Ακρίτας Καϊδατζής-Χαράλαμπος Κουρουνδής, Ποια αναθεώρηση; -Για ένα Σύνταγμα των πολλών, όχι στα μέτρα των “από πάνω”, Πόλις 2026, σελ. 171
Η παραδοσιακή πολιτική, δηλαδή, τα κόμματα, οι εκλογές, τα κοινοβούλια, η θεσμική διαχείριση των κοινωνικών αντιθέσεων μπορεί να λειτουργήσει ως ψευδαίσθηση μετασχηματισμού
Απόστολος Αποστόλου, Εποχή 26 Σεπτεμβρίου 2026
Το απόσπασμα που προηγείται παρουσιάζει την κεντρική ιδέα της άποψης του Ζιλ Ντωβέ για την δημοκρατική πολιτική, ως ξεχωριστή σφαίρα της κοινωνικής ζωής. «[Η δημοκρατική πολιτική] παρουσιάζεται ως ο χώρος όπου οι κοινωνικές διαφορές μπορούν να επιλυθούν. Στην πραγματικότητα όμως περιορίζει την σύγκρουση αποκλειστικά σ’ ένα πεδίο κανόνων που δεν αγγίζουν τον πυρήνα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων […] Μετατρέπει την κοινωνική σύγκρουση σε εκλογικό αποτέλεσμα, τη διεκδίκηση σε νομοθετική ρύθμιση και την αμφισβήτηση της οικονομικής εξουσίας σε αντιπαράθεση πολιτικών προγραμμάτων. Έτσι λοιπόν ο πολίτης καλείται να επιλέξει. [Με τη διαφορά] ότι σπάνια μπορεί να αμφισβητήσει τους όρους μέσα στους οποίους καλείται να επιλέξει».
Αυτός είναι ο λόγος που, εν τέλει, η δημοκρατική πολιτική «μπορεί να λειτουργήσει ως ψευδαίσθηση μετασχηματισμού».
Οι συγγραφείς του βιβλίου, που σχολιάζω εδώ, με αφορμή την κατάθεση της πρότασης συνταγματικής αναθεώρησης από τη ΝΔ, τον περασμένο Ιούνιο, επιχειρούν να σταθούν απέναντί της και γιατί μπορεί να λειτουργήσει ως ψευδαίσθηση μετασχηματισμού, να λειτουργήσει, δηλαδή, εντελώς αποπροσανατολιστικά. Που δεν σημαίνει, βέβαια, πως, αν υπάρξει συσχετισμός που θα επέτρεπε την υλοποίησή της, δεν θα έχουμε μείζονες μεταρρυθμίσεις, με ό,τι το δυσώνυμο φέρει πια ο όρος μαζί του: η συνταγματοποίηση του νεοφιλελευθερισμού μέσω του δημοσιονομικού ζουρλομανδύα, η ανατροπή του άρθρου 16, ως πολιορκητικός κριός για την πλήρη ιδιωτικοποίηση των πάντων, η κατάργηση της μονιμότητας στο δημόσιο με στόχο την ολοκληρωτική επικράτηση του κομματικού κράτους είναι ενδεικτικές.
Το βιβλίο, λοιπόν, υποστηρίζει πως η αναθεώρηση δεν πρέπει να γίνει. Όχι μόνο γιατί οι τέσσερις προηγούμενες αναθεωρήσεις του μεταπολιτευτικού συντάγματος το έκαναν χειρότερο – ανεξαρτήτως, μάλιστα, προθέσεων. Αλλά και γιατί, όπως πολύ καλά δείχνεται, μέσα από «πολύ ωραίες», κάποιες φορές, διατάξεις, «το τυπικό Σύνταγμα χάν[ει] όλο και περισσότερο την κανονιστικότητά [του]. Κατ’ επέκταση, και ευρύτερα, το σύνταγμα χάνει όλο και περισσότερο τη σημασία και την αποτελεσματικότητά του, ως ο νόμος που έχουν στα χέρια τους οι πολλοί για να ελέγχουν την κρατική εξουσία» (σελ. 80).
