Ερωτευόμαστε ή μαζεύουμε σεξουαλικό κεφάλαιο; Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλο

Eva Ilouz, Γιατί πληγώνει ο έρωτας (μτφρ.: Διονύσης Παπαδουκάκης), Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου 2019, σσ.: 350

Γιατί να συμβουλευτεί κανείς μια κοινωνιολόγο για το πώς ερωτευόμαστε σήμερα; Τι νόημα έχει να κάνουμε γενικεύσεις και να προτείνουμε θεωρίες, όταν στον έρωτα «καθένας μονάχος πορεύεται»;

Η Εβά Ιλούζ δεν δυσκολεύεται να μας βάλει στον κόπο της. Μας διαβάζει μερικές από τις πιο γνωστές σελίδες της παγκόσμιας λογοτεχνίας –τη Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ, το Περηφάνια και Προκατάληψη της Τζέιν Όστεν, τους Φτωχούς του Ντοστογέφσκι–, και μας προτείνει να συγκρίνουμε πόσο διαφορετικά ερωτεύονται σήμερα οι πρωταγωνίστριες του Sex and the City ή οι αναγνώστες των περιοδικών, «ανδρικών» και «γυναικείων», που δίνουν συμβουλές για μια τέλεια ερωτική ζωή.

Το βιβλίο της Ιλούζ δεν είναι κοινωνιολογικό σχόλιο πάνω στη λαϊκή (ή μήπως απλά την κυρίαρχη;) κουλτούρα. Είναι μια απαιτητική δουλειά που υποστηρίζει μια ενδιαφέρουσα θέση: ο «μεγάλος μετασχηματισμός» στις κοινωνίες μετά τον 19ο αιώνα δεν είναι μόνο η αυτονόμηση της αγοράς, όπως θα έγραφε ο Πολάνυι, αλλά και η αυτονόμηση της σεξουαλικότητας στις σχέσεις των ανθρώπων στις νεωτερικές κοινωνίες – στις κοινωνίες, δηλαδή, που ζουν «δίχως τη θέρμη και την έκσταση του ιερού» (σ. 22).

Τρία είναι, μας λέει η Ιλούζ, τα χαρακτηριστικά αυτού του μετασχηματισμού:

* Πρώτο, η αποδέσμευση του έρωτα από τα πλαίσια της ομάδας και της κοινότητας: έτσι που σήμερα ερωτευόμαστε «με την καρδιά», οι κοινωνίες μας διαφέρουν ριζικά από εκείνες του 19ου αιώνα, με τα αυστηρά κοινωνικά όρια, τις κλειστές δυνατότητες της ταξικής ομογαμίας (γάμοι στο πλαίσιο της ίδιας τάξης), των εγχειριδίων με κανόνες –«τρόπους»– ταξικής ηθικής για το πώς να ερωτοτροπούν οι άνθρωποι.

* Δεύτερο, η επικράτηση του κριτηρίου του σεξ πάνω στο παλιό κριτήριο του χαρακτήρα. Τον 19ο αιώνα η ομορφιά ήταν φυσική και πνευματική. Σήμαινε ικανότητα δέσμευσης, τιμή και αναγνωρισμένες δημόσιες αρετές: ο επιθυμητός ήταν αυτός που ξεχώριζε όχι μόνο ως ελκυστικός, αλλά και ως καταξιωμένος με όρους δημόσιας ηθικής. Αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι θεωρούμε «σέξι» στον εικοστό και τον εικοστό πρώτο αιώνα. Και, σε κάθε περίπτωση, είναι στενά συνδεδεμένο με τις αγορές που διαμορφώνουν κριτήρια «σέξινες».

* Τρίτο, η σεξουαλικότητα δημιουργεί σήμερα «πεδία» ανταγωνισμού μεταξύ των «παικτών». Ο ανταγωνισμός αφορά τη συσσώρευση σεξουαλικών εμπειριών – εμπειριών που χρησιμοποιούν άνδρες, αλλά και γυναίκες, ως «σεξουαλικό κεφάλαιο», είτε στην ερωτική ζωή είτε σε άλλα πεδία.

