Etienne Ollion και Michaël Foessel, Η Άκρα Δεξιά ενάντια στην πολιτική. Μια παράξενη νίκη, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2026.
Το βιβλίο αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και επίκαιρη προσπάθεια ερμηνείας της ανόδου της άκρας δεξιάς στην Ευρώπη και γενικότερα στη Δύση. Οι συγγραφείς αναφέρονται στην άνοδο του Εθνικού Συναγερμού, μετεξέλιξη του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία. Η ανάλυσή τους ωστόσο, βοηθά να καταλάβουμε όπως θα δούμε στη συνέχεια το μηχανισμό ή τη διαδικασία που επέτρεψε στις πολιτικές δυνάμεις που είχαν περιθωριοποιηθεί για πολλά χρόνια να επανέρχονται στο πολιτικό γίγνεσθαι και μάλιστα με ποικίλες αξιώσεις και καθόλου άσχημες προοπτικές. Το βιβλίο δεν περιορίζεται σε μια περιγραφική ανάλυση εκλογικών αποτελεσμάτων ή κομματικών στρατηγικών· αντίθετα, επιχειρεί να δείξει ότι η άκρα δεξιά και η αποδοχή που απολαμβάνει στη δημόσια σφαίρα αποδεικνύει σήμερα κάτι βαθύτερο: μια συνολική κρίση της ίδιας της δημοκρατικής πολιτικής. Το κεντρικό επιχείρημα είναι ότι η άκρα δεξιά δεν κερδίζει μόνο επειδή αυξάνει τα ποσοστά της, ούτε επειδή σε ορισμένες χώρες ανήλθε στην εξουσία και σε άλλες είναι ένα βήμα κυριολεκτικά πριν την αποκτήσει∙ αλλά κερδίζει επειδή καταφέρνει να μετασχηματίσει τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται πλέον την πολιτική πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, η παράξενη νίκη (όρος που υπάρχει και στον τίτλο του βιβλίου) συνίσταται στο γεγονός ότι πολύ πριν από την εκλογική νίκη η άκρα δεξιά καταφέρνει να επιβάλλει σε μια σειρά από ζητήματα πολιτικά και ιδεολογικά τη δική της ατζέντα και κυρίως τους δικούς της όρους συζήτησης. Για αυτό και η νίκη είναι παράξενη και επικίνδυνη.
Οι Fœssel και Ollion δείχνουν ότι η άκρα δεξιά έχει ήδη επικρατήσει σε επίπεδο λόγου και συμβολισμών. Ζητήματα όπως η μετανάστευση, η εθνική ταυτότητα και οι πολιτισμικές συγκρούσεις τίθενται πλέον με τους όρους που η ίδια έχει επιβάλει. Η πολιτική συζήτηση μετατοπίζεται από την κοινωνική ανισότητα και τη συλλογική δράση προς τον φόβο και την απειλή. Παράλληλα, το βιβλίο δείχνει ότι η άνοδος της άκρας δεξιάς δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τις οικονομικές κρίσεις ή την κοινωνική ανασφάλεια. Οι συγγραφείς απορρίπτουν τις απλοϊκές ερμηνείες που παρουσιάζουν τους ψηφοφόρους της άκρας δεξιάς ως απλώς «θυμωμένους» ή ως «ανθρώπους που επλήγησαν σφοδρά από την παγκοσμιοποίηση και τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές». Αντίθετα, επιμένουν ότι η επιτυχία της συνδέεται και με μια βαθύτερη πολιτισμική και ιδεολογική μετατόπιση. Η δημόσια συζήτηση σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και φυσικά και στις ΗΠΑ έχει ήδη μετακινηθεί προς θεματικές όπως η ασφάλεια, η μετανάστευση, η εθνική ταυτότητα και η πολιτισμική απειλή. Με αυτόν τον τρόπο, ακόμη και κόμματα του παραδοσιακού κέντρου υιοθετούν συχνά στοιχεία της ακροδεξιάς ατζέντας, συμβάλλοντας ίσως και χωρίς να το θέλουν στην κανονικοποίησή της.
