Αλεξάντρα Κολοντάι: Ο συνδικαλιστικός κομμουνισμός και ο σοσιαλιστικός φεμινισμός

Ένα πρόσωπο που σημάδεψε την ιστορία, σε μια επέτειο που σημάδεψε το ίδιο.

Με αφορμή μια επέτειο, στην στήλη «Οι καλοί και οι κακοί», παρουσιάζουμε μια προσωπογραφία ενός ανθρώπου που με την παρουσία του επέδρασε στην εποχή του και βοήθησε την ιστορία να κινηθεί προς τα εδώ ή προς τα εκεί.

Γράφει ο Γιάννης Ανδρουλιδάκης

«Πάντα πίστευα ότι αναπόφευκτα θα έρθει η ώρα όπου οι γυναίκες θα κρίνονται με τα ίδια ηθικά πρότυπα που ισχύουν και για τους άνδρες. Όχι για τις ιδιαίτερες γυναικείες αρετές που τις αποδίδουν τιμή στην ανθρώπινη κοινωνία, αλλά για την αξία όλων αυτών που οι ίδιες πραγματώνουν, την αξία της προσωπικότητάς τους ως ανθρώπων, ως πολιτών διανοούμενων, ως αγωνιστριών».

Αυτά γράφει στην Αυτοβιογραφία μιας χειραφετημένης επαναστάτριας η Αλεξάνδρα Κολοντάι, μια από τις σημαντικότερες φιγούρες του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος, η πρώτη καταγεγραμμένη κυβερνητική αξιωματούχος στον κόσμο, πρωτοπόρα του φεμινιστικού κινήματος, της γυναικείας χειραφέτησης και της σεξουαλικής απελευθέρωσης, μια γυναίκα που υπηρέτησε σε όλη της τη ζωή την έννοια της ελευθερίας και της αμφισβήτησης.

Η Αλεξάνδρα Μιχαήλοβνα Ντομόντοβιτς, όπως ήταν το πατρικό της όνομα, γεννήθηκε στις 31 Μαρτίου του 1872 στην Αγία Πετρούπολη και ανατράφηκε μέσα στην πολυτέλεια. Ο πατέρας της Μιχαήλ, κοζάκικης καταγωγής, ήταν στρατηγός στον στρατό του Τσάρου και η μητέρα της, κόρη ενός Φινλανδού χωρικού που πλούτισε πουλώντας ξυλεία, η οποία χώρισε τον πρώτο της σύζυγο, για να είναι με τον Μιχαήλ. Οι δυσκολίες και τα εμπόδια που συνάντησαν οι δυο τους για να είναι μαζί, σπάζοντας τις κοινωνικές συμβάσεις, επηρέασαν την Αλεξάνδρα στις μετέπειτα ιδέες της για τον γάμο, τις σχέσεις, τη θέση της γυναίκας.

Η Αλεξάνδρα μεγαλώνοντας αναπτύσσει στενή σχέση με τον πατέρα της, από τον οποίο κληρονομεί τις φιλελεύθερες απόψεις του και την αγάπη του για την πολιτική και την ιστορία. Μιλά πολλές γλώσσες, αγγλικά με την νταντά της, γαλλικά με τη μητέρα της, φινλαδικά με τους συγγενείς της ενώ ταυτόχρονα μαθαίνει γερμανικά. Η σχέση με τη μητέρα της αποδεικνύεται περίπλοκη κυρίως γιατί ζητά από την Αλεξάνδρα να υπηρετεί με αφοσίωση μια σειρά κοινωνικών κανόνων για τη συμπεριφορά της, τον τρόπο που θα μιλά, τον τρόπο που θα ντύνεται. Παράλληλα, και αγνοώντας τις δικές της επιλογές, δεν δίνει την άδεια της να προχωρήσει η Αλεξάνδρα τις σπουδές της σε ανώτερο επίπεδο, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι αναγκαίο για τις γυναίκες να σπουδάζουν και ότι τα πανεπιστήμια είναι τόποι γνωριμίας με επικίνδυνες ριζοσπαστικές ιδέες.

Η Αλεξάνδρα, όταν γνωρίζει τον Βλαντιμίρ Κολοντάι, ένα φτωχό ξάδερφό της που σπουδάζει μηχανικός, παρά τις αντιδράσεις της μητέρας της, συνάπτει μαζί του δεσμό. Οι γονείς της την στέλνουν ταξίδι στην Ευρώπη για να διαλύσουν τη σχέση, παρόλα αυτά η Αλεξάνδρα επιστρέφει και τον παντρεύεται. Πολύ γρήγορα μένει έγκυος και γεννά τον γιο τους Μιχαήλ, ενώ ταυτόχρονα διαβάζει ριζοσπαστικά κείμενα και γράφει λογοτεχνία φαντασίας.