Μέσα από την κριτική βιογραφία των αναθεωρήσεων του Συντάγματος του 1975 τεκμηριώνεται, νομίζω, απολύτως η κύρια θέση των συγγραφέων, πως, με την επενέργειά τους, οι αναθεωρήσεις το έκαναν χειρότερο.
Το 1986 οδήγησε σε μια πραγματική τυραννία του «πρωθυπουργισμού», μια πολιτική παντοδυναμία του πρωθυπουργού, η οποία απομείωσε, από πολλές απόψεις, τη δημοκρατική λειτουργία της πολιτικής βαθμίδας. Ακόμη και στην περίοδο της αριστερής διακυβέρνησης, αυτή η παντοδυναμία αξιοποιήθηκε ώστε να παρακαμφθεί η σαφώς πλειοψηφική άποψη του κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ για απόρριψη του 3ου Μνημονίου. Για να μη μιλήσουμε για το μητσοτακικό κράτος, άκρο άωτο της αυθαιρεσίας και της ανεξέλεγκτης ασυδοσίας.
Η αναθεώρηση του 2001 -ισχυρά συναινετική, στο μέτρο που τα δύο κύρια συστημικά κόμματα είχαν συγκλίνει σε όλα τα βασικά θέματα στην πράξη- απέτυχε: τόσο σε ό,τι αφορά τον περίφημο «βασικό μέτοχο» στα επιχειρηματικά μέσα επικοινωνίας, που υποτίθεται θα έβαζε τέλος στον θεσμικό πυρήνα της «διαπλοκής» των πολιτικών ελίτ και των μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων, όσο και στην -ήσσονος σημασίας- διάταξη για το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών. Αυτό που άφησε ήταν η αναθεώρηση, με πρωταγωνιστική παρουσία του Ευάγγελου Βενιζέλου, του άρθρου 86 για την παραγραφή των υπουργικών αδικημάτων, που απογείωσε τη δυνατότητα των πολιτικών να δρουν ανεξέλεγκτα χωρίς κανένα φόβο – στην πραγματικότητα, επρόκειτο για την επαναφορά μιας παραλλαγής της σχετικής χουντικής ρύθμισης. «Με την αναθεώρηση του 2001, το χουντικό [υπουργικό] προνόμιο δεν επιβεβαιώθηκε απλώς· αναβιβάστηκε σε συνταγματική επιταγή» (σελ. 54).
Η αναθεώρηση του 2008 δεν αναθεώρησε τίποτε. Με μόνο στόχο την ιδιωτικοποίηση των πανεπιστημίων, η πρόθεση της κυβέρνησης Καραμανλή συντρίφτηκε ήδη από το μεγαλειώδες εκπαιδευτικό κίνημα του 2006 -2007.
Η πιο πρόσφατη τέταρτη αναθεώρηση του 2021, που εισηγήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, με όλο που είχε αξιοσημείωτα δημοκρατικές προτάσεις, κατέληξε συναινετικά (;), αλλά, εκ του αποτελέσματος, στο απόλυτο μηδέν.
Το Σύνταγμα του 1975 υπήρξε αποτέλεσμα του «μεταπολιτευτικού συμβιβασμού». Η πτώση της δικτατορίας, όπως και εκείνων της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, διαμόρφωσε συνθήκες ευνοϊκές για τις κατώτερες τάξεις. Το ευρύτερο διεθνές πλαίσιο, όπως διαμορφώνονταν μέσα στον απόηχο των μεγάλων κινημάτων του ’68, έδινε ευκαιρίες πρωτόγνωρες. Η όξυνση της ταξικής πάλης εσωτερικά, μαζί και η ευρεία αποδοχή του αντιδικτατορικού αγώνα, έδωσε τη δυνατότητα μιας δυναμικής παρουσίας των εργατικών συμφερόντων στα κεντρικά πολιτικά διακυβεύματα. Η άμεση μεταπολίτευση συνέβη σε μια ατμόσφαιρα πρωτοφανούς για χρόνια ριζοσπαστισμού, που έκανε αυτονόητα κάποια αιτήματα, που σήμερα ακόμη και μια ορισμένη Αριστερά δεν θέτει.
Σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση, για παράδειγμα, ο μεταπολιτευτικός ριζοσπαστισμός επηρέαζε και την ίδια τη καραμανλική δεξιά. «Έτσι, ο εισηγητής της πλειοψηφίας (Νέα Δημοκρατία) για την εκπαίδευση Δημήτριος Νιάνιας τόνιζε ότι ‘η Ανώτατη Παιδεία είναι και οφείλει να είναι μόνο κρατική δια τον φόβον του μπίζνες BUSINE[S]S» […] Δεν δίσταζε, μάλιστα, να προσθέσει ότι με την πάροδο του χρόνου θα έπρεπε να περάσει και η ανώτερη παιδεία αποκλειστικά στην ευθύνη του κράτους, όπως η ανώτατη. Αντίστοιχα, ο κεντρώος επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γεώργιος Μαύρος υποστήριζε ότι, σε ένα σύγχρονο κράτος, ούτε η παιδεία ούτε η υγεία μπορεί αν είναι ιδιωτική” (σελ. 132). Η σύγκριση αυτών των τοποθετήσεων με την στάση του κόμματος του κ. Τσίπρα σχετικά με την «ασφάλεια δικαίου» σε ό,τι αφορά τα ιδιωτικά «πανεπιστήμια» του Πιερρακάκη δείχνει, σε όλο το μέγεθός της, την ήττα των μεταπολιτευτικών προσδοκιών και την ντε φάκτο άρση των κοινωνικών κατακτήσεων.
Αλλά και ευρύτερα, σε ό,τι αφορά το ζήτημα της κρατικής παρέμβασης, το πνεύμα της εποχής οδηγούσε τις συστημικότερες των δυνάμεων σε στάσεις αληθινά παράδοξες, σαφώς αριστερότερες από αυτές της σημερινής, ιδίως της αυτοαποκαλούμενης κυβερνώσας (;), αριστεράς.
“Έτσι, ο γενικός εισηγητής της πλειοψηφίας (Νέα Δημοκρατία) Δημήτριος Παπασπύρου ανέφερε ως παράδειγμα κατάχρησης δικαιώματος «την χρησιμοποίηση των οικονομικών ελευθεριών υπό των πολυεθνικών εταιριών, ο κοσμοπολιτικός και απρόσωπος χαρακτήρ των οποίων δημιουργεί κινδύνους δια την ελευθερίαν των εργαζομένων και την αποτελεσματικότητα της κρατικής προστασίας» και υπογράμμιζε ότι «άνευ της συνυπάρξεως οικονομικής ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης οδηγούμεθα εις το άκρατον κεφαλαιοκρατικόν σύστημα του 19ου αιώνος, ότε αι λέξεις ελευθερία και ισότης δεν είχον τον ίδιον βάρος δι’ όλους, απετέλουν προνόμιον των οικονομικώς ισχυρών». [Και ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος, μετέπειτα πατριάρχης των πιο επιθετικών νεοφιλελεύθερων, μ]ιλώντας για τους κινδύνους των ξένων επενδύσεων, δήλωνε ότι το ξένο κεφάλαιο, «με την δέσμευση της επενδύσεως μπορή να διαμορφώση την οικονομική αποδοχή της Χώρας [μ]ε τέτοιον τρόπο που να είναι απόλυτα σύμφωνη με τις επιθυμίες του» και υπενθύμιζε την πρόσφατη περίπτωση «της ανατροπής του ΑΛΛ[Ι]ΕΝΤΕ στη ΧΙΛΗ, όπου η Παγκόσμιος Τράπεζα διέκοψε κάθε χρηματοδότηση προς το Χιλιανό καθεστώς μετά την υπ’ αυτού εθνικοποίηση των μεταλλείων Χαλκού. Αμέσως μετά από την ανατροπή υπο της στρατιωτικής χούντας της κυβερνήσεως ΑΛΛ[Ι]ΕΝΤΕ ΤΟΝ Σεπτέμβριον του 1973 επανέλαβε την χρηματοδότηση” (σελ. 114).
Ο δε κεντρώος Ιωάννης Παπασπύρου πρότεινε την δημιουργία, ενάντια στους εφοπλιστές, Ελληνικής Κρατικής Εμπορικής Ναυτιλίας!
