Μετάφραση: Δημήτρης Γκιβίσης
«Δεν είναι απλώς μια ανθρωπιστική τραγωδία. Είναι το αποτέλεσμα δεκαετιών διμερών συμφωνιών μεταξύ Ισπανίας και Μαρόκου που χρησιμοποιούν τους μετανάστες ως διαπραγματευτικά χαρτιά. Εκατομμύρια ευρώ δαπανώνται κάθε χρόνο για να αναχαιτιστούν οι μεταναστευτικές ροές. (…) Η Ευρώπη αναθέτει σε εξωτερικούς συνεργάτες τα σύνορά της και αποκαλεί το να αφήνει ανθρώπους να πνίγονται στη θάλασσα «διαχείριση της μετανάστευσης». Είναι εξωφρενικό το γεγονός ότι η κυβέρνηση το αποκαλεί «παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας», εξισώνοντας τη ρητορική της με αυτή της δεξιάς, η οποία υποδαυλίζει το μίσος κατά των μεταναστών. Οι συνέπειες είναι πάντα τα λιντσαρίσματα και η ποινικοποίηση των κοινοτήτων μας» (https://vientosur.info/la-regularizacion-de-migrantes-contribuye-a-la-prosperidad-espanola-mientras-interior-sigue-deportando-y-aplicando-las-necropoliticas-de-la-ue).
Ανάμεσα στον τεράστιο όγκο άρθρων που γράφτηκαν και συζητήθηκαν στα μέσα ενημέρωσης, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στις συζητήσεις σχετικά με την κρίση που προκλήθηκε από τη μαζική εισροή ανθρώπων στη Θέουτα, όχι μόνο Μαροκινών αλλά και υποσαχάριων Αφρικανών, με τους τραγικούς θανάτους περίπου 141 ανθρώπων και την επακόλουθη παρουσία στην πόλη αρκετών χιλιάδων που διεκδικούσαν τα δικαιώματά τους, λίγα άρθρα και σχόλια έχουν επικεντρωθεί στις υποκείμενες αιτίες των όσων συνέβησαν. Αυτές οι αιτίες, όπως μας υπενθύμισε ο Γάλλος φιλόσοφος Σαμί Ναίρ, στην El País, σχετίζονται με την εξέλιξη της μεταναστευτικής πολιτικής που υιοθετήθηκε στην Ευρώπη από τη Συμφωνία του Σένγκεν του 1985 και, αργότερα, τη Συνθήκη του Μάαστριχτ του 1991. Αυτή η πολιτική έχει σκληρυνθεί ολοένα και περισσότερο, με αποκορύφωμα τη δημιουργία μιας Ευρώπης-Φρούριο και, πιο πρόσφατα, ενός Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο που ευθυγραμμίζεται ολοένα και περισσότερο με την ακροδεξιά ρητορική για την επαναμετανάστευση.
Έτσι, διαπιστώνουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος των δημοσιευμένων απόψεων έχει αφιερωθεί σε εικασίες σχετικά με τον βαθμό ευθύνης του αντιδραστικού μαροκινού καθεστώτος και της ισπανικής κυβέρνησης σε αυτό που ο Πέδρο Σάντσες, λίγες μέρες αργότερα στη Θέουτα, περιέγραψε ως «επίθεση στην εδαφική ακεραιότητα της Ισπανίας» και αργότερα, ανοιχτά, ως «εισβολή» από ολόκληρο το αντιδραστικό μπλοκ, από ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού της Θέουτα, συμπεριλαμβανομένων των συνδικάτων CCOO και UGT χωρίς οι εθνικές ηγεσίες τους να έχουν αποστασιοποιηθεί δημόσια, και από μεγάλο μέρος του ισπανικού πληθυσμού στις διαδηλώσεις της 2ης Σεπτεμβρίου και στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις. Αυτοί οι πολεμοχαρείς χαρακτηρισμοί επιτρέπουν στην αντιπολίτευση να απειλήσει επικαλούμενη το άρθρο 8 του Συντάγματος, και στον Φελίπε ΣΤ΄ ως «ανώτατο διοικητή των Ενόπλων Δυνάμεων», πιέζοντας έτσι για τη στρατιωτικοποίηση της Θέουτα και της Μελίγια σε περίπτωση παρόμοιου περιστατικού στο μέλλον.