Η επαφή της με τις φρικτές συνθήκες διαβίωσης των χωρικών τη συγκλονίζει και η γνωριμία της με τις εργάτριες των μεγάλων εργοστασίων κλωστοϋφαντουργίας της Αγίας Πετρούπολης, στις οποίες έκανε μαθήματα, μοίραζε βιβλία και βοηθούσε στη συγκέντρωση χρημάτων για την οργάνωση των απεργιών τους αποτελεί καθοριστικό γεγονός στη διαμόρφωσή των ιδεών της. Για αυτές τις γυναίκες έγραψε αργότερα πώς «η μοίρα αυτών των γυναικών με στοίχειωσε σε όλη μου τη ζωή. Το πεπρωμένο τους ήταν αυτό που με ώθησε στον σοσιαλισμό.» Παρά το φεμινιστικό κίνημα που αναδυόταν στην τσαρική Ρωσία, επηρεασμένο από τα αντίστοιχα της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας, η Κολοντάι πίστευε πώς «αυτές οι αστές φεμινίστριες δεν θα βοηθούσαν τις εργάτριες να βγουν από τη μιζέρια τους». Θεωρούσε πώς οι φτωχοί άνθρωποι, γυναίκες και άντρες, χρειαζόταν να συνεργαστούν μαζί για να ανατρέψουν το τσαρικό καθεστώς. Τελικά η Αλεξάνδρα, συνειδητοποιώντας ότι η οικογενειακή ζωή δεν τη χωρά, αποφασίζει να εγκαταλείψει τον Κολοντάι και τον γιο τους και να φύγει για τη Ζυρίχη όπου σπουδάζει οικονομικά.

Εκεί θα γνωρίσει τον Λένιν, τον Πλεχάνοφ, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, αλλά και τον γαμπρό του Μαρξ Πολ Λαφάργκ. Επιστρέφοντας στη Ρωσία του 1898 η Αλεξάνδρα θα προσχωρήσει στο κόμμα των Σοσιαλδημοκρατών. Όταν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα διασπάται ανάμεσα σε Μπολσεβίκους και Μενσεβίκους, η Κολοντάι κρατά ενδιάμεση στάση, και δεν ακολουθεί τον Λένιν με του οποίου τον συγκεντρωτισμό διαφωνεί. Στην επανάσταση του 1905 συνεργάζεται κυρίως με τους Μενσεβίκους, ενώ αμέσως μετά εξορίζεται στη Γερμανία και συνεργάζεται με το σοσιαλιστικό κίνημα της χώρας. Τις φεμινιστικές της θέσεις θα τις αναπτύξει από το 1907 και μετά στην Ευρώπη, εργαζόμενη στο πλαίσιο της Γυναικείας Σοσιαλιστικής Διεθνούς, στο πλευρό της Κλάρα Τσέτκιν και της Ινές Αρμάντ. Η Κολοντάι πίστευε ότι οι γυναίκες έπρεπε να συμμετάσχουν στον καταμερισμό της εργασίας ώστε να γίνουν οικονομικά αυτόνομες και να μην εξαρτώνται από τους άνδρες, όπως και ότι η καταπίεση των γυναικών είχε τις ρίζες της στην οικογένεια.

Στην μπροσούρα της το 1909, «Κοινωνική προέλευση του γυναικείου ζητήματος », η Κολοντάι αποδομεί αυτή τη δυναμική του θεσμού της οικογένειας. «Στην σημερινή οικογένεια, η δομή της οποίας επιβεβαιώνεται από τις παραδόσεις και τους νόμους, η γυναίκα καταπιέζεται όχι μόνο ως άτομο αλλά ως γυναίκα και μητέρα», παρατηρεί, και προσθέτει ότι στις περισσότερες χώρες «ο σύζυγος δεν έχει μόνο το δικαίωμα να διαθέτει την περιουσία της αλλά και το δικαίωμα της ηθικής και φυσικής κυριαρχίας πάνω της». Έχοντας αυτό κατά νου, αρχίζει να οραματίζεται μια νέα σεξουαλική ηθική που θα μπορούσε να απελευθερώσει τις γυναίκες από τον καπιταλισμό και την πατριαρχία.