Τα 50 χρόνια που μεσολάβησαν από τότε αποτελούν μια πραγματική ιστορική άβυσσο, που είναι πιθανό να καταβροχθίσει και την τελευταία λαϊκή κατάκτηση.
Το βιβλίο των Καϊδατζή και Κουρουνδή μας καλεί να τα πάρουμε όλα αυτά υπόψη και να τα δούμε ως αφορμή για αγώνα -ακόμα κι όταν αυτός φαίνεται ανέλπιδος. Σημειώνουν στην εισαγωγή τους:
“Η συγκυρία είναι κρίσιμη. Πενήντα και πλέον χρόνια μετά την θέσπισή του, το Σύνταγμα του 1975 μοιάζει εξαντλημένο, απαξιωμένο από τις διαρκείς -και αυξανόμενες τα τελευταία χρόνια- παραβιάσεις του. Την ίδια στιγμή, αυτοί που το πλήγωσαν οσμίζονται την ευκαιρία να το αποτελειώσουν. Σαν κυνηγοί που περικυκλώνουν το θύμα τους, ετοιμάζονται να του ρίξουν την χαριστική βολή, να κατεδαφίσουν τον μεταπολιτευτικό συμβιβασμό· να αφήσουν το Σύνταγμα ως ένα κέλυφος, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των «από πάνω», που δεν θα γεννά προσδοκίες στους πολλούς. Η τρέχουσα αναθεωρητική πρωτοβουλία είναι η χρυσή ευκαιρία τους” (σελ. 15).
***
Ξεκίνησα το κείμενό μου με μια αναφορά στον Ντωβέ, που φαίνεται να αμφισβητεί τη δυνατότητα ουσιαστικής αξιοποίησης της θεσμικής πολιτικής για την επίτευξη πραγματικά άξιων λόγου μετασχηματισμών προς όφελος των κατώτερων τάξεων.
Αυτή η αμφισβήτηση αποτέλεσε μια σταθερά της συζήτησης στο πλαίσιο της παγκόσμιας Αριστεράς. Από ένα μεγάλο μέρος των επαναστατών -μαρξιστών και αναρχικών- του 19ου αιώνα, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, για την οποία το κόμμα της Αριστεράς θα έπρεπε να είναι πάντα στην αντιπολίτευση, τους Ρώσους οτζοβιστές μπολσεβίκους και τους σπουδαίους συμβουλιακούς, Ολλανδούς και Γερμανούς, κομμουνιστές, που τόσο άδικα, νομίζω, κακολόγησε ο Λένιν στον «Αριστερισμό» του, μέχρι τον Αλτουσέρ, για τον οποίο το κομμουνιστικό κόμμα πρέπει να μένει αυστηρά «έξω από το κράτος», έχουν διατυπωθεί εξαιρετικά επιχειρήματα. Η «αυτονόητη» απόρριψή τους από τους «θεσμικούς αριστερούς» είναι, στις μέρες μας, δείκτης όχι αναλυτικής ικανότητας, αλλά πνευματικής οκνηρίας. Τα αυτονόητα, έτσι κι αλλιώς, βυθίστηκαν αύτανδρα.
Η συζήτηση αναφορικά με αυτά τα ζητήματα αφορά το κεντρικό σημείο μιας αριστερής στρατηγικής -σήμερα και πάντα. Το δυστύχημα είναι πως η στρατηγική συζήτηση, με σοβαρές θεωρητικές αξιώσεις, στο πλαίσιο της διεθνούς Αριστεράς, έχει, στην πραγματικότητα, σταματήσει στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Όταν το ζήτημα της θεσμικής δυνατότητας για μια ριζοσπαστική πολιτική βρέθηκε και πάλι στο κέντρο της διαμάχης· τότε που ευρωκομουνιστές -αριστεροί και δεξιοί-, αριστεροί σοσιαλδημοκράτες, θεωρητικοί της ιταλικής αυτονομίας, τριτοκοσμικοί και τμήματα της άκρας Αριστεράς είχαν εμπλακεί σε μια αρκετά παραγωγική, αλλά εντελώς ανολοκλήρωτη προσπάθεια να αναμετρηθούν με τα θέματα, που έφερνε στην ημερήσια διάταξη η συνθήκη του ύστερου καπιταλισμού. Η κατίσχυση του νεοφιλελευθερισμού υπήρξε μαζί αίτιο και συνέπεια αυτής της ιστορικής αποτυχίας· η κατάρρευση του κρατικού καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ και τους δορυφόρους της την έφερε στο απώγειο.