Οι συγγραφείς με μια πραγματικά εντυπωσιακή ανάλυση μας παρουσιάζουν βήμα βήμα αυτή τη στρατηγική του ακροδεξιού πολιτικού χώρου και τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε στη Γαλλία από το 1980 και μετά. Παρακολουθώντας αυτή την εξέλιξη καταλαβαίνει κανείς ότι οι αναλογίες με άλλες χώρες της Ευρώπης (Ιταλία Ελλάδα) και με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι πολλές και παρά τις διαφορές που παρουσιάζει κάθε κοινωνία οι ομοιότητες είναι πραγματικά ανατριχιαστικές.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικό κείμενο ευανάγνωστο και ταυτόχρονα βαθύ και σημαντικό, σε πολύ καλή μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα. Σε αυτές τις μελέτες ο ρόλος του μεταφραστή είναι πολύ σημαντικός. Ιδίως σε κείμενα πολιτικής φιλοσοφίας και κοινωνικής θεωρίας, ο μεταφραστής λειτουργεί ως πολιτισμικός διαμεσολαβητής ανάμεσα σε διαφορετικά διανοητικά περιβάλλοντα. Η μετάφραση δεν είναι ουδέτερη τεχνική πράξη αλλά μέρος της ίδιας της κυκλοφορίας των ιδεών, αφού μέσω αυτής έννοιες, θεωρητικά σχήματα και δημόσιες συζητήσεις μεταφέρονται και επανεντάσσονται σε νέα εθνικά και γλωσσικά συμφραζόμενα.
Ακολουθούν μερικά ιδιαίτερα ενδιαφέροντα σημεία από αυτή την ακροδεξιά στρατηγική που παρουσιάζεται από τους συγγραφείς:
Πρώτο σημείο αυτό που αναφέρεται ως αποδαιμονοποίηση. Όταν στη δεκαετία του 1980 ανέκαμψε η άκρα Δεξιά στη Γαλλία με τον Λεπέν όλοι πάγωσαν. Το εθνικό Μέτωπο βγήκε από μια σιωπή στην οποία το είχαν καταδικάσει οι δραστηριότητες πολλών στελεχών του κατά τη διάρκεια του Β΄ΠΠ. Άλλωστε ο πόλεμος χώρισε παντού στην Ευρώπη τον κόσμο της Αντίστασης από εκείνον της συνεργασίας με μοναδική εξαίρεση την Ελλάδα εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε. Σε έναν κόσμο που γιόρταζε την Αντίσταση και οικοδομούσε το μέλλον του στις έννοιες της Δημοκρατίας και του Αντιφασισμού η άκρα Δεξιά δεν είχε θέση. Έτσι οι Γάλλοι ψηφοφόροι ξαφνιάστηκαν με αυτά που πρέσβευε ο Λεπέν, «σκανδαλίστηκαν» είναι ο όρος που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς. Στη συνέχεια όμως, το κόμμα υιοθέτησε ρητορική ηπιότερη ή παρενέβαινε όσο το δυνατό λιγότερο. Άλλωστε, το να κάνεις θόρυβο είναι στρατηγική μειοψηφική, καλή για όσους απλά θέλουν να επηρεάσουν την κοινή γνώμη, όχι όμως ενδεδειγμένη για αυτούς που επιδιώκουν την εξουσία. Τελικά, η Μαρίν Λεπέν λείανε τις αιχμές του λόγου και της πολιτικής του κόμματος πολύ περισσότερο από ότι είχε κάνει ο πατέρας πριν από αυτή∙ στηλιτεύει πλέον τον αντισημιτισμό, δηλώνει πίστη στη δημοκρατία και υιοθετεί μια γλώσσα η οποία όλο και περισσότερο μοιάζει με τη γλώσσα του κατεστημένου που επιθυμεί να ανατρέψει. Άρα γίνεται λιγότερο αποκρουστική.
