in ,

Δεν γίνεται να κλείσουμε τα μάτια μας στην αλήθεια

Ο Ρεζά Γκολαμί μιλά στην Ιωάννα Γιαννακοπούλου

Θα παρουσιάσεις ένα βιβλίο για το προσφυγικό; Ήταν η πρόταση από την Αντιρατσιστική Πρωτοβουλία Λάρισας. Ναι, είπα. Πήρα το βιβλίο στα χέρια μου, το ζύγισα, είναι μικρό, δεν θα μου πάρει πολύ, σκέφτηκα. Αλλά με δάγκωσε. Το λέει ο Κάφκα αυτό, να διαβάζουμε τα βιβλία που μας δαγκώνουν και μας τσιμπούν, που μας χτυπάνε σα γροθιά στο κεφάλι. Η γλώσσα του Γκολαμί είναι απλή, σαφής, χωρίς τερτίπια. Αλλά δεν σ’ αφήνει να πάρεις ανάσα. Στις «Χαμένες ταυτότητες» διαβάζουμε την ιστορία του Αφγανιστάν και παράλληλα την ιστορία του Ρεζά και την ιστορία των ανθρώπων που αγάπησε κι έχασε, του παππού, της μητέρας, του δασκάλου. Πολλές φορές γυρνούσα πίσω στις σελίδες να δω, καλά κατάλαβα;  Στα 9 του παίρνει την απόφαση να μεταναστεύσει μόνος του στο Πακιστάν; Η κόρη μου είναι δέκα…  Κι αργότερα, πάλι ανήλικο, ασυνόδευτο, μια φιγούρα σκυφτή στην Ομόνοια, να αναρωτιέται: «ποιος εμπιστεύεται τώρα έναν πρόσφυγα; Ποιος θα αγκαλιάσει έναν πρόσφυγα; Κι εγώ τι θα απογίνω σε μια άγνωστη πατρίδα;” Ναι, διαβάζοντας το βιβλίο, νιώθουμε πολύ καλά αυτό που λέει η Ουαρσάν Σάιρ, «αφήνεις την πατρίδα, μόνο όταν η πατρίδα δε σε αφήνει να μείνεις».

Πολλές φορές, όταν καταφέρνουμε πράγματα, ξεχνάμε τον κόπο που κάναμε για να τα πετύχουμε. Σαν το αποτέλεσμα να αποκρυσταλλώνει τη διαδικασία. Κι ίσως είναι αυτό θεραπευτικό, γιατί η λήθη τρώει τον πόνο μας. Είμαι σίγουρη πως η γραφή αυτού του βιβλίου δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση. Κι ας είναι η γλώσσα του λιτή, κι ας αποφεύγει τους συναισθηματισμούς, κι ας μην επενδύει στη φρίκη. Η γραφή του υπονοεί το δύσκολο βίωμα, κι ο συγγραφέας χρειάστηκε να καταδυθεί και πάλι σ αυτό, για να το φιλτράρει για χάρη μας.

Ο επιζήσας κουβαλά πάντα το φορτίο του βιώματος, ακόμα και όταν επιλέγει να το αποσιωπήσει ή να το λειάνει. Όμως η ιστορία του Ρεζά μας δείχνει πως επέλεξε να μην μείνει πληγωμένος, αλλά να γίνει πιο σοφός: σαν κάποιος που δέχεται πέτρες από τις συνθήκες, την ιστορία, και χτίζει μ αυτές ένα σπίτι. Και θέλει αυτό το σπίτι να μην είναι μόνο δικό του, αλλά να σκεπάζει κι άλλους.

Νομίζω από την παρουσίαση, δεν θα ξεχάσω το βλέμμα του Ρεζά που είχε περηφάνια για όσα κατάφερε, τη φωνή του που ενέπνεε αισιοδοξία για το μέλλον.

«Να αποκτάς ό,τι έχεις ανάγκη» σου είπε ένας φίλος σου, κι εσύ απέκτησες ένα βιβλίο. Ποια ανάγκη σε οδήγησε στη συγγραφή;

Με το πέρασμα του χρόνου οι ανάγκες των ανθρώπων αλλάζουν, λόγω συνθηκών και συγκυριών. Κάπως έτσι άλλαξε και η δίκη μου ανάγκη. Ανάγκη που έγινε όραμα, στόχος και ελπίδα. Αλλά στην ουσία αυτό που δεν άλλαξε είναι η προσφυγιά, ο πόλεμος και η φτώχεια. Μην ξεχνάμε ότι ακόμα υπάρχουν παιδιά τα οποία δεν ξέρουν τι σημαίνει όνειρο και δεν γίνεται να μην αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Επειδή έχω καλύψει κάποιες από τις δικές μου ανάγκες δεν σημαίνει ότι παύω να είμαι άνθρωπος. Θεωρώ πως έχω την ευθύνη αλλά και την υποχρέωση να αγωνίζομαι για εκείνους και εκείνες που έχουν ανάγκη ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά ή ένα κομμάτι ψωμί.