Αυτή η επίθεση έχει επίσης παρουσιαστεί από την κυβέρνηση και τα φιλικά σε αυτήν μέσα ενημέρωσης ως μέρος του υβριδικού πολέμου που διεξάγουν το Ισραήλ και οι ΗΠΑ, βασικοί σύμμαχοι του μαροκινού βασιλιά Μοχάμεντ ΣΤ΄, αν και έχουν αποφύγει να κατηγορήσουν άμεσα το μαροκινό καθεστώς ότι τουλάχιστον τον διευκολύνει. Αυτή η υπόθεση σίγουρα δεν μπορεί να απορριφθεί, δεδομένης της αυξανόμενης γεωπολιτικής σημασίας του Στενού του Γιβραλτάρ στον παγκόσμιο αγώνα για τον έλεγχο των πόρων εν μέσω μιας ολοένα και πιο βαθιάς ενεργειακής και κλιματικής κρίσης. Ωστόσο, αυτό χρησιμεύει για να συσκοτίσει την υποκείμενη αιτία της κρίσης, η οποία δεν είναι άλλη από την εξωτερίκευση των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε γειτονικές χώρες. Στην προκειμένη περίπτωση, με το Μαρόκο, το καθεστώς του οποίου «όχι μόνο καταστέλλει τους ανθρώπους που αποφασίζουν να μεταναστεύσουν, αλλά μας καθιστά και συνένοχους στη δικτατορία και την πολιτική της κατοχής της Δυτικής Σαχάρας», όπως έχει καταγγείλει ο πρώην ευρωβουλευτής Μιγκέλ Ουρμπάν. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, «είναι εύκολο να καταλάβει κανείς ότι, ακόμη και αν το αρχικό κίνημα προωθήθηκε από διακινητές ή είχε τη συνενοχή του μαροκινού κράτους, ή ακόμη και αν το ισπανικό κράτος δεν διέθετε επαρκή μέσα, η μαζικότητα του μεταναστευτικού κινήματος προκαλείται μόνο από την επιθυμία να πάνε στην Ευρώπη, την οποία μοιράζονται ευρέα τμήματα της μαροκινής κοινωνίας, ιδίως οι νέοι» (https://www.publico.es/opinion/columnas/ceuta-invasiones-barbaras.html).
Προφανώς, το αντιδραστικό δεξιό μπλοκ βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της επιβολής της αφήγησης της εισβολής, προκειμένου να επιβεβαιώσει έναν ανοιχτά ρατσιστικό ισπανικό εθνικισμό και να ποινικοποιήσει τους φτωχούς. Έχουν φτάσει στο σημείο να καταγγείλουν τον Πέδρο Σάντσες ως προδότη επειδή δεν αντέδρασε με επαρκή δύναμη, επιδιώκοντας έτσι να επιταχύνουν την απομάκρυνσή του από την Λα Μονκλόα (την επίσημη κατοικία του πρωθυπουργού). Για τον σκοπό αυτό, συνεχίζουν να βασίζονται στην αδιαμφισβήτητη υποστήριξη ενός αυξανόμενου τομέα της δικαστικής εξουσίας, όπως αποδείχθηκε για άλλη μια φορά πρόσφατα με την «προληπτική αναστολή» του λεγόμενου «Νόμου των Εγγονών», ο οποίος παραχώρησε την ισπανική ιθαγένεια, και επομένως το δικαίωμα ψήφου, στους απογόνους Ισπανών πολιτών που εξορίστηκαν μεταξύ 1936 και 1955 ως αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου και της καταστολής του Φράνκο. Αυτή η απόφαση αποτελεί ένα πρωτοφανές μέτρο που απειλεί να στερήσει το δικαίωμα ψήφου από περίπου μισό εκατομμύριο ανθρώπους που πολιτογραφήθηκαν μέσω αυτού του νόμου. Σηματοδοτεί έτσι ένα περαιτέρω βήμα στη μακροχρόνια στρατηγική τους για τη δικαστική εξουσία, που υιοθετήθηκε ενάντια στον συνεχώς αυξανόμενο κατάλογο εχθρών του καθεστώτος, ο οποίος τώρα περιλαμβάνει και την κυβέρνηση Σάντσες.