Δεύτερο σημείο που ανακύπτει από την ακροδεξιά ρητορική και στρατηγική στη Γαλλία, αλλά και παγκοσμίως είναι η αποδυνάμωση της διαιρετικής τομής Αριστερά – Δεξιά. Παλιότερα το χάσμα ανάμεσα στους δύο πόλους της πολιτικής ήταν ανυπέρβλητο πολιτικά, ιδεολογικά, γλωσσικά και αισθητικά. Σε τέτοιο βαθμό που η διαφοροποίηση αυτή χρησίμευε ως χάρτης, ως οδηγός στην πολιτική ζωή. Σήμερα που η κατηγοριοποίηση αυτή πολλές φορές εμφανίζεται στη δημόσια σφαίρα ως ξεπερασμένη ή ανεπίκαιρη επικρατεί μια θολούρα. Και μέσα σε αυτή τη θολούρα μπορεί να εμφανιστούν θέσεις που μέχρι πρότινος θεωρούνταν απαράδεκτες και ανήκουστες. Όπως επισημαίνουν και οι συγγραφείς το καλύτερο επιχείρημα υπέρ αυτής της διαιρετικής τομής είναι το αποτέλεσμα των προσπαθειών για την υπέρβασή της. Η κατάργηση αυτής της παραδοσιακής διαιρετικής τομής ποντάρει στη φαντασίωση μιας μεταπολιτικής συναίνεσης η οποία είναι βασισμένη στην απρόσκοπτη λειτουργία των νόμων της αγοράς. Όπου οι νόμοι της αγοράς επικράτησαν απρόσκοπτα χωρίς τα εμπόδια και τις αριστερές «αγκυλώσεις» οι συνέπειες γα τους εργαζόμενους ήταν σαρωτικές.
Σε αυτό το περιβάλλον η άκρα δεξιά εμφανίζεται ως δύναμη «αντιπολιτική». Αυτό δεν σημαίνει ότι απορρίπτει την πολιτική δράση ή τις εκλογές, αλλά ότι επιχειρεί να ακυρώσει τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατικής πολιτικής διαδικασίας: τη σύγκρουση ιδεών, τη συλλογική διαπραγμάτευση και τη δυνατότητα κοινωνικού μετασχηματισμού. Στη θέση της πολιτικής αντιπαράθεσης εισάγει μια λογική «φυσικοποίησης» των κοινωνικών προβλημάτων. Οι κοινωνικές ανισότητες, η ανεργία ή η ανασφάλεια παύουν να παρουσιάζονται ως πολιτικά και οικονομικά ζητήματα και μετατρέπονται σε ζητήματα πολιτισμικής απειλής, εθνικής ταυτότητας ή μεταναστευτικού κινδύνου.
Τρίτο σημείο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η πολιτική χρήση του παρελθόντος. Όπως αναφέρει ο J. Η. Plumb στο βιβλίο του Death of the Past1 για αιώνες το παρελθόν λειτουργούσε ως κεντρικός μηχανισμός πολιτικής νομιμοποίησης. Οι κοινωνίες, οι μοναρχίες, οι εκκλησίες, τα κράτη και οι ελίτ αντλούσαν κύρος από την επίκληση της παράδοσης, της αρχαιότητας, της ιστορικής συνέχειας, των προγόνων, και διαφόρων σημαντικών ιστορικών γεγονότων. Το παρελθόν διαθέτει κύρος και χρησιμοποιείται στο παρόν για πάρα πολλούς λόγους για να νομιμοποιήσει πολιτικούς θεσμούς, για να προσφέρει παραδείγματα προς μίμηση ή προς αποφυγή αλλά και ως βασικό υλικό για τη συγκρότηση της πολιτικής ή της εθνικής ταυτότητας. Μάλιστα σε αυτή τη διαδικασία ο αγώνας για την κατάκτηση ενός χρήσιμου παρελθόντος είναι αρκετές φορές πιο σημαντικός από τη διεκδίκηση του παρόντος και φυσικά πιο δύσκολος. Σε αυτή της ακροδεξιάς η διόρθωση του δικού της παρελθόντος έπαιξε διεθνώς τεράστιο ρόλο στην λουστραρισμένη της εμφάνιση στο παρόν. Οι συγγραφείς χρησιμοποιούν για τη Γαλλία το παράδειγμα του Φιλίπ Πετέν. Το 2018, κατά τους εορτασμούς για τα 100 χρόνια από το τέλος του Α΄Π.