in

Οι Βάκχες ως σύγχρονο σταυροδρόμι πολιτισμών. Της Γιάννας Τσόκου

Κριτική της παράστασης Βάκχες του Ευριπίδη που παρουσιάστηκε στο Θέατρο Γης

«Swine!» ακούγεται μέσα στην ησυχία της νύχτας. Η βρισιά απευθύνεται προς τον Διόνυσο που αποχωρεί από τη σκηνή ανεβαίνοντας τα σκαλιά του Θεάτρου Γης. Η τραγωδία έχει κορυφωθεί. Ο Διόνυσος τιμωρός άφησε πίσω του συντρίμμια. Κρεουργημένο από την ίδια του τη μάνα το σώμα του Πενθέα κείτεται στη σκηνή, η Αγαύη και ο Κάδμος καταρρακωμένοι καταδικάζονται να πάρουν τον δρόμο της εξορίας.

«Γουρούνι» θα αποκαλέσει ο τραγουδιστής των Tiger Lillies πίσω από την πλάτη του, τον αινιγματικό θεό. Ένα σχόλιο κριτικό – προσωπικό ίσως – που απευθύνεται προς το ανώτερο ον το οποίο αποδείχθηκε εξαιρετικά σκληρό και εκδικητικό σε αυτή την ενδοοικογενειακή έριδα. Μια παρέμβαση που σπάει τη θεατρική σύμβαση και ηχεί στον ιδιαίτερο χρόνο ανάμεσα στο τέλος της θεατρικής δράσης και την επιστροφή στο τώρα. Μια πράξη ακτιβισμού και πολιτικής θέσης πριν τα πάντα επανέλθουν στην καθημερινότητα. Τελικά, ο κύκλος κλείνει με την αποδόμηση του θεού;

Ο λόγος για την παράσταση των Βακχών του Ευριπίδη που παρουσιάστηκε στο Θέατρο Γης, σε συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, του Εθνικού Θεάτρου Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ). Τη σκηνοθεσία υπέγραψε ο Γιάβορ Γκάρντεφ (Javor Gardev), με έναν μεικτό θίασο Ελλήνων και Βούλγαρων ηθοποιών, και γλώσσα της παράστασης την αγγλική. Η ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης πρότασης έγκειται στον πειραματισμό πάνω στη σχέση σύγχρονης μουσικής και θεάτρου.

Πυρήνας της αρχαίας τραγωδίας υπήρξε πάντα ο Χορός και το τραγούδι του. Μέσα από τη συνεργασία του με το ξεχωριστό για το μουσικό στίγμα και την αισθητική του, συγκρότημα των Tiger Lillies, ο Γκάρντεφ προσεγγίζει την τραγωδία του Ευριπίδη με άξονα τη μουσική του σήμερα, και μας δίνει μια έντονα μουσικοθεατρική παράσταση. Αποκαλεί «ραψωδούς» τους τρεις μουσικούς του συγκροτήματος, τονίζοντας τη συνάφεια της μουσικής αφήγησης με το δράμα. Οι Martyn Jaques (μουσική, τραγούδι), Adrian Stout, Budi Butenop, λαμβάνουν τα ονόματα Μεσαίος, Χθόνιος και Αιθέρας και έχουν την ελευθερία να αφηγηθούν και να σχολιάσουν μέσα από τους στίχους τους όσα διαδραματίζονται επί σκηνής. Με την επιλογή αυτή, ο Γκάρντεφ προσδίδει μπρεχτικά στοιχεία στη σκηνοθεσία του, και παντρεύει την αισθητική του σκοτεινού καμπαρέ των Tiger Lillies με το ύφος της παράστασης. Ο Χορός, από την πλευρά του, συνομιλεί με τους μουσικούς και συχνά επαναλαμβάνει ρυθμικά λέξεις-κλειδιά από τους στίχους των τραγουδιών: «fire» (φωτιά) στην αρχή, «kill» (σκότωσε) όταν ο Πενθέας βαδίζει προς τον Κιθαιρώνα, ή στο τέλος «happy» (ευτυχισμένος), κλείνοντας την παράσταση με το καίριο ερώτημα: «Υπήρξες ποτέ ευτυχισμένος;».

