Ελισάβετ Χρονοπούλου, Επί σκοπώ πλουτισμού, Εκδόσεις Πόλις 2026
«Ὅσο γιὰ τὶς ὧρες, ἂς εἶστε βεβαία πὼς ἡ προαναφερομένη Λιλή, εἴτε μὲ ὀξεῖα τίς γράφει εἴτε μὲ περισπωμένη, πάντοτε θὰ τὶς μετρᾶ καὶ δὲν θὰ περνοῦνε, ὅταν εὑρίσκεται μακριά σας»
Το βιβλίο της Χρονοπούλου είναι ένα συγκλονιστικά τρυφερό χρονογράφημα μιας άγριας ιστορικής εποχής.
Μου το έκαναν δώρο, το ξεκίνησα μετά από δύο μέρες και, ενώ ήμουν με παρέα για καφέδες και τα λοιπά, ήθελα απλά να γυρίσω στο βιβλίο και το σύμπαν του. Η δυσκολία μου να διαβάσω και να μάθω Ιστορία, όταν αυτή παρουσιάζεται ως ξερά γεγονότα, με έχει αφήσει εξαιρετικά αμαθή. Ο μόνος τρόπος να προσεγγίζω τα ιστορικά γεγονότα είναι μέσα από τις ιστορίες ανθρώπων, πραγματικών ή φανταστικών.
Και αυτό το κάνει η Χρονοπούλου με μεγάλη μαεστρία. Οι βασικοί χαρακτήρες είναι πολυεπίπεδοι, έχουν τραύματα, αντιφάσεις, ζόρια και μηχανισμούς επιβίωσης.
Η πλοκή ξετυλίγεται μέσα από το πρίσμα ενός ακούσιου κληρονόμου. Λαμβάνει μια ειδοποίηση για έναν άνθρωπο που πεθαίνει, έναν άγνωστό του άνθρωπο, τον επισκέπτεται στο νοσοκομείο και τον αποχαιρετά στις τελευταίες του στιγμές.
Ο ήρωας είναι ένας άνθρωπος χωρίς οικονομικά ζόρια και χωρίς κοινωνικό περιβάλλον. Μόνη του συντροφιά είναι ο σκύλος του, το Κουκουνάρι. Και αυτή η απροσδόκητη σύνδεση με έναν άγνωστο ετοιμοθάνατο του επιτρέπει επιτέλους να μοιραστεί μια κανονικότητα με το ανθρώπινο είδος.
Με αυτή την εισαγωγή, δηλαδή μια διεισδυτική ματιά στην ψυχοσύνθεση ενός μονήρη μεσήλικα άνδρα, μπαίνουμε σιγά σιγά, με νουάρ αφηγηματικά εργαλεία, στην ιστορική πραγματικότητα της ναζιστικά κατεχόμενης Αθήνας και στις κοινωνικές διαιρέσεις που αυτή παρήγαγε.
Ο ήρωάς μας είναι ήδη ωφελημένος από προηγούμενη κληρονομιά, βρέθηκε να χαίρεται τα αποκτήματα προγόνων οι οποίοι συνεργάστηκαν με τη νικήτρια πλευρά της Ιστορίας. Τον παππού του δεν τον γνώρισε και, μάλλον, ευτυχώς, όπως μαθαίνουμε καθώς ξεδιπλώνεται η ιστορία. Πρόκειται για μια περίπτωση δωσίλογου που, όπως μας εξηγεί ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης στο εξαιρετικό του επίμετρο,[1] σε μια εποχή ζόφου και αγριότητας κατάφερε μια κατακόρυφη κοινωνική κινητικότητα. Άραγε υπάρχει κατακόρυφη κοινωνική κινητικότητα στην κανονικότητα ή στη φασιστική ολοκλήρωση του καπιταλισμού που να μην περνάει μέσα από τον κυνισμό, την αγριότητα, την εργαλειοποίηση και, εντέλει, την απανθρωποποίηση του άλλου;
Σε αυτό το σύμπαν ξετυλίγεται και η ιστορία της γιαγιάς του ήρωα, της Λιλής, μιας όμορφης ψυχοκόρης στην κατοχική Αθήνα, μιας μαθητευόμενης μοδίστρας που δεν έχει στον ήλιο μοίρα, που είναι το κορίτσι για όλα τα θελήματα. Δέχεται ταπεινώσεις και σεξιστικά σχόλια, αναπτύσσοντας μια ψυχική ανθεκτικότητα που της επιτρέπει να τα ξεχνάει.
