in

Ο Τρόντι στην Αθήνα. Tου Νίκου Βράντση

Σκέψεις πάνω στο βιβλίο του Yavor Tarinski “Horizons of Direct Democracy”

Υπάρχει ένα ιδιαίτερο αίσθημα υπερηφάνειας όταν συνειδητοποιούμε ότι οι σύντροφοί μας αφιερώνουν χρόνο για να επεξεργαστούν και να μεταδώσουν χρήσιμες ιδέες, και ότι το κάνουν με καθαρότητα και οξύτητα. Αυτή ήταν η πρώτη μου αντίδραση στο βιβλίο του Yavor Tarinski.

Διάβασα το βιβλίο κυρίως μέσα από το πρίσμα της στρατηγικής. Καθώς προχωρούσα, επέστρεφα στο ίδιο ερώτημα. Πώς μπορεί η άμεση δημοκρατία να μας βοηθήσει να προσανατολιστούμε σε αυτούς τους σκοτεινούς καιρούς, μέσα σε αυτές τις συνθήκες βαθιάς κοινωνικής και ταξικής αποσύνθεσης; Το ζήτημα δεν είναι μόνο τι σημαίνει η άμεση δημοκρατία ως ιδέα ή ως σύνολο αξιών, αλλά επίσης τι είδους στρατηγική μπορεί να μας προσφέρει.

Με τον όρο στρατηγική εννοώ την προσπάθεια να αναγνωρίσουμε τις κοινωνικές δυνάμεις που είναι ικανές για συλλογική δράση, τις σχέσεις που αυτές οι δυνάμεις πρέπει να μετασχηματίσουν και τις οργανωτικές μορφές μέσα από τις οποίες επιμέρους αγώνες μπορούν να αποκτήσουν κοινή κατεύθυνση και ουσιαστικό αντίκρισμα. Αυτή η στρατηγική οπτική καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο προσέγγισα τις θεματικές που επιλέγει το βιβλίο, τις οριοθετήσεις που καθορίζουν την άμεση δημοκρατία και το πολιτικό περιεχόμενο αυτών των ορίων.

Το βιβλίο προσφέρει ορισμένες σημαντικές εννοιολογικές αποσαφηνίσεις. Ορίζει την άμεση δημοκρατία σε σχέση με άλλα πολιτικά σχέδια και την τοποθετεί στο επίκεντρο των μεγάλων προβλημάτων της εποχής μας. Ανάμεσά τους βρίσκονται η φιλελεύθερη αντίληψη του ατόμου, η διευρυμένη αλλοτρίωση, η υπερτροφία της γραφειοκρατίας, ο εθνικισμός και η απειλή της κλιματικής κατάρρευσης.

Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στους λόγους που φυσικοποιούν την ιεραρχία και την παρουσιάζουν ως αναπόφευκτη, επειδή υποτίθεται ότι πηγάζει από την ανθρώπινη φύση. Το βιβλίο μάς καλεί να την αναγνωρίσουμε ως θεσμισμένη σχέση. Αυτό εγείρει αμέσως πολιτικά ερωτήματα. Ποιοι θεσμίζουν αυτές τις σχέσεις, μέσα από ποιες υλικές διευθετήσεις και προς όφελος ποιων;

Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα που θέτει το βιβλίο αφορά τη σχέση ανάμεσα στην άμεση δημοκρατία, την αστικοποίηση και την κατοικία, το οποίο αναπτύσσεται κυρίως μέσα από στοχαστές όπως ο Colin Ward, που παρότι αρχιτέκτονας δεν εξαντλεί το ενδιαφέρον του στο πώς σχεδιάζεται η κατοικία, αλλά ρωτάει ποιος την ελέγχει, ποιος μπορεί να κατοικήσει σε αυτήν και ποιος αποφασίζει πώς παράγεται και διανέμεται.

Το βιβλίο δεν περιορίζεται στις εννοιολογικές αποσαφηνίσεις. Συζητά πρακτικές εφαρμογές της άμεσης δημοκρατίας, από τη Ροζάβα μέχρι τα Βαλκάνια. Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν ότι η άμεση δημοκρατία δεν αποτελεί απλώς μια αξία ή μια διαδικασία, αλλά πρακτική οργάνωσης, σύγκρουσης και κοινωνικής δημιουργίας.