Από τα παραπάνω προκύπτει εύλογα ο προβληματισμός: μήπως όλα αυτά λειτουργούν εις βάρος του δράματος και του τραγικού στοιχείου των Βακχών; Ο Γκάρντεφ καταφέρνει οι σχέσεις υποκριτών, Χορού και μουσικών-ραψωδών να συγκροτήσουν ένα ενιαίο θεατρικό σύνολο, ενώ μέσα από τη διασκευή που υπογράφει μαζί με την Ιωάννα Ρεμεδιάκη, παραμένει σε μεγάλο βαθμό πιστός στο ευριπίδειο κείμενο. Ωστόσο, ο δραματουργικός πυρήνας της παράστασης αποδεικνύεται ισχνός, διότι στο τελικό αποτέλεσμα υπερισχύει η εικονογράφηση έναντι της εμβάθυνσης στο δράμα. Η εξπρεσιονιστική αυτή πρόταση σε κερδίζει με την ένταση και τα σκοτάδια της, αλλά δεν καταφέρνει να αφήσει ένα βαθύ αποτύπωμα θεατρικής συγκίνησης.

Η επιλογή των Αγγλικών ως κοινής γλώσσας λειτούργησε δυστυχώς ανασταλτικά, τόσο για ορισμένους ηθοποιούς όσο και για το κοινό, καθώς τα προβλήματα προφοράς διέλυσαν συχνά την ατμόσφαιρα. Είναι αδύνατον να μην ανακληθούν στη μνήμη οι εμβληματικές, πολυπολιτισμικές Βάκχες του 1997 από το ΚΘΒΕ, σε σκηνοθεσία Ματίας Λάνκγχοφ. Τότε, η σπουδαία Γαλλίδα ηθοποιός Εβλίν Ντιντί είχε αποστηθίσει τον δύσκολο μονόλογο της Αγαύης στα ελληνικά. Το αποτέλεσμα εκείνης της επιλογής ήταν το κοινό να «σκοντάφτει» πάνω στην προβληματική προφορά της ηθοποιού, υπονομεύοντας έτσι την ατμόσφαιρα της παράστασης – μια αμήχανη στιγμή που υπήρξε τραυματική εμπειρία και για την ίδια. Δυστυχώς, και τώρα, στην παράσταση του Γκάρντεφ – ο οποίος μάλλον φοβήθηκε την επιλογή ενός δοκιμασμένου πολυγλωσσικού θεάτρου-  η πολύ καλή Λουκία Μιχαλοπούλου στον ρόλο της Αγαύης αντιμετώπισε δυσκολίες στην αγγλική προφορά, γεγονός που λειτούργησε ανασταλτικά στην ερμηνεία της. Κρίμα.

Ο ταλαντούχος Leonid Yovchev μας έδωσε έναν δυναμικό, νευρώδη Διόνυσο, ο οποίος φέρει μια αρχετυπική σκοτεινή δύναμη. Σίγουρος για τον εαυτό του, κρατά κλειστά τα χαρτιά του και μοιάζει σχεδόν να διασκεδάζει με την εξουσία που ασκεί στους θνητούς και τους συγγενείς του. Έντονη παρουσία με ενδιαφέρουσα κινησιολογία, ο Πενθέας του Μιχαήλ Ταμπακάκη έδεσε αντιστικτικά με τον Διόνυσο. Κυριάρχησε στον χώρο ως βασιλιάς, ενώ στη συνέχεια άφησε να διαφανεί η ευάλωτη πλευρά του ήρωα. Η σκηνοθετική επιλογή να εμφανιστεί ο βασιλιάς γυμνός, μόνο με εσώρουχο και γυναικεία περούκα, λειτούργησε εικαστικά: μέσα από την αφαίρεση και τη σωματικότητα, ανέδειξε το στοιχείο της λανθάνουσας σεξουαλικότητας που ενυπάρχει στη συγκεκριμένη σκηνή. Στιβαρός και ήρεμος ο σοφός γέροντας Τειρεσίας του Samuel Finzi, ενώ πολύπλευρος υπήρξε ο Κάδμος του Αλέξανδρου Μυλωνά, ο οποίος εντυπωσίασε και με την εξαιρετική προφορά του. Στο ύφος της παράστασης κινήθηκαν εύστοχα και οι δύο Αγγελιαφόροι, Ivan Youroukov και Martin Dimitrov. Ο Γκάρντεφ ευτύχησε να έχει στη διάθεσή του ηθοποιούς που συμπορεύθηκαν οργανικά και στήριξαν το εγχείρημα.

