Οι αριθμοί δεν μιλούν ποτέ από μόνοι τους: Ελλάδα – Βαλκάνια και ο Covid-19. Της Μάνιας Σωτηροπούλου

Μπορώ να παραδεχτώ ότι λόγω της ταξικής μου μεροληψίας εξ’ αρχής ήμουν πολύ καχύποπτη με αυτή την περιβόητη ελληνική επιτυχία του κρατικού μηχανισμού αναφορικά με την αντιμετώπιση της εξάπλωσης του Covid-19. Προτού εξηγηθώ περισσότερο σχετικά με αυτήν μου την καχυποψία, θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα επιστημολογικό ζήτημα το οποίο έρχεται όλο και περισσότερο στην επιφάνεια. Το ότι οι “αριθμοί μιλούν από μόνοι τους” θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι είναι επιστημολογική, ακαδημαϊκή και πολιτική επιλογή κάποιου/ας για να δει τα πράγματα· η φράση αυτή έχει πρόσημο και σχετίζεται με την κυρίαρχη αντίληψη στα ερευνητικά ινστιτούτα και είναι η επικρατούσα τάση στα ακαδημαϊκά σαλόνια σε όλους τους επιστημονικούς κλάδους.

Οι αριθμοί λένε ένα κομμάτι της αλήθειας, κι αυτό δεν μπορούμε να το αρνηθούμε. Αυτό το κομμάτι της αλήθειας των αριθμών μπορούμε να το κατανοήσουμε καλύτερα μέσω της ιστορίας των επιστημών. Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα αναπτύχθηκε ένα είδος θετικισμού μέσα απο το λεγόμενο “Κύκλο της Βιέννης”. Πρόκειται για ανθρώπους των επιστημών και του πνεύματος που μαζεύονταν κάθε Πέμπτη στη Βιέννη, συζητούσαν για ζητήματα θεωρίας και φιλοσοφίας, και κάποιοι από αυτούς χαρακτηρίζονταν ως σοσιαλιστές.  Μέσα σε αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε ο “λογικός θετικισμός”. Ο όρος ‘λογικός’ υποδηλώνει τη σχέση που είχαν με τη νέα λογική, όπως προκύπτει από την κρίση των θεμελίων στα μαθηματικά στις αρχές του 20ου και ο όρος ‘θετικισμός’ παραπέμπει ουσιαστικά στον Γάλλο φιλόσοφο και κοινωνιολόγο του 19ου αιώνα Auguste Comte, ο οποίος υποστήριζε ότι η ιστορία της ανθρωπότητας φθάνει προοδευτικά στο θετικιστικό στάδιο αφού περάσει από το θεολογικό και το μεταφυσικό, οπότε η εξήγηση των φαινομένων αποδίδεται πλέον στην ισχύ νόμων οι οποίοι μελετώνται µε την παρατήρηση και το πείραμα και όχι σε ενέργειες υπερφυσικών όντων ή μυστικών δυνάμεων. Τέλος, η “γλώσσα” αυτής της προσέγγισης είναι οι αριθμοί. Από τότε έχουν αναπτυχθεί ποικίλες επιστημολογικές προσεγγίσεις, που είτε αντιμάχονται το θετικισμό είτε τον εξελίσσουν.

Η επιστημολογική προσέγγιση σχετίζεται εν τέλει με τη μεθοδολογία που υιοθετείται για τη διερεύνηση των φαινομένων. Στις μέρες μας όλο και περισσότερο ενισχύεται η συζήτηση περί υιοθέτησης μεικτής μεθοδολογίας, η οποία δεν είναι ούτε η τεχνοκρατικά αντικειμενική τυραννία των “ειδικών” (αριθμοί και παλινδρομήσεις) ούτε όμως και μία μεταμοντέρνα ρευστότητα που ενισχύει το ξεχείλωμα εννοιών. Σε ό,τι λοιπόν με αφορά ξεκαθαρίζω εξ αρχής ότι η διερεύνηση των φαινομένων θα πρέπει να γίνεται με τη χρήση των εργαλείων τόσο της ποσοτικής όσο και της ποιοτικής μεθόδου.