Επιλογή: έκφραση ελευθερίας ή προσαρμογή σε ένα καινούριο περιβάλλον;

Αλλά τι χρειάζονται όλες αυτές οι αναλύσεις; Δεν είναι άραγε απλά τα πράγματα – γνωριζόμαστε, επιθυμούμε, επιλέγουμε; Μολονότι δεν είναι μαρξίστρια, η Ιλούζ εξηγεί το εγχείρημά της με μια οικεία σκέψη:

Όπως το έθεσε ο Karl Marx σε μια περίφημη φράση του: «Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν. Όταν αγαπάμε ή υποφέρουμε, το κάνουμε χρησιμοποιώντας πόρους και αντιμετωπίζοντας καταστάσεις που δεν δημιουργούμε εμείς, και αυτούς ακριβώς τους πόρους και τις καταστάσεις επιδιώκει να εξετάσει το βιβλίο αυτό [Ο έρωτας]κυκλοφορεί σε μια αγορά όπου οι δρώντες ανταγωνίζονται μεταξύ τους υπό άνισους όρους […] ορισμένα άτομα διαθέτουν μεγαλύτερη δυνατότητα να καθορίζουν τους όρους με τους οποίους θα τους ερωτεύονται (σελ. 20).

Ο τρόπος που συζητά η Ιλούζ τις ανισότητες αυτές δεν είναι απλοϊκά φεμινιστικός. Δεν αρνείται, φυσικά, ούτε τις έμφυλες ανισότητες ούτε το ρόλο της πατριαρχίας. Μας ζητά, όμως, με αφορμή ένα ανδρικό «προνόμιο», τη φοβία της δέσμευσης (σ. 107), να δούμε με ποιους συγκεκριμένους τρόπους εκδηλώνονται σήμερα οι ανισότητες αυτές:

[…] οι άνδρες βγαίνουν περισσότερο ωφελημένοι από τον γάμο σε σχέση με τις γυναίκες – κάτι που δεν προκαλεί έκπληξη, δεδομένου ότι στους περισσότερους γάμους οι γυναίκες τείνουν να υπηρετούν τους άνδρες [ενώ] ο γάμος παρέχει στους άνδρες το κίνητρο για να κερδίζουν περισσότερα χρήματα και να παραμένουν υγιείς [Όμως, ενώ] οι βελτιωμένες οικονομικές ευκαιρίες των γυναικών ευθύνονται για τα φθίνοντα ποσοστά γάμων, οι γυναίκες είναι λιγότερο επιφυλακτικές στο να δεσμευτούν, ενώ οι άνδρες, ακόμα κι αν έχουν θετική άποψη για τον γάμο, διστάζουν και αμφιταλαντεύονται περισσότερο ενόψει της δέσμευσης και των μακρόχρονων σταθερών σχέσεων (σ. 108-109).

Η Ιλούζ απορρίπτει τις δημοφιλείς εξηγήσεις, ψυχολογικές και βιολογικές. Δεν είναι η «ανδρική φύση» που ρέπει προς την πολυγαμία. Ούτε αρκεί να πούμε πως ο ανδρικός πολιτισμός είναι απλά παρασιτικός, τρέφεται δηλαδή από τη γυναικεία αγάπη, χωρίς να μπορεί να την ανταποδώσει. Το δικό της επιχείρημα είναι πιο ιστορικό. Μας ζητά να δούμε πού πατούσε, και πού στηρίζεται σήμερα, η πατριαρχία.

Στις δυτικές κοινωνίες, η αρρενωπότητα –το να είσαι «άνδρας»– εμφανιζόταν στο σπίτι, στην εργασία και στους κύκλους που περιλάμβαναν αποκλειστικά άνδρες (σ. 112). Εκεί συγκροτούνταν, και εκεί επιβεβαιωνόταν η ανδρική εξουσία: το στάτους του άνδρα. Αν η αρρενωπότητα είναι στάτους, «τότε σαφώς ορισμένα συστατικά στοιχεία αυτού του στάτους και αυτών των πλαισίων έχουν διαβρωθεί σε σημαντικό βαθμό με την έλευση της νεωτερικότητας» (σ. 113). Το σπίτι, η δουλειά, οι αντροπαρέες, δεν είναι αυτό που ήταν. Αυτό που αλλάζει, λοιπόν, ιδίως μετά το 1950, είναι ότι το στάτους –που δεν επιβεβαιώνεται πια στο σπίτι, στη δουλειά ή στις αντροπαρέες–, επιβεβαιώνεται στην πολυγαμία. Αν σήμερα έχουμε πολλές επιλογές, που επιπλέον δεν χρειάζεται να κρατάνε πολύ, δεν χρειάζεται και να είναι κανείς πλούσιος για να τις υποστηρίξει, για να είναι δηλαδή πολυγαμικός (σ. 114).