Ο Yavor τοποθετεί αυτό το σχέδιο απέναντι σε τρεις κυρίαρχες τάσεις. Πρώτον, ασκεί κριτική στη φιλελεύθερη αντίληψη του ανθρώπου ως απομονωμένου ατόμου, αποσυνδεδεμένου από τις σχέσεις που το διαμορφώνουν και εκ φύσεως καλού ή κακού. Η έμφαση μετατοπίζεται στην κοινωνική σχέση. Τα άτομα δεν υπάρχουν έξω από τους θεσμούς, τις εξαρτήσεις και τις συγκρούσεις μέσα από τις οποίες διαμορφώνονται. Το πολιτικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους καλοί ή κακοί, αλλά μέσα από τι είδους σχέσεις διαμορφώνονται, περιορίζονται και ανοίγουν δυνατότητες ελευθερίας.

Δεύτερον, ο Yavor αμφισβητεί τις οικονομίστικες εκδοχές του μαρξισμού που διερευνούν την καπιταλιστική ισχύ μονάχα μέσα από το πρίσμα της εκμετάλλευσης στο σημείο της παραγωγής που παραβλέπουν τις ευρύτερες σχέσεις κυριαρχίας μέσα από τις οποίες οργανώνεται και συντηρείται η εκμετάλλευση.

Τρίτον, ασκεί κριτική σε μια τάση που συναντάται σε τμήματα του αναρχικού χώρου και απορρίπτει τη θεσμική μορφή καθαυτή. Η τάση αυτή ορθά κατονομάζει και καταγγέλλει την κυριαρχία. Συχνά, ωστόσο, δυσκολεύεται να αναπτύξει ένα σχέδιο αυτονομίας μέσα από το οποίο θα μπορούσαν να δημιουργηθούν διαφορετικοί θεσμοί. Παραμένει ετεροκαθοριζόμενη από όσα απορρίπτει, χωρίς να εξηγεί τι επιδιώκει να οικοδομήσει και μέσα από ποιες οργανωτικές μορφές. Αυτονομία δεν είναι μόνο η δυνατότητα άρνησης μιας ζωής οργανωμένης σύμφωνα με τις επιταγές του κράτους και του κεφαλαίου. Είναι επίσης η συλλογική ικανότητα να οργανώσουμε τη ζωή σύμφωνα με τη δική μας αυτόνομη βούληση και να συγκροτήσουμε μια αντιεξουσία.

Αυτό μας επαναφέρει στο ερώτημα της στρατηγικής, ένα ερώτημα που σπάνια τίθεται από τον χώρο της αναρχίας. Ο Yavor ρωτά «Πώς απελευθερώνονται οι άνθρωποι;» (σ. 17). Θα αναδιατύπωνα το ερώτημα. Πώς συγκροτούνται σε συλλογική αντιεξουσία οι άνθρωποι που βιώνουν την εκμετάλλευση και την κυριαρχία, ώστε να αγωνιστούν ενάντια στις δυνάμεις που τις συντηρούν;

Η κυριαρχία μπορεί να γίνει κατανοητή ως η άνιση ικανότητα ορισμένων ανθρώπων να διαμορφώνουν τους όρους υπό τους οποίους δρουν οι άλλοι, καθορίζοντας τις διαθέσιμες επιλογές τους, αλλά και όσα μπορούν εύλογα να φανταστούν, να διεκδικήσουν ή να αρνηθούν. Δεν λειτουργεί μόνο μέσα από τον άμεσο εξαναγκασμό αλλά και μέσα από κοινωνικές σχέσεις που διαμορφώνουν τις ανάγκες, τις προσδοκίες και τις αντιλήψεις μας για το τι είναι δυνατό.

Πώς μπορεί, λοιπόν, η άμεση δημοκρατία να συμβάλει στον μετασχηματισμό αυτών των σχέσεων; Το βιβλίο χαρτογραφεί με μεγάλη καθαρότητα τα διανοητικά και πολιτικά όρια της άμεσης δημοκρατίας. Εκείνο που παραμένει λιγότερο αναπτυγμένο είναι το πέρασμα από αυτή τη χαρτογράφηση σε μια στρατηγική κατάλληλη για τη σημερινή συγκυρία.