Η Κολοντάι θεωρούσε ότι οι σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών δηλητηριάζονταν από τους υποκείμενους παράγοντες του γάμου και της πορνείας. Δίχως να μπορούν να στηρίξουν τον εαυτό τους, οι γυναίκες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να πουλήσουν τον εαυτό τους στους άνδρες. Σε μια ιδανική κομμουνιστική κοινωνία, υποστήριζε η Κολοντάι, οι άνδρες και οι γυναίκες θα προχωρούσαν σε σεξουαλικές σχέσεις μόνο από το πραγματικό πάθος και την αμοιβαία αγάπη.

Από το 1911 η ίδια συνδέεται με τον Αλεξάντρ Τσλιαπνίκοφ, διανοούμενο, δεκατρία χρόνια νεότερό της, τον οποίο θα εκτελέσει αργότερα ο Στάλιν. Η Κολοντάι και ο Τσλιαπνίκοφ θα αναπτύξουν μια ελεύθερη ερωτική σχέση, για αρκετά χρόνια και η ίδια θα υποστηρίζει τον ελεύθερο έρωτα δίχως εξαναγκασμούς και δεσμεύσεις μέχρι το τέλος της ζωής της.

Μέχρι το 1917, πραγματοποιεί περιοδείες στην Ευρώπη, όπου γράφει και δίνει ομιλίες και φυλακίζεται για τον αντιπολεμικό ακτιβισμό της. Το 1915 για πέντε μήνες κάνει ομιλίες για το σοσιαλισμό, τα δικαιώματα των γυναικών και τον ειρηνισμό σε τέσσερις διαφορετικές γλώσσες σε 81 πόλεις σε ολόκληρη την Αμερική. Όταν ξεσπά ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, εξοργισμένη από την υποκρισία των πολεμοχαρών σοσιαλδημοκρατών της Ευρώπης, προσχωρεί στους Μπολσεβίκους, οι οποίοι παρέμειναν σθεναρά αντίθετοι με τον «ιμπεριαλιστικό πόλεμο».

Μετά την επανάσταση του Οκτώβρη θα αναλάβει Επίτροπος Κοινωνικής Μέριμνας, δηλαδή με σημερινούς όρους υπουργός Υγείας, θέση από την οποία θα νομιμοποιήσει για πρώτη φορά τις εκτρώσεις το 1920. Στους πέντε μήνες θητείας της θα εισηγηθεί επίσης και θα περάσει νόμο για τον πολιτικό γάμο και το διαζύγιο, απομακρύνοντας την εξουσία της εκκλησίας από την ζωή της γυναίκας, όπως επίσης απαλείφει και την έννοια του «παράνομου» παιδιού από την νομοθεσία. Η ελευθερία της έκτρωσης θα καταργηθεί στη Σοβιετική Ένωση από τον Στάλιν τη δεκαετία του ’30. Η Κολοντάι διαφωνεί με την πολιτική των Μπολσεβίκων, προτάσσοντας την κολεκτιβοποίηση των μέσων παραγωγής και όχι την κρατικοποίησή τους. Θα αντιταχθεί στον περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών, την συμφωνία Μπρεστ – Λίτοφτσκ και την καταστολή των άλλων επαναστατικών ρευμάτων, όπως οι αναρχικοί και οι αριστεροί Εσέροι. Το 1918 συγκροτεί την τάση των «Αριστερών Κομμουνιστών» που θα μετονομαστεί το 1920 σε «Εργατική Αντιπολίτευση». Στην ουσία, η τάση αυτή θα αποτελεί το συνδικαλιστικό ρεύμα στο εσωτερικό των Μπολσεβίκων, θα διεκδικήσει το πέρασμα της οικονομικής διεύθυνσης της κοινωνίας στα συνδικάτα και όχι στο κόμμα, το οποίο ζητά να περιοριστεί σε πολιτικά καθήκοντα προπαγάνδας και εκπαίδευσης των μαζών. Το οικονομικό μοντέλο που προτείνει προσομοιάζει πολύ περισσότερο σε αυτό που εφάρμοσαν οι Ισπανοί αναρχοσυνδικαλιστές στην Καταλονία και την Αραγονία κατά τον πρώτο χρόνο της Ισπανικής Επανάστασης, παρά στο οικονομικό πρόγραμμα που εφαρμόζουν οι Μπολσεβίκοι στη Ρωσία. Για τον λόγο αυτό θα συγκρουστεί κυρίως με τον Τρότσκι, ο οποίος υποστηρίζει την πλήρη στρατιωτικοποίηση των συνδικάτων και την απόλυτη υπαγωγή τους στο κόμμα, αλλά και με τους Λένιν – Στάλιν, που εκείνη την εποχή ευνοούν μια σχετική αυτονομία των συνδικάτων από το κόμμα, αλλά όχι την άσκηση οικονομικής πολιτικής από μέρους τους.