Έχω ανάγκη για μια καλύτερη κοινωνία όπου θα κυριαρχεί ο σεβασμός προς τους άλλους.

Στο βιβλίο ο ταξιτζής σου έκλεψε τα τρία ευρώ όταν ήσουν άφραγκος αλλά υπήρχαν κι άνθρωποι που σε βοήθησαν. Τι πιστεύεις ότι διαμορφώνει τη στάση ενός ανθρώπου στις δυσκολίες του διπλανού του;

Στις δύσκολες συνθήκες οι άνθρωποι αντιδρούν με διαφορετικό τρόπο, είτε από φόβο, είτε από ανασφάλεια, είτε από άγνοια. Δυστυχώς τις περισσότερες φορές η άγνοια επικρατεί. Αυτό το οποίο έγινε με τον ταξιτζή, δεν ήταν από άγνοια ούτε από φόβο αλλά εν γνώση του εκμεταλλεύτηκε ένα αδύναμο και ένα απροστάτευτο παιδί.

Διαβάζοντας το βιβλίο υπήρχαν σημεία που μου θύμιζαν τη γυναικεία συνθήκη: ο  φόβος του βιασμού στη διάρκεια του ταξιδιού σου ή και τον πρώτο καιρό στην Ελλάδα. Ή ακόμη, ο επανατραυματισμός που βίωσες όταν χρειάστηκε να αφηγηθείς την ιστορία σου στην επιτροπή ασύλου, εμπειρία που έχουν οι επιζήσασες…

Είμαι απολύτως σύμφωνος μαζί σας, διότι όλοι αυτοί οι φόβοι συνδέονται μεταξύ τους, όλοι μας ζούμε σε μια κοινωνία η οποία δεν έχει βρει ακόμη τρόπο να σέβεται τον άνθρωπο και τη διαφορετικότητα. Τις περισσότερες φορές έχουμε και εμείς την ευθύνη, επειδή ο φόβος μας καταλαμβάνει και θεωρούμε τον εαυτό μας αδύναμο. Τότε βρίσκει την ευκαιρία ο θύτης. Η γυναικοκτονία δεν είναι τωρινό φαινόμενο, συμβαίνει εδώ και χρόνια. Πάντα όμως κρύβαμε κάτω από το χαλί τις γυναικοκτονίες λόγω των στερεοτύπων. Η βία είναι βία, απλά κάθε φορά εκδηλώνεται με διαφορετική μορφή, αλλά το θύμα πάντα παραμείνει το ίδιο: διαφορετικός, αδύναμος, γυναίκα, παιδί, ομοφυλόφιλος. Η ανάδειξη της βίας δεν είναι μόνο υποχρέωση αλλά καθήκον μας.

 Όταν κατάφερες να ορθοποδήσεις στην Ελλάδα,  ασχολήθηκες με τα κοινά. Έγινες πρόεδρος της αφγανικής κοινότητας, συμμετέχεις σε δράση της Ύπατης αρμοστείας, στηρίζεις την έκδοση εφημερίδας, άλλων εντύπων. Υπάρχει μια αίσθηση χρέους σ όλα αυτά; Ποιο είναι το κίνητρο για την δράση σου;

Το κίνητρο μου είναι οι άνθρωποι. Ξέρετε, μερικές φορές οι μικρές πράξεις μας δίνουν δύναμη και ελπίδα χωρίς όμως να κάνουμε κάτι σημαντικό αλλά για κάποιους άλλους αυτές οι μικρές πράξεις είναι τεράστιες. Όπως λέει η παροιμία «αν δεν εκτιμήσεις το λίγο, όλο τον κόσμο να σου χαρίσουν δεν θα το εκτιμήσεις». Εγώ χαίρομαι με τις μικρές πράξεις και αυτό είναι το κίνητρό μου για τον μέλλον.