Οι οργανωτικές μορφές που υπήρχαν έχουν αποδυναμωθεί, ενώ οι νέες δεν μπορούν να σταθεροποιηθούν. Η γενικευμένη αποσύνθεση βαθαίνει τις διαιρέσεις ανάμεσα στους μόνιμους από τους επισφαλώς εργαζόμενους, τους ντόπιους από τους μετανάστες, όσους διαθέτουν οικογενειακή στήριξη από όσους δεν διαθέτουν κλπ. Κοινές συνθήκες εκμετάλλευσης και κυριαρχίας βιώνονται ως ιδιωτικά προβλήματα και ατομικές αποτυχίες και αυτός ο κατακερματισμός τις καθιστά ευκολότερα διαχειρίσιμες.

Ο μαρξισμός στον οποίο ασκεί κριτική το βιβλίο είναι κυρίως η οικονομίστικη εκδοχή του, με την οποία μπορούμε να ξεμπερδεύουμε γρήγορα για να μείνει χώρος και για τη συνάντηση με μαρξιστικές παραδόσεις που ενέσκηψαν με σοβαρότητα ζητήματα όπως η συναίνεση, η κυριαρχία, η εξουσία και η πολιτική στρατηγική.

Ο Γκράμσι, ο Πουλαντζάς και ο Stuart Hall, μεταξύ άλλων, μας βοηθούν να κατανοήσουμε το κράτος όχι ως ουδέτερο πεδίο αλλά ως υλική οργάνωση της κοινωνικής εξουσίας και ως συμπύκνωση κοινωνικών σχέσεων. Αυτή η οπτική μάς επιτρέπει να σκεφτούμε με μεγαλύτερη ακρίβεια πώς μπορούν να συνδεθούν οι αγώνες εντός, εναντίον και πέρα από το κράτος.

Μια τέτοια συνάντηση θα έκανε πιο σύνθετη και τη συζήτηση για τη γραφειοκρατία. Η γραφειοκρατία ομογενοποιεί, ταξινομεί και εξορθολογίζει σύμφωνα με την πολιτική και νομική λογική του κράτους. Διαμορφώνει τις κατηγορίες μέσα από τις οποίες τα πολιτικά προβλήματα γίνονται αναγνωρίσιμα. Οι σχέσεις εξουσίας εμφανίζονται έτσι ως διαμεσολαβημένες από νομικούς κανόνες που μοιάζουν ουδέτεροι παρότι οργανώνουν και κανονικοποιούν άνισες σχέσεις ιδιοκτησίας.

Η γραφειοκρατία, ωστόσο, δεν εξαντλεί το πρόβλημα της κυριαρχίας. Αποτελεί έναν από τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους ευρύτερες σχέσεις εξουσίας αποκτούν υλική μορφή και πρακτική ισχύ. Καθώς η γραφειοκρατική οργάνωση της ζωής διαμεσολαβείται ολοένα περισσότερο από ψηφιακά συστήματα και την τεχνητή νοημοσύνη, το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο πιεστικό. Χρειάζεται να εξετάσουμε πώς συνδέεται η γραφειοκρατία με τους ευρύτερους κρατικούς μηχανισμούς των οποίων αποτελεί μέρος. Χρειάζεται επίσης να αναρωτηθούμε αν τμήματα αυτών των μηχανισμών μπορούν να χρησιμοποιηθούν, να αμφισβητηθούν ή να μετασχηματιστούν στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής.

Αυτό δεν αποτελεί ένσταση στο επιχείρημα του Yavor αλλά ένα ερώτημα που ανοίγει έμμεσα. Αν η άμεση δημοκρατία δεν πρόκειται να μετατραπεί σε ακόμη μία αποκλειστική οργανωτική αρχή, πώς μπορεί να σχετιστεί με τα άλλα εργαλεία μέσα από τα οποία οικοδομείται η συλλογική αντιεξουσία;

