Η μάχη κατά του κεφαλικού φόρου στη Βρετανία: όταν το “Δεν πληρώνω” νικά

Το κίνημα άρνησης πληρωμής του κεφαλικού φόρου στη Βρετανία στα τέλη της δεκαετίας του ’80 αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μακροχρόνιας –με διάρκεια πάνω από 3 χρόνια- πάλης στη βάση της αυτό-οργάνωσης. Αν και δεν υπήρξε το ίδιο δυναμικό σε όλη του την πορεία, το συγκεκριμένο κίνημα κατάφερε όχι μόνο να συσπειρώσει εκατομμύρια κόσμου ως τη νίκη αλλά και να ανατρέψει την κυβέρνηση στην οποία εναντιώθηκε. Άλλωστε η ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική της Θάτσερ, με την κατάλυση του κοινωνικού κράτους και την ιδιωτικοποίηση πολλών δημόσιων υπηρεσιών είχε προκαλέσει οργή σε μεγάλο μέρος της βρετανικής κοινής γνώμης.

Ο βρετανικός poll tax ήταν μια μορφή τοπικής φορολόγησης, ίδιας για όλους τους πολίτες ανεξάρτητα από το εισόδημά τους. Επρόκειτο για έναν φόρο βαθύτατα άδικο, αφού αφορούσε ολόκληρη την κοινωνία σε ολόκληρο το φάσμα της δίχως καμία εξαίρεση: εργαζόμενους και άνεργους, γηγενείς και μετανάστες, νέους και συνταξιούχους, μικρo- ιδιοκτήτες και ακτήμονες, ακόμη και ανθρώπους με αναπηρίες ή χρόνιες ασθένειες. Επειδή ήταν επίπεδος, επηρέαζε πολύ περισσότερο το εισόδημα των μεσαίων και κατώτερων οικονομικά στρωμάτων, αναλογώντας σε μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους. 

Η «Σιδηρά Κυρία» Μάργκαρετ Θάτσερ αποφάσισε την επιβολή του μετά την επανεκλογή της το 1987, ξεκινώντας από τη Σκωτία όπου το κόμμα της είχε σημειώσει χαμηλά ποσοστά. Είχαν προηγηθεί δύο χρόνια «μάχης» με τις απεργίες των ανθρακωρύχων, οι οποίοι αντιδρούσαν στο κλείσιμο των κρατικών ορυχείων και την απώλεια θέσεων εργασίας, από όπου η δημόσια εικόνα της Θάτσερ είχε βγει ενισχυμένη. Η ίδια ένιωθε άτρωτη∙ δήλωνε, μάλιστα, ότι η επιβολή του κεφαλικού φόρου ήταν το προπύργιο της οικονομικής της πολιτικής. Όμως η αντίδραση απέναντι στον φόρο είχε αρχίσει να σιγοβράζει από τους πρώτους κιόλας μήνες. Ήδη τον Δεκέμβριο του 1987 διεξήχθη στο Εδιμβούργο μεγάλη εργατική καμπάνια κατά του φόρου. Οι αρμόδιοι υπάλληλοι κατέβηκαν σε απεργία και δήλωσαν ότι αρνούνται να συνεργαστούν με την κυβέρνηση για την είσπραξη του φόρου. Μέσα στους επόμενους μήνες δημιουργήθηκαν τοπικές επιτροπές σε ολόκληρη τη Σκωτία και πλήθος δράσεων οργανώνονταν ενάντια στις κατασχέσεις, ακόμη και με το στήσιμο μπλόκων μπροστά στα σπίτια.

