για όλα όσα ελπίζουμε να γίνουν.

Γιατί κάπου ανάμεσα σε τέτοιες ιστορίες, όπως η «Μάγδα Φύσσα», «Μιρουπάφσιμ», «Μαθήματα γραφής», «Πάσχα του 44» , «Εκστρατεία» κάθε πράξη ανάγνωσης του παρελθόντος αντιμετωπίζει τους ίδιους κινδύνους: παρανάγνωση, προκατάληψη, εθνοκεντρισμό, στερεότυπα. Και εδώ είναι  η ανάγκη να κατανοηθεί η ιστορία μέσα από τις εμπειρίες των ανθρώπων, μέσα από αλλιώτικους, μη επίσημους και καθιερωμένους τρόπους. Τότε αυτές οι ιστορίες φωτίζουν μνήμες σιωπηλές και κατασιγασμένες.

Στο διήγημα «Δεν ήμουν το κοριτσάκι με τα σπίρτα», μιλά για τις πραγματικότητες  σαν παραμύθια και τα παραμύθια σαν πραγματικότητα.

Αν τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως μας τα λένε χρόνια τώρα οι δάσκαλοι και οι μεγάλοι, η παράδοση , ο πολιτισμός, η ιστορία, αλλά αλλιώς;

Αλλιώς, δηλαδή όχι ξένα, αλλά και δικά μας, για να τα φτιάξουμε, να τα μεταμορφώσουμε, να τα πούμε. Να επιλέγουμε μόνες μας,  κι όχι τη μοναξιά μας, για να κάνουν τη ζωή όλων  μας καλύτερη , δηλαδή πιο ανθρώπινη. Να μάθουμε να αλλάζουμε τον κόσμο αρχίζοντας να αναρωτιόμαστε και προχωρώντας πέρα από αυτό.

Η ιστορία της Τρανταφλιάς στο διήγημα «Μέχρι τη Βέροια» , μια ιστορία, σχεδόν σαν «μη ιστορία», γιατί δεν πρόλαβε να ειπωθεί, γιατί δεν θα ειπωθεί ποτέ. Η Αθηνά βρίσκει σε αυτό το προσωπικό ίχνος που άφησε η Τρανταφλιά, κάτι σαν επίκληση για μνημόσυνο  και μαζί τον σπαραχτικό υπαινιγμό που κινεί την μνήμη με ένα όνομα για μια ζωή, που όπως πολλές άλλες τέτοιες μικρές ζωές, αξίζουν πολύ περισσότερο.

«Η θεία Βικτώρια», ένα άλλο έξοχο διήγημα. Και ποια από εμάς δεν είχε μια θεία, μια γιαγιά μια μάνα, σαν τη θεία Βικτώρια. Η θεία Βικτώρια και η κάθε θεία του παρελθόντος (και του παρόντος ίσως) που κατέχει μια γνώση ζωής,  πρακτικά μαθημένη, που δημιουργεί, που είναι γνώστρια των μικρών και των μεγάλων μυστικών του κεντήματος, του πλεκτού, της κουζίνας, που ξέρει να φροντίζει όχι μόνο το σώμα, αλλά και την ψυχή, να ορίζει την συντροφικότητα και την επικοινωνία…

Τι να πούμε και για τα παιδιά, γι’ αυτά τα παιδιά, όπως στα διηγήματα «Η Γιορτή», και «Μαθήματα γραφής». Οι ιστορίες των παιδιών που ξεριζώνονται από τα σπίτια τους από τόπους μακρινούς, ιστορίες ακραίας φτώχιας και πολέμων  που προκαλούν δεινά σε όλη την ανθρωπότητα. Τι είναι λοιπόν αυτές οι ιστορίες που τις μαθαίνουμε μόνο όταν γινόμαστε θύματά τους ή, στην καλύτερη περίπτωση, ερχόμαστε σε επαφή με ανθρώπους που τις έζησαν; Τι είναι αυτή η συμφορά που λέγεται πολιτισμός και πρόοδος; Τι είναι αυτό το κακό που εξαπλώνεται και διεκδικεί όλο και περισσότερα θύματα χρόνο με το χρόνο;

Τελειώνω με το υπέροχο «Χαλβάς σιμιγδαλένιος», το γλυκό μιας κουζίνας μητρογονικής , που με απλό και καθημερινό τρόπο, δένει  την απόλαυση με φανερές και κρυφές σημασίες για τη ζωή μας.

«Έστρωσε το τραπέζι, έβαλε το καλό, το ασπροκεντημένο τραπεζομάντηλο που είχε για τη γιορτή της […] Μοσχοβόλησε το σύμπαν κανέλα και ψίχα καρυδιού. Μέρα γιορτής των Αρχαγγέλων, μέρα του ονόματός της, γλυκάθηκαν οι Ταξιάρχες, φτερούγησαν απαλά να μη χαλάσουν το τραπέζι».  Όση  γλύκα έχει ο χαλβάς, τόση η γλυκύτητα του κειμένου…

Την απόλαυση αυτού του γλυκού που έχει  παραδοσιακές ρίζες, που όσο πάει και την λησμονούμε μαζί με τα μυστικά της τέχνης, η Αθηνά δεν μας αφήνει να την  ξεχάσουμε.

Το Γλυφό νερό είναι μια προσφορά της Αθηνάς σε όλες μας. Καλοτάξιδο.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Παραπομπή σε δίκη των 12 κατηγορούμενων για τη δολοφονία του Άλκη Καμπανού προτείνει η εισαγγελέας

Η χειρότερη παράσταση της δεκαετίας