Χρήσιμες συντεταγμένες για να αναμετρηθούμε με αυτό το ερώτημα μας προσφέρει μια άλλη μαρξιστική παράδοση, η οποία εκτείνεται από τον Raniero Panzieri μέχρι τον Mario Tronti, η οποία συνηθίζεται να αποκαλείται Ιταλικός Εργατισμός. Η κεντρική συζήτηση στους κόλπους του αφορούσε τα εργαλεία της τάξης. Η αυτόνομη συλλογικότητα, το συνδικάτο ή το κόμμα αποτελούσαν το καταλληλότερο εργαλείο για την πραγμάτωση μιας ευρύτερης στρατηγικής;

Αν όμως η συγκρότηση της τάξης αποτελεί τον στρατηγικό ορίζοντα, τότε οι αυτόνομες οργανώσεις, τα συνδικάτα και τα κόμματα πρέπει να κρίνονται ως εργαλεία αυτής της διαδικασίας. Κανένα δεν μπορεί να μονοπωλήσει τη στρατηγική μιας τάξης της οποίας η κίνηση υπερβαίνει κάθε προσωρινή μορφή μέσα από την οποία εκφράζεται και κάθε επιμέρους εργαλείο που χρησιμοποιείται. Ανάλογα με τη συγκυρία, καθεμία από αυτές τις μορφές μπορεί να αποτελέσει έναν οργανωτικό κόμβο που χρησιμοποιείται, μετασχηματίζεται ή εγκαταλείπεται όταν παύει να υπηρετεί αυτή την κίνηση.

Η αντιστροφή του Τρόντι είναι χρήσιμη εδώ. Η οργάνωση πρέπει να κρίνεται με βάση το κατά πόσο υπηρετεί την πολιτική σύνθεση και την αυτόνομη κίνηση της τάξης. Όταν το κόμμα, το συνδικάτο ή η αυτόνομη συλλογικότητα μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, αρχίζει να υποτάσσει αυτή την κίνηση στην αναπαραγωγή του.

Η αποκλειστική προσήλωση σε ένα μόνο εργαλείο μπορεί να προσφέρει ασφάλεια. Επιτρέπει στις κληρονομημένες θέσεις μας να αναπαράγονται, χωρίς να μας αναγκάζει να αναμετρηθούμε με τις ανάγκες του παρόντος. Το ίδιο συμβαίνει όταν η αυτόνομη οργάνωση αντιμετωπίζεται ως περίκλειστη και αυτάρκης μορφή, αποκομμένη από άλλες οργανωτικές δυνατότητες, όπως ακριβώς το φιλελεύθερο άτομο νοείται ως αυτόνομη και απομονωμένη οντότητα. Τα εργαλεία της τάξης ανήκουν σε μια παλέτα που πρέπει διαρκώς να εμπλουτίζεται και να μετασχηματίζεται μέσα από τον πειραματισμό. Σκοπός είναι να συναντήσει την κίνηση της τάξης και να ανταποκριθεί στις στρατηγικές απαιτήσεις της συγκυρίας. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να επιλέξουμε αφηρημένα ανάμεσα στο κόμμα και την αυτόνομη οργάνωση. Είναι τι μπορούν να κάνουν οι διαφορετικές οργανωτικές μορφές, πώς αλληλεπιδρούν και αν διευρύνουν ή περιορίζουν την ικανότητα των κυριαρχούμενων να δρουν συλλογικά.

Ο Yavor γράφει ότι η απελευθέρωση είναι «μια μακρά και αργή διαδικασία προετοιμασίας» (σ. 24). Το στρατηγικό ερώτημα είναι προετοιμασία απέναντι σε τι; Για να απαντήσουμε, πρέπει να αναλύσουμε την ιστορική συγκυρία, την κίνηση του κεφαλαίου και τους συγκεκριμένους τρόπους και τις οδούς μέσα από τις οποίες συντελείται η συσσώρευση του. Μόνο τότε μπορούμε να εντοπίσουμε τους υλικούς τόπους όπου μια παρέμβαση μπορεί να διακόψει παγιωμένες σχέσεις, να συνδέσει κατακερματισμένους αγώνες και να ωθήσει τις υπάρχουσες οργανώσεις σε μια πιο ριζοσπαστική κατεύθυνση.

