Λουίς Σεπούλβεδα: "Άνθρωπος της Γης" και δικός μας. Της Τασούλας Χεππάκη

Ο Λουίς Σεπούλβεδα έφυγε μέσα στις μέρες της πανδημίας και της κοινωνικής μας απομόνωσης. Ο χιλιανός συγγραφέας γλίτωσε από τα βασανιστήρια της  δικτατορίας του Πινοτσέτ, από τη φυματίωση που «απέκτησε» στα κελιά των φυλακών, τις σφαίρες ενός ελεύθερου σκοπευτή στην Νικαράγουα, αλλά έχασε την πολυήμερη μάχη με τον κοροναϊό στις 16 Απριλίου. Ήταν 71 χρονών. Η συντρόφισσα του Κάρμεν Γιάνιες και τα παιδιά του, «το καλύτερο τσούρμο των ονείρων του», όπως τα αποκαλούσε, ευχαρίστησαν τους ανθρώπους του νοσοκομείου «για τον επαγγελματισμό και την αφοσίωσή τους», καθώς και για τα χιλιάδες μηνύματα αγάπης και συμπαράστασης που δέχτηκαν. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Ο Σεπούλβεδα, ή αλλιώς Λούτσο, όπως τον έλεγαν οι φίλοι/ες και οι σύντροφοι/ισσές του, ήταν ένας Μαπούτσε, ένας «άνθρωπος της Γης», που αγαπήθηκε πολύ ως αφηγητής, ταξιδευτής, αγωνιστής και φίλος.

Ο χιλιανός συγγραφέας γεννήθηκε «βαθιά κόκκινος», όπως έλεγε ο ίδιος, σε μια προλεταριακή συνοικία στο Σαντιάγο, όπου οι άνθρωποι έκαναν πράξη τις αξίες της ανθρωπιάς. Στα 13 του χρόνια  μπήκε στη νεολαία του κομμουνιστικού κόμματος της Χιλής  (PCCh) στο τέλος μιας ομιλίας του Πάμπλο Νερούδα. Μετά την εγγραφή του στην κομμουνιστική νεολαία, ο πατέρας του τον υποδέχτηκε λέγοντάς του ότι στο εξής ήταν κάτι παραπάνω από πατέρας γι’ αυτόν: ήταν σύντροφος του. Την μοναχική και αυθόρμητη ένταξή του στο (PCCh) ακολούθησε η ηχηρή και  μαζική διαγραφή 3000 νεολαίων από το κόμμα, το 1968, λίγο μετά τη δολοφονία του Τσε. Κατηγορήθηκαν ως προδότες, επειδή ένιωσαν την ανάγκη να  θέσουν ερωτήματα για το αντάρτικο στη Βολιβία και τη στάση του κόμματος.

Η πολιτική του διαδρομή συνεχίζεται στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, για να βρεθεί αργότερα στη προσωπική φρουρά του Σαλβαδόρ Αλιέντε, την γνωστή G.A.P (Grupo de Amigos Personales, Ομάδα Προσωπικών Φίλων) τα μέλη της οποίας πολέμησαν  στο πλευρό του τη μέρα του πραξικοπήματος. Πολλοί απ’ αυτούς συγκαταλέγονται στους αγνοούμενους χιλιανούς. Ο ίδιος συλλαμβάνεται, κατηγορείται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε 28 χρόνια φυλάκιση. Βασανίζεται από τη χούντα του Πινοτσέτ και τρία χρόνια μετά, με παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας, απελευθερώνεται και εξορίζεται. Περιπλανιέται σε χώρες τις Λατινικής Αμερικής – Αργεντινή, Παραγουάη, Βραζιλία–, στις οποίες δύσκολα μπορεί να βρει καταφύγιο λόγω των δικτατορικών καθεστώτων και καταλήγει στο Εκουαδόρ, όπου περνάει 7 μήνες στην Αμαζονία, στην κοινότητα των Σουάρ. Το 1979, ακολουθώντας τη Διεθνή Ταξιαρχία «Σιμόν Μπολίβαρ», πηγαίνει στη Νικαράγουα, για να πολεμήσει στο πλευρό των Σαντινίστας το καθεστώς του Σομόζα• αργότερα, όταν του ζητούν να μιλήσει γι’ αυτή την εμπειρία, δηλώνει πως η διαφθορά στις «κορυφές» δεν ήταν κάτι που μπορούσε να αγνοήσει. Το 1980 φτάνει στην Ευρώπη, πρώτα στο Αμβούργο και μετά στο Παρίσι, και στην πενταετία 1982-1987 δουλεύει με τη Greenpeace. Από τη δεκαετία του ΄90, ζει πια στη Χιχόν, στη βόρεια Ισπανία.