Η πολυγαμία δεν είναι, προφανώς, αποκλειστικά ανδρικό «άθλημα». Το γεγονός, όμως, ότι υπάρχουν και γυναίκες που την υιοθετούν, με την καταλυτική επίδραση και της σεξουαλικής επανάστασης των 60’s, συνιστά μάλλον αντίδραση στους ανταγωνιστικούς «ανδρικούς τρόπους». Η πατριαρχία κλονίζεται, αλλά συνεχίζει να επιβάλλεται, επιβάλλοντας επίσης και τους ανταγωνιστικούς τρόπους της:

[…] εάν η σεξουαλικότητα αποτελεί πεδίο πάλης, η εδραίωση του στάτους και του γοήτρου των ανδρών επιτυγχάνεται μόνο εφόσον μπορέσουν να επιδείξουν στον εαυτό τους και στους άλλους μια νίκη επί των άλλων ανδρών. Μια «σοβαρή γυναίκα» δεν σηματοδοτεί κάποια νίκη επί των άλλων ανδρών, αφού δεν απαιτεί την επιτελεστική άσκηση και επίδειξη αρρενωπότητας εκ μέρους του άνδρα (σ. 125).

Ό,τι διακυβεύεται σήμερα, που παλιά ήταν σταθερό –μας λέει η Ιλούζ– έχει να κάνει με την αξία. Σε αντίθεση με τον 19ο αιώνα, που λίγο-πολύ ήταν δεδομένη, σήμερα, στον κόσμο των πολλών ερωτικών δυνατοτήτων, πολλές επιλογές σημαίνει πως πρέπει να ιεραρχήσουμε και να επιλέξουμε. Η αξία τώρα βεβαιώνεται ή ακυρώνεται σε κάθε συνάντηση: δεν αποτελεί δομημένο χαρακτηριστικό («χαρακτήρα»).

Στην εποχή των άπειρων ψυχοθεραπειών που υπόσχονται αυτονομία και αυτοπραγμάτωση –έναν εαυτό ελεύθερο μέσα στην αυτάρκειά του, και εξοικειωμένο με την αξία του– , η παρατήρηση της Ιλούζ έχει σημασία:

Η αξία θεωρείται ουσιαστικά ένα πρόβλημα που καλείται να λύσει ο εαυτός από μόνος του, και όχι ένα πρόβλημα σχετικό με την αναγνώριση, η οποία εξ ορισμού δεν μπορεί να αυτοδημιουργηθεί. Έτσι, το θέμα της «αγάπης του εαυτού» ευνοεί θεμελιωδώς την αυτονομία και παγιδεύει περαιτέρω τον εαυτό, κάνοντάς τον να φέρει ο ίδιος το βάρος για τις αποτυχίες του έρωτα (σ. 218).

Αν για τον έρωτα το φιλελεύθερο ιδανικό της αυτονομίας σημαίνει «πρώτα να αγαπήσουμε τον εαυτό μας», αν το «επαναστατικό» στη σεξουαλική επανάσταση είναι απλά η ελευθερία, χωρίς ευθύνες και χωρίς λογοδοσία, η Ιλούζ ζητά να ξανασκεφτούμε το μοντέλο της σεξουαλικής συσσώρευσης που προωθείται από τη σύγχρονη αρρενωπότητα – και το οποίο μιμούνται και υποστηρίζουν ένθερμα οι γυναίκες (σ. 345). Προσοχή: όχι να επιλέξουμε τα μέτρια πάθη ή να διαλέξουμε μεταξύ ελευθερίας και σεξουαλικής ασφάλειας. Αλλά να σκεφτούμε: Έχουμε άραγε να δώσουμε κάτι στις σχέσεις μας, πέρα από το να θεωρούμε αυθεντικές τις σεξουαλικά παράφορες; Είναι η σεξουαλικότητα το πρώτο κριτήριο της ελεύθερης έκφρασης και της αυθεντικότητάς μας – άρα και της αξίας μας; Με τον τρόπο της Ιλούζ, «το πρόταγμα της αυτοέκφρασης μέσα από τη σεξουαλικότητα δεν μπορεί να διαχωριστεί από το ζήτημα των καθηκόντων μας προς τους άλλους και προς τα συναισθήματά τους» (σ. 345). Μετά την Ψυχρή τρυφερότητα (το πρώτο βιβλίο της που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2017), και πριν την Ευτυχιοκρατία (που ετοιμάζουν για φέτος οι εκδόσεις Πόλις), το Γιατί πληγώνει ο έρωτας, της Ιλούζ, αξίζει τον κόπο.