Την επόμενη χρονιά, το 1988, μαζί με την επιβολή του φόρου σε Αγγλία και Ουαλία εξαπλώθηκε και το κίνημα εναντίον του. Δημιουργήθηκε το “Fed”, η Ομοσπονδία κατά του poll tax με εκπροσώπους από ολόκληρη τη χώρα. Η δομή ήταν δημοκρατική με εκλεγμένη ηγεσία από τη βάση. Πρέπει να γίνει σαφές πως ούτε οι ηγεσίες των ξεπουλημένων συνδικάτων ούτε τα αστικά κόμματα της αντιπολίτευσης είχαν συνταχθεί με το κίνημα. Την πρωτοβουλία για τη δημιουργία των επιτροπών πήρε η οργάνωση Millitant μαζί με άλλες αριστερές εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις. Βουλευτές του Εργατικού Κόμματος δήλωναν πλέον τη στήριξή τους, επίσημα όμως τηρούνταν επιφυλάξεις για το κατά πόσο θα μπορούσε να νικήσει. Το ερώτημα προς την Ομοσπονδία ήταν το εξής: «Η Θάτσερ είναι αήττητη, νίκησε τους ανθρακωρύχους, κέρδισε στον πόλεμο των Φώκλαντς, τι πιθανότητες έχετε εσείς να νικήσετε;».

Ως τις αρχές του 1989, 1.000.000 Σκωτσέζοι είχαν αρνηθεί να πληρώσουν τον κεφαλικό φόρο. Στις 23 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς, ξεκίνησε από το Λονδίνο το «Κόκκινο Τρένο», το «Anti – Poll Tax Express» με προορισμό τη Γλασκόβη, μεταφέροντας γύρω στα 1000 άτομα κάθε ηλικίας και προέλευσης. Μετά την άφιξή του ακολούθησε ενθουσιώδης διαδήλωση με πάνω από 20.000 κόσμο. Μια εξίσου μεγαλειώδης πορεία σημειώθηκε και στο Μάντσεστερ.

Το 1990 ήταν η χρονιά που έκρινε την εξέλιξη του κεφαλικού φόρου. Την 1η Απριλίου 35 εκατομμύρια πολίτες θα λάμβαναν ειδοποίηση πληρωμής, οπότε η Ομοσπονδία αποφάσισε να καλέσει πορεία για τις 31 Μαρτίου στο Λονδίνο.  Το ίδιο διάστημα τα κυρίαρχα ΜΜΕ στη Βρετανία εξέφραζαν ανησυχία για το «1/10 του ενήλικου πληθυσμού της χώρας που αρνείται να πληρώσει το φόρο», τη στιγμή που στη Σκωτία η άρνηση είχε φθάσει στο 1/3 των φορολογούμενων. Τους πρώτους μήνες του χρόνου, σχεδόν όλες οι νότιες περιοχές της χώρας εντάχθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στο κίνημα και σε όλες τις μεγάλες πόλεις γίνονταν τακτικά μαζικές διαδηλώσεις.

Στις διαδηλώσεις της 31ης Μαρτίου βρήκαν την ευκαιρία να εκφράσουν την οργή τους απέναντι στην κυβέρνηση της Θάτσερ άστεγοι, άνεργοι νέοι, καταπιεσμένοι και περιθωριοποιημένοι, απολυμένοι από κλάδους που είχαν χτυπηθεί τα προηγούμενα χρόνια και φυσικά οι πληγέντες από την κατάλυση του κοινωνικού κράτους τα τελευταία χρόνια. Η πορεία στο Λονδίνο, αν και μεγαλειώδης –γύρω στα 250.000 άτομα- ήταν ειρηνική, με μόνη εξαίρεση τα γνωστά επεισόδια που προκλήθηκαν -σε μεγάλο βαθμό, και με βάση πολλές μαρτυρίες- από ασφαλίτες. Επρόκειτο, μάλιστα, για τη μεγαλύτερη πορεία στη βρετανική ιστορία, η οποία ξεπεράστηκε μόνο από τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις το 2003.

Η πορεία της 31ης Μαρτίου ήταν ένα σημαντικό γεγονός, αλλά δεν θα έδινε από μόνη της τέλος στον κεφαλικό φόρο αν δεν είχαν προηγηθεί 18 εκατομμύρια πολιτών που αρνήθηκαν να πληρώσουν, δείχνοντας τη δύναμή τους απέναντι στην κυβέρνηση, σε συνδυασμό με τις απεργίες στη Γλασκώβη και την άρνηση των αρμόδιων υπαλλήλων να εισπράξουν το φόρο. Ακόμη και η εφημερίδα The Guardian παραδέχθηκε ότι η άρνηση πληρωμής έφθασε στο «40-50% σε μεγάλες πόλεις της χώρας» και «ακόμη υψηλότερα στο Λονδίνο».