Έχοντας πει αυτά, επιστρέφω στο αρχικό μου ερώτημα, δηλαδή εάν όντως ο ελληνικός κρατικός μηχανισμός τα πάει ασυγκρίτως καλά ως προς την αντιμετώπιση του Covid-19. Λένε ότι τα πάμε άριστα σύμφωνα με τους αριθμούς, για μας όμως η Ιστορία έχει ύψιστη σημασία στην παρατήρηση των κοινωνιών. Η ιστορικότητα του ελληνικού κράτους δεν μας προδιαθέτει για “επιδόσεις” που θα σχετίζονταν με τα πάλαι ποτέ κραταιά κράτη του σκανδιναβικού παραδείγματος κράτους πρόνοιας· εν προκειμένω δηλαδή ο περιορισμένος αριθμός κρουσμάτων και θυμάτων από τον Covid-19. Και σαφώς υπάρχουν ασυνέχειες στην ιστορία, αλλά αυτές οι τομές σχετίζονται με ανατροπές, εξεγερσιακές διαδικασίες, επαναστάσεις· κάτι το οποίο δεν έχει συμβεί τώρα στα κοντά στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Η πρώτη παρατήρηση λοιπόν εκκινά από ποιοτικά δεδομένα που σχετίζονται με την Ιστορία, η δεύτερη παρατήρηση που με έκανε προσωπικώς να θέλω να διερευνήσω περισσότερο αυτά τα “απίστευτα” νούμερα που εξυμνούν την ελληνική αντιμετώπιση της πανδημίας σχετίζονται και πάλι με ποιοτικά δεδομένα που αφορούν τον κλάδο της Συγκριτικής Πολιτικής. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα ανήκει στο λεγόμενο 3ο κύμα εκδημοκρατισμού, το οποίο συνεπάγεται ότι παρουσιάζει κοινά στοιχεία με όσα κράτη εξήλθαν από δικτατορικά καθεστώτα κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1970, δηλαδή την Ισπανία και την Πορτογαλία και μελετάται μαζί με αυτές (Most Similar Systems Design).

Τούτων δοθέντων τα δεδομένα από (1)την Ιστορία και (2) τη Συγκριτική Πολιτική με έκαναν να θέλω να διερευνήσω λίγο καλύτερα το τι συμβαίνει. Μία πρώτη υπόθεση εργασίας βάσει των ανωτέρω που μπορεί να διατυπωθεί είναι ότι η Ελλάδα έχει αντίστοιχα στοιχεία κρουσμάτων και θυμάτων με Ισπανία και Πορτογαλία. Μελετώντας τα ποσοτικά δεδομένα και κάνοντας χρήση των εργαλείων της περιγραφικής στατιστικής, βλέπουμε ότι η Ελλάδα δεν ακολουθεί την ίδια πορεία με την Πορτογαλία και την Ισπανία. Και αν και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το ποσοστό θνησιμότητας της νόσου στην Πορτογαλία, το οποίο είναι μικρότερο από την Ελλάδα, εν τούτοις δεν απαντάει στο ερώτημα γιατί η Ελλάδα φαίνεται να τα πηγαίνει καλύτερα από τις άλλες χώρες. Αυτό που ουσιαστικά εν προκειμένω θέλουμε να δούμε λοιπόν, δεν είναι κυρίως το σύστημα υγείας το οποίο μάλλον σχετίζεται με το πόσοι πεθαίνουν (και το οποίο ξέρουμε ότι στην Ελλάδα είναι διαλυμένο), αλλά είναι αν τα μέτρα που πήρε ο κρατικός μηχανισμός έχουν βοηθήσει στη μη εξάπλωση του ιού. Ουσιαστικά αυτή την παράμετρο της γρήγορης πρόληψης από πλευράς κράτους θέλουμε να δούμε πόσο όντως αποδοτική είναι.