Βλέπουμε επίσης ότι το ακροδεξιό Vox έφτασε στο σημείο να κάνει επίκληση του άρθρου 102 του Συντάγματος για να υποστηρίξει την κατηγορία κατά του Πέδρο Σάντσες για «προδοσία» κατά του ισπανικού έθνους. Και σε όλα αυτά προστίθεται η έρευνα που ξεκίνησε στο Εθνικό Δικαστήριο ένας δικαστής (πρώην δημοτικός σύμβουλος του Λαϊκού Κόμματος) για να διερευνήσει πιθανή ποινική ευθύνη εντός του θεσμικού τομέα για την κρίση στη Θέουτα. Ακόμα και έτσι, αντιμέτωποι με αυτή την αντιδραστική επίθεση, βλέπουμε ότι ο Πέδρο Σάντσες, αντί να συνεχίσει να τηρεί την ισχύουσα νομοθεσία, η οποία τον υποχρεώνει να σέβεται τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα όσων φτάνουν σε ισπανικό έδαφος με παράτυπα μέσα, φαίνεται πρόθυμος να κάνει ένα βήμα πίσω με την ανακοίνωσή του ότι θα προτείνει την τροποποίηση του νόμου περί μετανάστευσης ώστε να αυστηροποιηθεί και να προσαρμοστεί στο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο. Ωστόσο, δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε τη σοβαρότητα της κρίσης που εκτυλίσσεται εντός του καθεστώτος, και την απειλή που θέτει η άνοδος στην εξουσία του Λαϊκού Κόμματος και του Vox και η αντιμεταρρυθμιστική τους ατζέντα σε πολλά διαφορετικά μέτωπα. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις ουσιαστικά συμπίπτουν με εκείνες που προσπαθεί να επιβάλει η ακροδεξιά σε βασικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, όπως είδαμε πρόσφατα με την ηχηρή εκλογική νίκη του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ.
Η καταπολέμηση αυτής της αντιδραστικής απειλής δεν συνεπάγεται την παύση της κριτικής του γεγονότος ότι τόσο το αντιδραστικό όσο και το προοδευτικό μπλοκ, αν και με κάποιες εξαιρέσεις στο τελευταίο, έχουν τοποθετηθεί στο ίδιο πλαίσιο όσον αφορά την κρίση της Θέουτα. Και τα δύο έχουν περιοριστεί στο να διαφωνούν σχετικά με την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων για τον βαθμό εμπλοκής του Μαρόκου σε αυτήν την κρίση, σχετικά με το εάν η κυβέρνηση είχε προηγούμενη γνώση της εισβολής που τελικά έλαβε χώρα ή, τέλος, σχετικά με το ποιος είναι πιο εθνικιστής στην υπεράσπιση της ισπανικότητας της Θέουτα και της Μελίγια. Στη συνέχεια, αυτή η αντιπαράθεση έχει επεκταθεί στη διαμάχη για την τεράστια καθυστέρηση της κυβέρνησης στη διαχείριση της κατάστασης στη Θέουτα και τις εντάσεις που προκύπτουν μεταξύ ενός τμήματος του ιθαγενούς πληθυσμού και των χιλιάδων φυλετικοποιημένων ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων ανηλίκων, μερικοί από τους οποίους είναι θύματα βίαιων επιθέσεων. Αυτό το τελευταίο είναι η πραγματική τραγωδία που πρέπει να καταγγελθεί όχι μόνο στη Θέουτα και τη Μελίγια, αλλά και σε άλλα μέρη του κόσμου: η αυξανόμενη στρατιωτική και κατασταλτική αντίδραση στην ολοένα και συχνότερη εμφάνιση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που αναγκάζονται να διασχίσουν τα σύνορα προκειμένου να έχουν πρόσβαση σε εργασία και σε μια αξιοπρεπή ζωή, την οποία δεν μπορούν να επιτύχουν στις χώρες τους για μια ολοένα και μεγαλύτερη ποικιλία λόγων, φτώχεια και ανισότητες κάθε είδους, καταστολή, πόλεμοι, κλιματική κρίση, και η οποία καθιστά επίσης ολοένα και πιο δύσκολη τη διάκριση μεταξύ των ανθρώπων που ζητούν άσυλο και εκείνων που θεωρούνται μετανάστες.
Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, το κύριο καθήκον μιας ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής αριστεράς θα πρέπει να είναι η ενίσχυση ενός ισχυρού κινήματος ενάντια σε όλες τις μορφές ρατσισμού, κοινωνικοπολιτισμικού, αλλά και θεσμικού εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που να εκφράζει σταθερά την αλληλεγγύη του με τα θύματα των επιθέσεων που γίνονται στη Θέουτα και να απαιτεί μια πολιτική υποδοχής όλων αυτών από όλες τις Αυτόνομες Κοινότητες του ισπανικού κράτους. Μια τέτοια πολιτική φιλοξενίας θα συνέβαλε επίσης στην αποκατάσταση, το συντομότερο δυνατό, των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων της πόλης πριν από το τέλος Ιουλίου. Ακόμα και έτσι, ας μην ξεχνάμε ότι η τρέχουσα κρίση δεν είναι άσχετη, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, με το γεγονός ότι αυτή η πόλη, μαζί με τη Μελίγια, έχει γίνει ένα ευρωπαϊκό όργανο ελέγχου των συνόρων στην Αφρική. Είναι ο μοναδικός χαρακτήρας αυτών των πόλεων, μια κληρονομιά του ισπανικού αποικισμού, όπως επισημαίνει και η συγραφέας και ακτιβίστρια των Anticapitalistas Τερέζα Άντζια σε πρόσφατο άρθρο της (https://vientosur.info/crisis-muertes-y-agencia-politica-en-la-frontera-del-mediterraneo) που θα πρέπει να αμφισβητηθεί ριζικά αν θέλουμε πραγματικά να αποτρέψουμε την επανάληψη αυτού που συνέβη στα τέλη Ιουλίου και την στρατιωτικοποίηση της περιοχής, όπως θέλουν το Λαϊκό Κόμμα και το Vox. Μόνο με αυτόν τον τρόπο, επιπλέον, μπορούμε να εγγυηθούμε την επιδίωξη της σεβαστής συνύπαρξης μεταξύ των διαφορετικών πολιτιστικών και θρησκευτικών κοινοτήτων που υπάρχουν και στις δύο πόλεις, ενόψει των διαιρέσεων που βλέπουμε σήμερα, οι οποίες σχετίζονται επίσης με την ταξική ανισότητα που υπάρχει σε αυτές.
Σε αυτή την πορεία, πρέπει να καλωσορίσουμε ενωτικές πρωτοβουλίες όπως αυτή που ανακοινώθηκε για το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου, σε διάφορα μέρη της χώρας, με το σύνθημα «Θέουτα, ούτε εργαλειοποίηση ούτε καταστολή. Αρκετά με τη ρατσιστική και αποικιακή βία», συμπεριλαμβανομένου του αιτήματος προς την Ευρωπαϊκή Ένωση να τελειώσει τις πολιτικές εξωτερικής ανάθεσης και χρηματοδότησης του ελέγχου της μετανάστευσης σε τρίτες χώρες, και προς την Ισπανία, το Μαρόκο και την Ευρωπαϊκή Ένωση, να αναλάβουν τις ευθύνες τους απέναντι στην εργαλειοποίηση και τη ρατσιστική και αποικιακή βία. Αυτό το αντιρατσιστικό κίνημα θα πρέπει επίσης να σφυρηλατήσει αλληλεγγύη με τους λαούς της Δυτικής Σαχάρας, του Ριφ και ολόκληρου του μαροκινού πληθυσμού στον αγώνα κατά του καθεστώτος του Μοχάμεντ ΣΤ΄, ο οποίος τώρα υποστηρίζει την ανυπότακτη αριστερά που υποστηρίζει το μποϊκοτάζ της εκλογικής φάρσας στις 23 Σεπτεμβρίου (σημ; αναφέρεται στις εκλογές που θα γίνουν στο Μαρόκο), καθώς και να αναζητήσει νέους δεσμούς συνεργασίας μαζί τους από τους διάφορους λαούς του ισπανικού κράτους. Ταυτόχρονα, η μετατροπή της κρίσης της Θέουτα σε παράγοντα που επιδεινώνει την κρίση του καθεστώτος του 1978, ευνοώντας το δεξιό μπλοκ και την άνοδο της πιο αντιδραστικής του πτέρυγας, μας υποχρεώνει να ενισχύσουμε, με ακόμη μεγαλύτερη ένταση, την ανάγκη να αναζητήσουμε την ευρύτερη δυνατή ενότητα δράσης για την προώθηση ενός κύκλου διαρκούς κινητοποίησης στα διάφορα μέτωπα του αγώνα, γύρω από αιτήματα και πολιτικές ικανές να συνδεθούν με τις ανάγκες του εργαζόμενου πληθυσμού γενικότερα. Αυτό το καθήκον αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία της καλύτερης δυνατής ισορροπίας δυνάμεων, που θα βοηθήσει στην ήττα του αντιδραστικού μπλοκ στην κάλπη.
Πηγή: https://vientosur.info/marruecos-la-necropolitica-migratoria-y-el-ascenso-del-racismo