Σήμερα, το κεφάλαιο επιδεινώνει τις συνθήκες εργασίας ενώ μετατρέπει τα μέσα που συντηρούν τη ζωή σε πηγές συσσώρευσης. Η εμπορευματοποίηση της αστικής γης και του δομημένου περιβάλλοντος μετατρέπει τον αστικό χώρο σε μηχανή συσσώρευσης. Η εκμετάλλευση εντείνεται επομένως όχι μόνο μέσα στην εργασία αλλά σε ολόκληρη την καθημερινή ζωή. Το ενοίκιο, το χρέος, η ενέργεια και οι μετακινήσεις απορροφούν ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος του μισθού και το διοχετεύουν στα κέρδη εκμισθωτών, πιστωτών και κεφαλαίων που ελέγχουν τις αστικές υποδομές. Αυτές οι σχέσεις εξουσίας καθορίζουν ποιος μπορεί να κατοικήσει, πού και με ποιους όρους.

Ο Yavor ρωτά επίσης «Πώς μπορούμε να προωθήσουμε τέτοια εγχειρήματα στις δικές μας γεωγραφίες;» (σ. 68). Θα πρόσθετα ακόμη ένα ερώτημα. Από τι είναι φτιαγμένες οι δικές μας συγκεκριμένες γεωγραφίες;

Ζούμε σε πόλεις φτιαγμένες από κατοικίες και υποδομές. Διατρέχονται από συστήματα που επιτρέπουν την κυκλοφορία της ενέργειας, του νερού, των αποβλήτων, των ανθρώπων και των εμπορευμάτων. Εξαρτώμαστε από αυτά τα συστήματα (ο Larkin τα αποκαλεί ύλη που επιτρέπει την κυκλοφορία άλλης ύλης) που παράγονται και συντηρούνται μέσα από την καθημερινή εργασία χιλιάδων ανθρώπων. Συνδέουν τους οικείους χώρους της καθημερινής ζωής με εκτεταμένες αλυσίδες παραγωγής που φτάνουν πολύ πέρα από την τοπική κοινότητα. Οργανώνονται μέσα από τον θεσμό της ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

Μέσα σε αυτόν τον αστικό σχηματισμό, οι κυριαρχούμενοι, εργαζόμενοι, αστικές κοινότητες, φτωχοποιημένοι χρήστες, καταλαμβάνουν διαφορετικές και κατακερματισμένες θέσεις. Δεν συγκροτούν αυτόματα ένα κοινό πολιτικό υποκείμενο, ούτε αναγνωρίζουν αναγκαστικά πώς συνδέονται οι εμπειρίες τους. Η κοινή εμπειρία της κυριαρχίας δεν μετατρέπεται αυθόρμητα σε κοινό σχέδιο. Η ατομική οδύνη πρέπει να μετασχηματιστεί σε συλλογική εμπειρία και η συλλογική εμπειρία σε οργανωμένη δύναμη.

Η άμεση δημοκρατία πρέπει, επομένως, να γίνει κάτι περισσότερο από μια διαδικασία λήψης αποφάσεων. Πρέπει να γίνει αγώνας πάνω στους υλικούς όρους της συλλογικής ζωής. Η σημασία της βρίσκεται στην ικανότητά της να δημιουργεί θεσμούς μέσα από τους οποίους οι άνθρωποι αναγνωρίζουν την αλληλεξάρτησή τους, αναπτύσσουν κοινές ικανότητες και αποκτούν συλλογικό έλεγχο πάνω στους όρους της ζωής τους.

Αυτή η δυνατότητα, ωστόσο, θέτει ένα ακόμη πρόβλημα. Πώς μπορούν αυτοί οι θεσμοί να συντονίσουν διαδικασίες που εμφανίζονται ως ασύνδετοι κρίκοι και εκτείνονται πολύ πέρα από την τοπική κλίμακα;