Μια από τις χαρακτηριστικότερες -και πιο γόνιμες, νομίζω- παρεμβάσεις, σε εκείνη την ξεχασμένη πια συζήτηση, υπήρξε αυτή του Πέρι Άντερσον, με τις Αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι. Στην αναζήτηση των αιτίων για την προφανή επικράτηση της συναίνεσης, από μέρους των κατώτερων τάξεων, στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό μετά το 1945 -ήταν η ιδεολογική κατήχηση; η επίδραση των ΜΜΕ; ο φετιχισμός του εμπορεύματος; η επικράτηση των καταναλωτισμού; η σχετική λιβιδινική «οικονομία»;…-, ο Άντερσον θα υποστήριζε ότι
“η γενική μορφή του αντιπροσωπευτικού κράτους -η αστική δημοκρατία- είναι η ίδια το κύριο ιδεολογικό στήριγμα του δυτικού καπιταλισμού, του οποίου η ίδια η ύπαρξη στερεί από την εργατική τάξη από την ιδέα του σοσιαλισμού σαν ένα κράτος διαφορετικού τύπου, και τα μέσα επικοινωνίας και οι άλλοι μηχανισμοί πολιτισμικού ελέγχου ολοκληρώνουν στη συνέχεια αυτήν την κεντρική ιδεολογική «επίδραση»”[1]. Το αστικό κράτος εξ ορισμού «αντιπροσωπεύει» το σύνολο του πληθυσμού σαν μεμονωμένους και ίσους πολίτες, κάνοντας αφαίρεση της διαίρεσής τους σε κοινωνικές τάξεις -και το κάνει πολύ αποτελεσματικά. Έτσι γίνεται το τυπικό πλαίσιο για όλους τους άλλους ιδεολογικούς μηχανισμούς της άρχουσας τάξης. Ακόμα και “οι [πραγματικά ουσιώδεις] οικονομικές βελτιώσεις που κερδήθηκαν με μεταρρυθμίσεις μέσα στο πλαίσιο του αντιπροσωπευτικού κράτους -φαινομενικά πιο υλικές- έχουν αφήσει χαρακτηριστικά μικρότερο ιδεολογικό ίχνος πάνω στις μάζες της Δύσης”. Η ιδεολογία της αστικής δημοκρατίας και της νομικής ισότητας είναι πολύ πιο δυναμική από οποιονδήποτε ρεφορμισμό κοινωνικής πρόνοιας.
Όπως γίνεται κατανοητό πρόκειται για στρατηγικά βαρυσήμαντες επισημάνσεις. Πολύ περισσότερο που ο Άντερσον παίρνει πολύ σοβαρά υπόψη πως η αστική δημοκρατία δεν είναι ένα «κόλπο»· ξέρει καλά πως «οι πολιτικές ελευθερίες και η καθολική ψηφοφορία είναι μια απτή πραγματικότητα, της οποίας η ολοκλήρωση αποτέλεσε ιστορικά έργο -εν μέρει- του ίδιου του εργατικού κινήματος και η απώλειά τους θα σήμαινε μια βαρύτατη ήττα για την εργατική τάξη».
Σταματώ εδώ με την ευχή η θεμελιώδης συζήτηση να ξαναρχίσει εκ νέου.
Το βιβλίο του Καϊδατζή και του Κουρουνδή, με αφορμή πολύ πιο άμεσα ζητήματα, αναγκαστικά επαναφέρει και τον στρατηγικό προβληματισμό. Κι έτσι γίνεται πολλαπλά πολύτιμο.
___________
[1] Eκδόσεις redmarks 2017, σελ. 86.