Πίνακας 1: Κρούσματα Covid-19 ανά 1 εκ. κατοίκους & ποσοστό θνησιμότητας νόσου σε Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα[1]

Πηγή: *https://gisanddata.maps.arcgis.com/apps/opsdashboard/index.html#/bda7594740fd40299423467b48e9ecf6 (9/4/2020)

**https://www.worldometers.info/world-population/population-by-country/

Παρατηρώντας ότι η αρχική υπόθεση απορρίπτεται καθώς η Ελλάδα δεν ακολουθεί το ίδιο pattern με τις άλλες δύο χώρες, και μετά από μία πολύ διαφωτιστική συζήτηση με γιατρό φίλη και συντρόφισσα, σκέφτηκα να συγκρίνω της χώρες της Βαλκανικής με την Ελλάδα. Στο δικό μου το αντικείμενο η μελέτη των Βαλκανίων σε σχέση με την Ελλάδα περιορίζεται στον κλάδο της Πολιτικής Ιστορίας και των Πολιτισμικών Σπουδών, που συχνά σχετίζεται με ζητήματα ταυτοτήτων κλπ. Φαινομενικά, λοιπόν, το ζήτημα της σύγκρισης της κρατικής μηχανής χωρών με άλλο background δε βοηθάει. Ωστόσο, μετά τη συζήτηση με αυτή τη φίλη μου πήρα μια μυρωδιά ότι σε κάποιες περιπτώσεις μία νόσος πλήττει κάποιους ανθρώπους κάποιων συγκεκριμένων περιοχών περισσότερο, και κάποιους ανθρώπους άλλων περιοχών λιγότερο, φέρνοντάς μου το παράδειγμα της δρεπανοκυτταρικής αναιμίας σε σχέση με την ελονοσία[2]. Έτσι, λοιπόν, και επειδή να είμαι ειλικρινής η γεωγραφική γειτνίαση (βασική και στον κλάδο της Πολιτικής Ιστορίας) δεν μου φαινόταν ποτέ άσχετος παράγοντας, έκανα τη σύγκριση των χωρών της Βαλκανικής[3] με την Ελλάδα, χρησιμοποιώντας και πάλι τα εργαλεία της περιγραφικής στατιστικής. Με μία πρώτη ματιά βλέπουμε ότι γενικά στις χώρες της Βαλκανικής ο μέσος όρος θυμάτων από τον Covid-19 είναι 286,7 ανά 1.000.000 κατοίκους, με χαμηλότερο αριθμό θυμάτων ανά 1.000.000 κατοίκους τη Βουλγαρία και υψηλότερο την Σλοβενία. Το δε ποσοστό θνησιμότητας της νόσου (δηλαδή ποιο ποσοστό των νοσούντων του Covid-19 καταλήγουν) στις χώρες της Βαλκανικής είναι 3,51% με υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας την Αλβανία με 5,4% και χαμηλότερο το Μαυροβούνιο με 0,8%.

Πίνακας 2: Κρούσματα Covid-19 ανά 1 εκ. κατοίκους & ποσοστό θνησιμότητας νόσου στις χώρες της Βαλκανικής[4]

Πηγή: *https://gisanddata.maps.arcgis.com/apps/opsdashboard/index.html#/bda7594740fd40299423467b48e9ecf6 (9/4/2020),

**https://www.worldometers.info/world-population/population-by-country/ (*** η αναγωγή έγινε στους 100.000, διότι οι κάτοικοι του Μαυροβουνίου είναι 628.066)

Με βάση αυτά επιστρέφουμε στα ποιοτικά δεδομένα, καθώς οι αριθμοί δεν λένε τίποτα από μόνοι τους. Μελετώντας τους αριθμούς ως προς την ίδια μονάδα σύγκρισης σε όλες τις χώρες, η εικόνα κατά πολύ ξεκαθαρίζει, δείχνοντας ότι η Ελλάδα μάλλον ακολουθεί το ίδιο pattern αύξησης των κρουσμάτων του Covid-29 με τις υπόλοιπες Βαλκανικές χώρες. Θα πρέπει τώρα να επιστρέψουμε στα ποιοτικά δεδομένα των μέτρων κοινωνικής απομόνωσης που πήραν τα τρία γειτονικά κράτη. Η επιλογή της μελέτης αυτών των τριών γίνεται με βάση τα νούμερα, τα οποία είναι πιο κοντά στην Ελλάδα, σε συνάρτηση με τον παράγοντα της γειτνίασης.