Π. ο Ε. Μακρόν αναγνώρισε δημοσίως τον Φ. Πετέν τιμώντας τον ισάξια με τους υπόλοιπους στρατιωτικούς ηγέτες. Διαχώρισε φυσικά τον μεγάλο στρατιώτη του 1914 από τον μετέπειτα επικεφαλής του καθεστώτος του Βισύ. Οι αντιδράσεις ήταν ευτυχώς αρκετές, αλλά το πρώτο βήμα για τη διευθέτηση ή τη σχετικοποίηση του ακροδεξιού παρελθόντος είχε συντελεστεί. Ανάλογες διακηρύξεις συνέβαλαν όχι μόνο στην αποδιοργάνωση του πολιτικού χώρου, αλλά και στην αποδόμηση των πιο καθιερωμένων μνημονικών αναπαραστάσεων. Στην ελληνική περίπτωση έχουμε αρκετά αντίστοιχα παραδείγματα ιστορικών προσωπικοτήτων ή γεγονότων των οποίων ο ρόλος διευθετείται και διορθώνεται με στόχο να κατασκευαστεί εκ νέου ένα πιο ήπιο ή καλύτερα αξιοποιήσιμο παρελθόν γα την ελληνική ακροδεξιά. Ο στόχος είναι με κάθε τίμημα να αποκτήσει αυτός ο χώρος το προφίλ μιας δύναμης που υπηρέτησε με τιμιότητα το εθνικό συμφέρον απέναντι σε εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς όλα τα υπόλοιπα αποσιωπούνται ή παραγράφονται. Έτσι, ο Ιωάννης Μεταξάς παρουσιάζεται ως τίμιος και φιλόπατρις, τα Τάγματα Ασφαλείας ως συνέπεια του φόβου που προκαλούσε ο κομμουνισμός, η εξέγερση του Πολυτεχνείου αρκετά χρόνια τώρα αμφισβητείται σχετικοποιείται και αμαυρώνεται, οι υπεύθυνοι για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου παρουσιάζονται ως τίμιοι πατριώτες με αγνές προθέσεις.
Έχει σημασία; Τεράστια είναι η απάντηση γιατί μέσα στη σκόπιμη θολούρα, όταν χαθεί το παρελθόν και η ιστορική γνώση που υπενθυμίζουν την πραγματική ταυτότητα της ακροδεξιάς, τότε φαντάζει ως καινούργια πολιτική δύναμη ή ως λύση που σε σύγκριση με το υπάρχον πολιτικό κατεστημένο δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί. Ωστόσο, όπως έγραψε ο Φώντας Λάδης το μακρινό πλέον, 1978 «Ο φασισμός δεν έρχεται από το μέλλον, καινούριο τάχα κάτι να μας φέρει. Τι κρύβει μέσ’ στα δόντια του το ξέρω, καθώς μου δίνει γελαστός το χέρι. Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν, και χάνονται βαθιά στα περασμένα. Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν, μα όχι και το μίσος του για μένα».
Τέταρτο σημείο η μνησικακία η οποία όχι μόνο στη Γαλλία αλλά και διεθνώς αναφέρεται ως ένα από τα πιο ισχυρά κίνητρα της ψήφου υπέρ της Άκρας Δεξιάς. Η έννοια προέρχεται κυρίως από τον Friedrich Nietzsche στο έργο του οποίου δεν είναι απλή δυσαρέσκεια ή θυμός. Είναι ένα παρατεταμένο και πολιτικά φορτισμένο συναίσθημα αδυναμίας, ταπείνωσης και αδικίας, το οποίο δεν μπορεί να εκφραστεί άμεσα απέναντι στην πραγματική πηγή του προβλήματος και επομένως αναζητά υποκατάστατους στόχους.