Ο Χορός, η μεγάλη πρόκληση για κάθε σκηνοθέτη των Βακχών, στη συγκεκριμένη παράσταση λειτούργησε περισσότερο ως συνοδευτικό χορευτικό σχήμα των μουσικών, αφήνοντάς μας απλώς να φανταστούμε πώς θα μπορούσαν εν δυνάμει να είναι αυτές οι άγριες και απειλητικές γυναίκες στις τελετές τους. Συχνά ο Χορός ανέβαινε τα σκαλοπάτια του θεάτρου (χορογραφία: Ursula Terjan) τραγουδώντας σε κοντινή απόσταση από τους θεατές, ενώ για μεγάλο διάστημα παρέμενε καθιστός στο προσκήνιο.

Η ενδυματολόγος Ηλένια Δουλαδίρη κινήθηκε σε έναν dark folklore ενδυματολογικό κώδικα, με στοιχεία new gothic και βαλκανικών τελετουργιών, δουλεύοντας με το μαύρο και το λευκό. Τα κοστούμια του Χορού έστελναν πολλαπλά μηνύματα: από τη μια παρέπεμπαν σε μάγισσες, με περούκες από κατακόκκινα μακριά μαλλιά, κισσούς, σταφύλια και μικρά κέρατα στο κεφάλι· από την άλλη, τα δερμάτινα μπούστα, οι φούστες, οι ψηλές κάλτσες πάνω από το γόνατο (όλα σε μαύρο χρώμα) και το μακιγιάζ συνέδεαν τις Βάκχες αισθητικά με τους Tiger Lillies. Ωστόσο, δεν επρόκειτο για μια από τις πιο επιτυχείς ενδυματολογικές προτάσεις, καθώς η ενδυματολόγος, στην προσπάθειά της να συνδυάσει πολλά ετερόκλητα στοιχεία, δημιούργησε μια συνεχή οπτική ένταση που κούραζε.

Το ενδιαφέρον σκηνικό του Nikola Toromanov παρέπεμπε σε συναυλιακό χώρο. Σειρές από λευκά κάγκελα διαμόρφωναν την επικράτεια του βασιλιά Πενθέα, διαχωρίζοντάς την από το πατάρι των μουσικών στο βάθος και από τον χώρο όπου δρούσε ο Χορός και αρχικά οι εκτός παλατιού ήρωες. Τα όρια ήταν σαφή. Όμως στο τέλος, όταν ο Πενθέας αναχωρεί για το μοιραίο του ταξίδι, ο Χορός διαλύει τα διαχωριστικά, γκρεμίζοντας τους φράχτες των κιγκλιδωμάτων και σηματοδοτώντας την πλήρη επικράτηση του σκοτεινού θεού.

Ο Ευριπίδης έγραψε τις Βάκχες, το τελευταίο του δράμα, το 407 π.Χ., όταν βρισκόταν στην Πέλλα προσκεκλημένος του βασιλιά Αρχελάου. Λίγο αργότερα θα υπέκυπτε στα τραύματά του μετά από επίθεση αγέλης σκύλων, αφήνοντας εκεί την τελευταία του πνοή. Σήμερα, ο Γκάρντεφ αντιλαμβάνεται τις Βάκχες ως σημείο συνάντησης πολιτισμών, και πειραματίζεται επιτυχώς πάνω στις ισορροπίες ανάμεσα σε μια μουσική παράσταση συναυλιακού χαρακτήρα και την παρουσίαση του αρχαίου δράματος, ερευνώντας ταυτόχρονα σκηνικά την αιώνια σύγκρουση του απολλώνιου με το διονυσιακό στοιχείο. Πολλά τα ζητούμενα σε μια διόλου αδιάφορη παράσταση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περιδιαβαίνοντας τα Διαπόντια Νησιά (Ερείκουσα, Οθωνοί, Μαθράκι)