Το πρώτο του βιβλίο, Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης (1988), είναι ένα μυθιστόρημα για τις καταστροφές των αποικιοκρατών στη γη των Σουάρ, χωρίς φολκλορισμούς και μεγαλοστομίες, αλλά και για μια γυναίκα που χάθηκε στις κακουχίες της περιπλάνησης. Ο Σεπούλβεδα το έγραψε έχοντας στη μνήμη του τις νυχτερινές συναθροίσεις στην κοινότητα των Σουάρ, αν και είχαν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια από την συνύπαρξη τους.

Ακολούθησαν πολλά ακόμα βιβλία, γραμμένα με βάση ιστορίες που έζησε, άκουσε ή μοιράστηκε σε φαγοπότια με αγαπημένους/ες φίλους και φίλες, συντρόφους και συντρόφισσες. Όπως έλεγε, «η ζωή είναι γεμάτη ιστορίες που περιμένουν τον συγγραφέα τους». Αυτές οι βιωμένες με διαφορετικούς τρόπους πρωτο-ιστορίες κατοικούν ανάμεσα στις γραμμές των βιβλίων του και συχνά στις αφιερώσεις τους. Μοιάζουν μερικές φορές να φέρουν το «βάρος του χρέους», πέρα από  τη χαρά της αφήγησης. Η Ιστορία ενός σκύλου που τον έλεγαν Πιστό είναι το βιβλίο που εκπληρώνει το χρέος του Σεπούλβεδα προς την περιοχή της Αραουκανίας, τη γη των Μαπούτσε: μεγάλο μέρος της συγγραφικής του κλίσης, όπως λέει, το οφείλει στις ιστορίες που του αφηγούνταν θείοι και παππούδες από το μακρινό Νότο. Μοιάζει και χρέος, όμως, απέναντι στο ρατσισμό και την καταπίεση που ζουν «οι άνθρωποι δεύτερης κατηγορίας» της Χιλής. Χρέος απέναντι σε ένα 8χρονο πιτσιρικά  Μαπούτσε, που τον είδε να κλαίει, γιατί η αστυνομία πήρε το σκυλί του, κατηγορώντας την οικογένειά του πως το έκλεψε, επειδή ήταν σκύλος ράτσας, και ήταν αδύνατο να είναι δικό τους.

Η ζωή του Σεπούλβεδα δύσκολα διακρίνεται από τις σκληρές ιστορίες των βιβλίων του, τις οποίες αφηγείται με μεγάλη τρυφερότητα και μοιράζεται μαζί μας με γενναιοδωρία. Έζησε με χιλιάδες ιστορίες στο μυαλό, κυρίως με αυτές που μιλούσαν για ηττημένους και ξεχασμένους ήρωες. Αυτοσαρκαζόμενος, συνήθιζε να λέει ότι «βρισκόταν πάντοτε σε όλες τις χαμένες υποθέσεις» και πως το χιούμορ είναι ο μοναδικός τρόπος επιβίωσης στον τρόμο. Δείγμα αυτής της γραφής είναι το παρακάτω απόσπασμα:

Ένα βράδυ, τέλη Οκτωβρίου του 1973, ο ταξίαρχος Ουάσινγκτον Καράσκο Φερνάντες επισκέφθηκε τις αίθουσες βασανιστηρίων του συντάγματος Τουκάπελ, στο Τεμούκο. Εγώ κι άλλοι τέσσερις ήμαστε κρεμασμένοι απ’ τους καρπούς, σαν σφαχτάρια, κι ο ταξίαρχος μας επιθεωρούσε με βλέμμα κριτικό. Φορούσε στολή εκστρατείας, και στη ζώνη του κρεμόταν το υπηρεσιακό του περίστροφο. Αμέσως ήρθε κοντά μας κι έδωσε στον καθένα μας από ένα ελαφρό σπρώξιμο, που μας έκανε να ταλαντευτούμε σαν εκκρεμή. Ύστερα μας ρώτησε αν χρειαζόμασταν τίποτα. Ένας από μας (…)του απάντησε: «Μήπως θα μπορούσατε να πλησιάσετε το πάτωμα στα πόδια μας;» (Η τρέλα του Πινοτσέτ, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Οpera 2003).

Στο χιούμορ απέναντι στον τρόμο προσπάθησε να εστιάσει και ως σκηνοθέτης της  ταινίας «Πουθενά», με θέμα τους πολιτικούς κρατούμενους. Ήθελε να δείξει τη χαρά μιας ομάδας πολιτικών κρατούμενων που αγωνίστηκε, φυλακίστηκε και ονειρεύτηκε την απόδραση. Να σταθεί στη δύναμη αυτών που έπεσαν, σηκώθηκαν, θεράπευσαν τις πληγές τους, δεν έχασαν το γέλιο τους και συνέχισαν μπροστά. Είναι η ιστορία των ηττημένων της Λατινικής Αμερικής του εικοστού αιώνα, όπως την αφηγείται στο βιβλίο του Η σκιά του εαυτού μας.

Η λογοτεχνία και η δημοσιογραφία δεν τον απομάκρυναν από τους αγώνες των καταπιεσμένων. Ήταν κομμάτι τους. «Πάντα έγραφα», έλεγε, «αλλά, όταν ήταν  αναγκαίο να πιάσω το όπλο, το έπιανα». Λογοτεχνία και ζωή ήταν για τον Σεπούλβεδα πράξεις αντίστασης. Γι’ αυτό και σε όλα τα βιβλία του έχτιζε γέφυρες ανάμεσά τους. Στη λογοτεχνία μετέφερε την ηθική της ζωής, που τον οδηγούσε σε πολιτικές αποφάσεις, και στη ζωή την αισθητική της λογοτεχνίας, με την οποία δημιουργούσε όμορφες ιστορίες. «Είμαι άνθρωπος και συγγραφέας της Αριστεράς», έλεγε σε μια συνέντευξή του, «και ως τέτοιος γνωρίζω τους πολιτικούς λόγους της αδικίας και της καταστροφής του περιβάλλοντος. Φυσικά, δεν γράφω προκηρύξεις, γράφω λογοτεχνία, αλλά σε όλα μου τα βιβλία υπάρχει πάντα ο τρόπος που βλέπω και αγωνίζομαι για τη ζωή».

Ο Σεπούλβεδα ήταν ένας συγγραφέας που εμπλούτισε με τη μαχητική γραφή του τη λογοτεχνία και ένας «ωραίος τύπος», που πάντα ένιωθε «έναν πόνο εδώ…,  στην πλευρά της πατρίδας». Μαχητής, αφηγητής, ταξιδευτής και λάτρης της μεγάλης αγκαλιάς και της ελευθερίας, πίστευε ως το τέλος της ζωής του πως μπορούμε να ζήσουμε σε έναν κόσμο δίκιο, αδελφικό και αρμονικό.
Μας ξεβολεύει η απουσία του. Στην πανδημία της φτώχειας που έχουμε μπροστά μας και στα δύσκολα που μας περιμένουν, θα κρατήσουμε από τις ιστορίες του πολλά, ανάμεσά τους κι αυτό: «Πετάει μόνο αυτός που τολμάει να πετάξει…».

πηγή: Δίκτυο Θυέλλης