Μέχρι που έρχεται μια συγκινητική φιλία, βαθιά και ομοερωτική, με την αδελφή του κληροδότη. Είναι η κεντρική ιδέα που συνδέει τον κληροδότη και τον κληρονόμο. Η αδελφή, η Αμαλία Σαρίκα, αηδιασμένη από το ασφυκτικό περιβάλλον του αυταρχικού δασκάλου-πατέρα, την καταπιεσμένη μητέρα και την αγριότητα της πείνας (η σκηνή με τον πεινασμένο παππού, το κρέας και τον θάνατο είναι συγκλονιστική), εντάσσεται στην οργάνωση «Λεύτερες Νέες», παίρνει μέρος στην Αντίσταση και αγαπάει, βαθιά και ολοκληρωτικά, τη μοδίστρα Λιλή.
Η μοδίστρα Λιλή δεν μένει πιστή στην αγάπη και στο πέταγμα προς την ελευθερία της Αντίστασης. Η δική της ορφάνια, η παντελής απουσία υποστηρικτικού πλαισίου, ακόμα και ενός αυταρχικού, καταπιεστικού οικογενειακού περιβάλλοντος, την οδηγούν στην κυνική πρακτικότητα. Παντρεύεται αυτόν τον κοντό, όμορφο τυχοδιώκτη δωσίλογο που της υπόσχεται απαλλαγή από το άγος και το άγχος της επιβίωσης.
Πόσες αγάπες και πόσοι εν δυνάμει έρωτες έχουν συνθλιβεί σε αυτά τα ασφυκτικά πλαίσια; Ο άνδρας που παντρεύεται εξολοθρεύει τη φιλία και την αγάπη της, πρώτα συμβολικά και μετά κυριολεκτικά. Η Αμαλία προδίδεται, συλλαμβάνεται, βασανίζεται και δολοφονείται από την Ειδική Ασφάλεια στην ηλικία των 17 ετών.
Αυτός ο θάνατος στοιχειώνει τον αδελφό της. Οι προσχηματικές δίκες των συνεργατών και δωσίλογων στην εμφυλιακή Αθήνα, σε καθεστώς τρόμου και απειλών για τους μηνυτές, δεν προσφέρουν καμιά δικαίωση. Οι συνεργάτες κυκλοφορούν τριζάτοι και έχουν πολλά κονέ. Τη δικαίωση ψάχνει ο αδελφός, ο κληροδότης. Άλλος ένας άνδρας που δεν καταφέρνει να επεξεργαστεί το τραύμα του, να το μετασχηματίσει, και μένει βαθιά μόνος όλη του τη ζωή.
Η συγκλονιστική αφήγηση της Χρονοπούλου σου επιτρέπει να καταλάβεις ότι γίνεται να αγαπάς μια γιαγιά που παντρεύτηκε ένα κάθαρμα, να νιώσεις πένθος για έναν άγνωστο άνδρα που πέθανε στα χέρια σου, να εγκλωβιστείς στο τραύμα και να μην μπορείς να συνδεθείς με κανέναν πραγματικά, παρά μόνο με τον σκύλο σου, να ερωτευτείς τη φίλη σου και να την προδώσεις. Και αυτό είναι απλά η ζωή. Και η καλή λογοτεχνία.
Έτυχε να το διαβάσω τις μέρες που κυκλοφόρησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο βαθιά ανθρώπινος, ευαίσθητος, τρυφερός επικήδειος του Αλέκου Χαλβατζή στον κομμουνιστή πατέρα του, Σπύρο Χαλβατζή.[2] Το ξέρω αυτό το κόμπιασμα στη φωνή όταν αποχαιρετάς τους γονείς σου και μαζί τους την ιστορία τους, προσωπική, κοινωνική και πολιτική.
Στο μυαλό μου, κούμπωσαν αυτά τα δύο. Μου έδειξαν ότι μπορούμε να αρχίσουμε να ξετυλίγουμε ξανά το νήμα ενός κομμουνισμού τρυφερού και ευαίσθητου, χωρίς ιαχές, χωρίς ψευδοηρωισμούς, έναν κομμουνισμό που διατηρεί ακέραιο το πρόταγμα της προσωπικής και καθολικής ελευθερίας και χειραφέτησης, σκύβοντας στην ανθρώπινη μοναδικότητα και την ιστορία με ι μικρό.
____________
[1] Ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης έχει γράψει το βιβλίο Οι δωσίλογοι.Ένοπλη, πολιτική και οικονομική συνεργασία στα χρόνια της Κατοχής, εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Αν έχετε κι εσείς δυσκολία με τα ακραιφνώς ιστορικά βιβλία, μπορείτε τουλάχιστον να ακούσετε το podcast με τίτλο «Δωσιλογισμός, η “ελληνική κατοχή”», με τον Μενέλαο Χαραλαμπίδη και τον Μάνο Αυγερίδη από τη σειρά Ιστορία στο Κόκκινο και σε συνεργασία με τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας.
[2] https://www.youtube.com/watch?v=Hnb7CnrgpmA, Αποχαιρετισμός στον κομμουνιστή και πατέρα Σπύρο Χαλβατζή. Από τον γιο του, Αλέκο