Στο πρόγραμμα της Εργατικής Αντιπολίτευσης η Κολοντάι γράφει:

«Το κόμμα μπορεί να φτιάξει έναν στρατιώτη, έναν πολιτικό αγκιτάτορα, με δυο λόγια έναν εκτελεστή ενός σχεδίου που υπάρχει ήδη. Δεν μπορεί όμως να φτιάξει έναν δημιουργό της κομμουνιστικής οικονομίας: μόνο το συνδικάτο ανοίγει τις πόρτες στη δημιουργική δραστηριότητα»,

θέση που ταυτίζεται πλήρως με αυτές των αναρχοσυνδικαλιστών, αλλά στην πραγματικότητα και με αυτήν που εξέφρασε ο Μπακούνιν στη σύγκρουσή του με τον Μαρξ στην Α’ Διεθνή.

Η Εργατική Αντιπολίτευση θα αντιταχθεί στον πολεμικό κομμουνισμό, στην μονοπρόσωπη διοίκηση των εργοστασίων και θα ζητήσει εργατικό έλεγχο στη βιομηχανία. Μετά τη διάλυσή της, η Κολοντάι θα διαφωνήσει με τη Νέα Οικονομική Πολιτική του Λένιν, που εισάγει τον κρατικό καπιταλισμό και θα εκφράσει τις διαφωνίες της στο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Το 1922, θα κατηγορηθεί για φραξιονισμό, ο οποίος ήταν καταστατικά νόμιμος έως έναν χρόνο πριν και θα απειληθεί με διαγραφή. Λίγο μετά θα αποβληθεί από την εσωτερική πολιτική ζωή της Σοβιετικής Ένωσης και θα σταλεί ως πρόξενος της χώρας στη Νορβηγία. Αυτή η πολιτική εξορία ίσως και να της σώζει τη ζωή, αφού μη παίζοντας σημαντικό ρόλο στο εσωτερικό της χώρας, είναι από τα λίγα στελέχη των Μπολσεβίκων της επαναστατικής περιόδου που δεν θα εκτελεστεί κατά τις εκκαθαρίσεις του Στάλιν. Ούσα η πρώτη στην ιστορία γυναίκα πρέσβειρα, θα υπηρετήσει στη Νορβηγία, το Μεξικό, τη Σουηδία, θα διαπραγματευτεί την ειρήνη με την Φινλανδία και την επιστροφή του κρατικού χρυσού που είχε πάρει μαζί του μετά την επανάσταση ο Κερέντσκι. Θα εγκαταλείψει τη διπλωματική καριέρα της το 1945 και θα επιστρέψει στη Μόσχα, όπου θα πεθάνει το 1952.

Οι θέσεις της Κολοντάι δεν θα επιζήσουν στο κομμουνιστικό κίνημα, επηρεάζοντας περισσότερο το ρεύμα των συμβουλιακών κομμουνιστών αλλά και συγγενεύοντας στενά με αυτές των αναρχοσυνδικαλιστών. Η πορεία της όμως και η έγκαιρη επισήμανση των κινδύνων του κρατικού συγκεντρωτισμού στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, την καταγράφουν στην τριάδα των μεγαλύτερων επαναστατών γυναικών στην ιστορία, πλάι στη Ρόζα Λούξεμπουργκ και την Λουίζ Μισέλ, της Παρισινής Κομμούνας και στην προμετωπίδα ενός φεμινισμού που υπερβαίνει τον αστικό δικαιωματισμό, γιατί διαβλέπει ότι μια κοινωνία ανισοτήτων, όπως η αστική, θα αναπαράγει και θα πολλαπλασιάζει την ανισότητα και τη σκλαβιά της γυναίκας. Ένα φεμινισμό δηλαδή, που, περισσότερα από 100 χρόνια πριν τη σημερινή εποχή, ασκεί ήδη κριτική σε πτυχές του φεμινιστικού κινήματος ακόμα και σήμερα.