Το κίνημα άρνησης πληρωμής του κεφαλικού φόρου σηματοδότησε το τέλος της πρωθυπουργίας της Θάτσερ. Η ίδια οδηγήθηκε σε παραίτηση και η κυβέρνηση του Τζον Μέιτζορ που την διαδέχθηκε αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι ο φόρος δεν μπορούσε να εφαρμοστεί, ανακοινώνοντας παράλληλα την αντικατάστασή του από δημοτικούς φόρους. Πριν από αυτό, όμως, χρησιμοποιήθηκαν σκληρές μέθοδοι για την επιβολή του φόρου. Σε όλες τις περιοχές όπου σημειώθηκε αντίσταση, σημειώθηκαν συλλήψεις ηγετών του κινήματος. Η επιβολή προστίμων για τη μη πληρωμή του συνεχίστηκε ακόμα και 8 μήνες μετά. Ως το Νοέμβριο του 1991, φυλακίστηκαν συνολικά 117 άνθρωποι από 40 κοινότητες της χώρας. Αλλά η νομική καταστολή αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα: τα δικαστήρια είχαν γεμίσει με υποθέσεις που δεν προλάβαιναν να δικάσουν. Αν πήγαιναν μόνο 1 στους 37 στα δικαστήρια, θα χρειαζόταν 17 χρόνια για να δικαστούν όλες αυτές οι υποθέσεις.

Ποιο ήταν το λάθος που οδήγησε τη Θάτσερ στην ήττα; Το ότι εγκατέλειψε την «τακτική του σαλαμιού» (“salami tactics”), που ακολουθούσε ως τότε, δηλαδή να μην ανοίγει ποτέ περισσότερα από ένα «μέτωπα» σύγκρουσης με την εργατική τάξη και να επιλέγει μέτρα που πλήττουν μόνο ένα τμήμα της κοινωνίας κάθε φορά, υπό τον φόβο μιας γενικευμένης εξέγερσης. Όμως ο κεφαλικός φόρος χτυπούσε ολόκληρη τη βάση της κοινωνίας, γι’ αυτό έγινε γρήγορα μισητός και συσπείρωσε τον βρετανικό λαό σε μια γενικευμένη πάλη εναντίον του. Πράγμα που, σε συνδυασμό με την αποφασιστικότητα του κινήματος, οδήγησε στην πολύ σημαντική νίκη.

Σε ποια συμπεράσματα μπορούμε εμείς να καταλήξουμε σε σχέση με το εγχώριο κίνημα «Δεν πληρώνω»; Πρώτα απ’ όλα, ότι οι αγώνες δεν κερδίζονται μέσα σε μία νύχτα. Οι πολιτικές, πολύ περισσότερο όταν αποτελούν μέρος ενός συνόλου, δεν ανατρέπονται από τη μια στιγμή στην άλλη. Η διάρκεια ενός κινήματος, σε συνδυασμό με τη συνέπεια στις αρχές του και την ύπαρξη συγκεκριμένης στρατηγικής ενισχύουν την πιθανότητα της τελικής νίκης -ακόμα και όταν στην πορεία σημειώνονται μικρές ήττες. Το «κλειδί» όμως είναι η μαζικότητα, η συσπείρωση δηλαδή του κόσμου που φανερώνει και την πυγμή ενός κινήματος. Άλλωστε, η άρνηση πληρωμής αποτελεί σοβαρή απώλεια κερδών για το κράτος και τις εταιρείες μόνο όταν είναι μαζική και εκτεταμένη.

Χριστίνα Χάσου – ομάδα Alterthess

* το άρθρο αποτελεί τμήμα της εισήγησης για τα κινήματα σε Βρετανία και Ιρλανδία στην εκδήλωση για τα κινήματα “Δεν πληρώνω” από τις συλλογικότητες Green Attack και Free Bus την Παρασκευή 18/2 στο Στέκι Μεταναστών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κινητοποιήσεις στο Alter

Φωτογραφίες από την παρέμβαση για τους απεργούς πείνας