Η κατοικία, η ενέργεια, το νερό, οι μεταφορές, η διαχείριση των αποβλήτων και οι επικοινωνίες αποτελούν υλικά συστήματα που υπερβαίνουν τον δήμο, την πόλη και την τοπική κοινότητα. Εξαρτώνται από εκτεταμένα δίκτυα εργασίας, πόρων και τεχνικής γνώσης. Η οργάνωσή τους δεν μπορεί να περιοριστεί στην τοπική κλίμακα, ακόμη και όταν οι συνέπειές τους βιώνονται τοπικά. Η αποεμπορευματοποίηση αυτών των συστημάτων θα έφερνε εργαζόμενους, χρήστες και άλλες γεωγραφικά διασκορπισμένες ομάδες στη δημοκρατική διαδικασία καθορισμού των συλλογικών αναγκών. Η συντήρηση και η επέκτασή τους θα εξακολουθούσαν να απαιτούν διαρκή εργασία σε διάσπαρτους τόπους, σταθερές μορφές συντονισμού και επίμονη σύγκρουση με τις σχέσεις ιδιοκτησίας μέσα από τις οποίες οι υποδομές οργανώνονται σήμερα με γνώμονα το κέρδος.

Η υπέρβαση του κεφαλαίου προϋποθέτει την αποεμπορευματοποίηση της κοινωνικής αναπαραγωγής. Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος συμμετέχει στις αποφάσεις, αλλά πώς ορίζονται οι συλλογικές ανάγκες, πώς συντονίζονται σύνθετα συστήματα στον χώρο και πώς θα αίρουμε την εξουσία εκείνων που τα ελέγχουν σήμερα. Η αντιμετώπιση του προβλήματος της κλίμακας απαιτεί μορφές συντονισμού που συνδυάζουν τον τοπικό έλεγχο με συλλογικές αποφάσεις για συστήματα που εκτείνονται σε διαφορετικές επικράτειες και θεσμούς ικανούς να οργανώνουν την καθημερινή εργασία μέσα από την οποία λειτουργούν αυτά τα συστήματα.

Αυτό δεν παραμερίζει το επίδικο της άμεσης δημοκρατίας, αλλά το τοποθετεί μέσα σε μια παλέτα εργαλείων. Εμβαθύνει το σχέδιό της, φέρνοντάς το σε διάλογο με άλλες πολιτικές παραδόσεις και αντιπαραθέτοντάς το με την υλική κλίμακα της σύγχρονης ζωής.

Το βιβλίο του Yavor προσφέρει μια σημαντική χαρτογράφηση των ορίων της άμεσης δημοκρατίας. Δείχνει σε τι αντιτίθεται αυτό το σχέδιο, με ποιες παραδόσεις συνομιλεί και τι επιδιώκει να δημιουργήσει. Ανοίγει, όμως, και ένα στρατηγικό ερώτημα που παραμένει ανεπίλυτο και υπερβαίνει τα όρια του βιβλίου. Πώς μπορεί η άμεση δημοκρατία να συμβάλει στην πολιτική σύνθεση δυνάμεων ικανών να μετασχηματίσουν τις σχέσεις ιδιοκτησίας, εργασιακής εκμετάλλευσης, να αίρουν τις επιπτώσεις της καπιταλιστικής συσσώρευσης και της κρατικής αυθαιρεσίας.

Αυτό δεν προϋποθέτει την εκ των προτέρων επιλογή μιας οργανωτικής μορφής. Προϋποθέτει να διερευνήσουμε πού συγκεντρώνονται οι ανταγωνισμοί, πού η συνεργασία είναι ήδη υλικά αναγκαία και σε ποιες αλυσίδες βρίσκονται διαχωρισμένες κοινωνικές ομάδες που μπορούν να αναγνωρίσουν την αλληλεξάρτησή τους. Το βιβλίο προσφέρει έναν προσανατολισμό προς τις τακτικές εκείνες που είναι ικανές να μετασχηματίσουν τις σχέσεις μέσα από τις οποίες ζούμε.

Για να προχωρήσουμε αυτόν τον προσανατολισμό παραπέρα, πρέπει να σκεφτούμε μαζί με τις μαρξιστικές παραδόσεις αλλά και πέρα από αυτές ώστε να αρχίσουμε να απαντάμε στο πώς μπορεί να οικοδομηθεί συλλογική πολιτική δύναμη απέναντι στην οικονομική και πολιτική εξουσία που σήμερα μας συντρίβει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

«Το Κιλκίς αξίζει καλύτερο μέλλον»-Κάλεσμα στήριξης του αγώνα ενάντια στις Βιομηχανικές ΑΠΕ