Πίνακας 3: Μέτρα κοινωνικής απομόνωσης και καραντίνας σε Ελλάδα, Αλβανία, Βόρεια Μακεδονία και Βουλγαρία[5]

Πηγή: https://www.balcanicaucaso.org/eng/Areas/Albania/Coronavirus-Albania-is-in-quarantine-too-200271, https://sarajevofunkytours.com/coronavirus-covid19-in-the-balkans/, https://sofiaglobe.com/2020/03/29/covid-19-bulgarian-who-broke-quarantine-after-returning-from-sweden-arrested/, https://www.novinite.com/articles/203608/Law+Changes+in+Bulgaria%3A+3+Years+of+Imprisonment+%2C+Fine+to+10%2C000+BGN+for+Anyone+Who+Violates+Rules+against+COVID-19

Παρατηρώντας τον Πίνακα 3, βλέπουμε ότι στην Βουλγαρία έχει κηρυχθεί κατάσταση εκτάκτου ανάγκης ήδη από τις 20/3 και στην Αλβανία όπου σήμερα πλέον οι συνταξιούχοι (δηλαδή οι άνω των 65 ετών) απαγορεύεται να κυκλοφορήσουν, οι βασικές υπηρεσίες λειτουργούν 5 πμ μέχρι 1μμ και ένας άνθρωπος από κάθε σπίτι μπορεί να μετακινείται για ψώνια κι αυτό για μία ώρα μόνο. Αναφορικά δε με τη Βόρεια Μακεδονία τα μέτρα καραντίνας είναι ακόμη πιο κοντά σε αυτά που έχουν παρθεί εν Ελλάδι. Ο ελληνικός κρατικός μηχανισμός υιοθέτησε πολιτικές κοινωνικής απομόνωσης και καραντίνας σε ένταση και χρόνο (πόσο απαγορεύεται η έξοδος και από ποια στιγμή κι έπειτα μετά την εμφάνιση του πρώτου κρούσματος Covid-19) παρόμοιες με αυτές που υιοθετήθηκαν στα άλλα τρία γειτονικά κράτη της Βαλκανικής.

Εν κατακλείδι, οι αριθμοί δεν μιλούν ποτέ από μόνοι τους και αυτό σε συνάρτηση με μία νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση σίγουρα κάνει τους αριθμούς ακόμη πιο αδύναμους στο να παρουσιάσουν την αλήθεια.

 

*Η Μάνια Σωτηροπούλου είναι υπ. διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης και κάτοχος MReS in Political Science, UPF-Barcelona.

 

[1]     Υπολογίστηκε από τη γράφουσα

[2]     Οι φορείς του γονιδίου της δρεπανοκυτταρικής αναιμίας έχουν «ανοσία» στο παράσιτο της ελονοσίας, επίσης οι πληθυσμοί συγκεκριμένων περιοχών κυρίως έχουν το συγκεκριμένο γονίδιο

[3]     Στη Βαλκανική χερσόνησο ανήκουν: Ελλάδα, Αλβανία, Β. Μακεδονία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία, Βοσνία – Ερζεγοβίνη, Σλοβενία, Μαυροβούνιο, Κροατία και η Τουρκία το Ευρωπαϊκό της κομμάτι (καθώς το Ευρωπαϊκό της κομμάτι είναι μικρό, η Τουρκία δεν συμπεριελήφθη στη συγκριτική μελέτη).

[4]     Υπολογίστηκε από τη γράφουσα

[5]     Υπολογίστηκε από τη γράφουσα