Στη σύγχρονη κοινωνική και πολιτική θεωρία, η άκρα δεξιά συχνά αναλύεται ως πολιτική κινητοποίηση μορφών συσσωρευμένης κοινωνικής μνησικακίας. Οικονομική ανασφάλεια, κοινωνική υποβάθμιση, απώλεια κύρους, πολιτισμική αβεβαιότητα ή αίσθηση εγκατάλειψης από τις πολιτικές ελίτ μπορούν να παράγουν ισχυρά αισθήματα ματαίωσης. Το κρίσιμο όμως σημείο είναι ότι αυτά τα συναισθήματα δεν μετατρέπονται πάντα σε ταξική ή κοινωνική διεκδίκηση. Συχνά ανακατευθύνονται προς άλλους στόχους: μετανάστες, μειονότητες, «κοσμοπολίτικες ελίτ», φεμινισμό, Ευρωπαϊκή Ένωση, «πολιτική ορθότητα».
Οι συγγραφείς περιγράφουν έναν μηχανισμό στο πλαίσιο του οποίου κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα αποπολιτικοποιούνται και μεταφράζονται σε ζητήματα ταυτότητας, φόβου και πολιτισμικής απειλής. Η άκρα δεξιά προσφέρει ένα αφήγημα που δίνει νόημα σε υπαρκτά αισθήματα απώλειας και ανασφάλειας. Σε αυτό τον τύπο ψηφοφόρων οι οποίοι αισθάνονται αποκλεισμένοι ή υποβαθμισμένοι η ακροδεξιά ατζέντα προσφέρει έναν φαντασιακό ορίζοντα δικαίωσης. Ένα παράδοξο προνόμιο να μοιράζεται κανείς τα αγαθά τον πλούτο ή την αναγνώριση όχι επειδή εργάστηκε ή επειδή έχει κάποιο ταλέντο, αλλά χάρη στην καταγωγή του και μόνο: επειδή είναι Γάλλος, Έλληνας ή ότιδήποτε άλλο. Η κοινωνική ταπείνωση, η αίσθηση της μη ορατότητας και η διάλυση των παραδοσιακών μορφών συλλογικής ταυτότητας δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για νέες μορφές πολιτικής ένταξης. Σε αυτή την κατάσταση, η άκρα δεξιά κατορθώνει να μετασχηματίσει αυτή την εμπειρία της απώλειας σε εθνικιστικό ή πολιτισμικό λόγο.
Συμπερασματικά, η μεγάλη συμβολή αυτού του βιβλίου είναι ότι μας καλεί να ξανασκεφτούμε την κατάσταση της ίδιας της δημοκρατικής πολιτικής στις δυτικές κοινωνίες. Γιατί η άκρα δεξιά δεν αναπτύσσεται σε πολιτικό κενό· αναπτύσσεται μέσα στις ρωγμές που αφήνουν η κοινωνική ανασφάλεια, η αποδυνάμωση των συλλογικών ταυτοτήτων, η κρίση της πολιτικής εκπροσώπησης και η σταδιακή υποχώρηση της πίστης ότι η πολιτική μπορεί ακόμη να αλλάξει τη ζωή των ανθρώπων.
Ίσως λοιπόν το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα του βιβλίου είναι ότι η άκρα δεξιά δεν κερδίζει μόνο όταν κατακτά την εξουσία. Κερδίζει πολύ νωρίτερα: όταν κατορθώνει να μετατοπίζει τα όρια του νοητού και του επιτρεπτού· όταν οι δικές της έννοιες, οι δικοί της φόβοι, οι δικές της κατηγορίες γίνονται η αυτονόητη γλώσσα της δημόσιας συζήτησης. Σε αυτό το πλαίσιο το ερώτημα που πρέπει να μας απασχολεί δεν είναι μόνο πώς η άκρα δεξιά ανεβάζει τα ποσοστά της, αλλά τι ακριβώς συμβαίνει στις κοινωνίες μας όταν ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι παύουν να πιστεύουν ότι η δημοκρατική πολιτική μπορεί ακόμη να τους εκπροσωπήσει, να τους προστατεύσει ή να τους εμπνεύσει.
- J. H. Plumb, Ο θάνατος του παρελθόντος, Αθήνα 2007 [↩]