 Η προσβλητική εμπειρία στο λεωφορείο, όταν ήσουν στην Αθήνα, σε πείσμωσε να μάθεις καλύτερα τα ελληνικά για να μπορείς να απαντάς, δεν σ’ έκανε να θέλεις να φύγεις. Έχει ο λόγος τη δύναμη να αλλάζει τα πράγματα; Να παλεύει τον φανατισμό και να τον νικά; Το ρωτάω έχοντας στο μυαλό μου ότι ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία στο Αφγανιστάν σ’ έκαναν να γίνεις πρόσφυγας.

Καταρχήν μιλάμε για μια διαφορετική κοινωνία και χώρα. Το Αφγανιστάν είναι μια χώρα όπου εδώ και σαράντα χρόνια υπάρχει πόλεμος. Αυτό κάνει την κοινωνία να μην μπορεί να σταθεί όρθια.

Είναι σαφέστατο ότι πιστεύω πως ο λόγος έχει τεράστια δύναμη: μπορείς να κανείς τον άλλον ευτυχισμένο με τον λόγο σου, αλλά μπορείς και να τον κάνεις να υποφέρει. Η φυγή δεν είναι λύση, κάτι το οποίο το έζησα και έχω την πλήρη γνώση. Δεν έφυγα από τη χώρα επειδή κάποιος με πρόσβαλε αλλά επειδή κινδύνευε η ίδια μου ζωή. «Μείνε ζωντανός για να πολεμήσεις»: αυτό έκανα και αυτό συνεχίζω να κάνω.

 Η συχνή αναφορά στην ιστορία της χώρας σου και η ύπαρξη χρονολογίου απ’ τα μισά του 18ου αιώνα και μετά, στο τέλος του βιβλίου, μου δίνουν την αίσθηση ότι θες να αποκαταστήσεις μια “αδικία” – αυτό που λες, “οι άνθρωποι συνήθως δεν δίνουν σημασία σε μια φτωχή χώρα, ακόμα και αν αυτή η χώρα κρύβει ιστορία και πολιτισμό”. Παρότι έφυγες από την πατρίδα σου, είναι σαν να θέλεις να μας κάνεις να την αγαπήσουμε….

Δεν με ενδιαφέρει να αγαπήσει κανείς τη χώρα μου, με ενδιαφέρει να αγαπήσει κανείς τον κόσμο, τους ανθρώπους. Δεν γίνεται να κλείσουμε τα μάτια μας στην αλήθεια, δεν γίνεται να είμαστε αδιάφοροι ενώ ο κόσμος υποφέρει από πόλεμο και πείνα. Στο βιβλίο μου αναφέρω ιστορικά γεγονότα, πρώτον για να έχουν τη δυνατότητα (που μέχρι σήμερα δεν είχαν) οι αναγνώστες να μάθουν την ιστορία μιας χώρα. Δεύτερον να αναδείξω ότι οι πρόσφυγες που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους δεν φύτρωσαν έτσι ξαφνικά από έναν άγνωστο τόπο.

 

Ευχαριστώ πολύ!

Κι εγώ!

 

Βιογραφικό

Ο Ρεζά Γκολαµί γεννήθηκε το 1988 στην Καµπούλ του Αφγανιστάν. Μετανάστευσε πρώτα στο Πακιστάν κι ύστερα στο Ιράν, ώσπου κατάφερε το 2006 να φτάσει στην Ελλάδα σε ηλικία δεκαεπτά ετών. Από την Παγανή της Λέσβου ήρθε στην Αθήνα, όπου εργαζόταν και πήγαινε ταυτόχρονα στο σχολείο. Ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και είναι πλέον φοιτητής στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων. Εργάστηκε από το 2010 ως το 2015 ως μεταφραστής και διερμηνέας. Το 2012 εκλέχτηκε πρόεδρος της αφγανικής κοινότητας και αγωνίζεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το 2011 απέκτησε πολιτικό άσυλο και το 2016 την ελληνική υπηκοότητα. Τα τελευταία χρόνια έχει ανοίξει ένα εστιατόριο με αφγανικές γεύσεις στα Εξάρχεια. Οι «Χαμένες Ταυτότητες» είναι το πρώτο του βιβλίο, κι είναι γραμμένο στα ελληνικά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

«Εκτός από τη λογική, υπάρχει και το όνειρο»: Κείμενο της ιδρυτικής ομάδας Στεκιού του Βιολογικού ΑΠΘ

Κινητοποίηση εργατικών σωματείων της πόλης στις 13/1 για μέτρα προστασίας από την πανδημία