Ιθαγενείς και σερίφηδες. Του Νίκου Νικήσιανη

Ας ξεκινήσουμε από τα νούμερα του Υπουργείου Εσωτερικών: από την εφαρμογή του νόμου Ραγκούση για την ιθαγένεια των παιδιών των μεταναστών, ως το πρόσφατο πάγωμά του, μέσα σε τρία χρόνια δηλαδή, ιθαγένεια πήραν 10.000 παιδιά· 4.500 επειδή γεννήθηκαν στην Ελλάδα και 5.500 επειδή συμπλήρωσαν τα αναγκαία έτη φοίτησης στα ελληνικά σχολεία.
Ας σκεφτούμε λίγο τι σημαίνει πρακτικά αυτό: ότι 10.000 παιδιά, τα οποία γεννήθηκαν από γονείς που ζουν μόνιμα και εργάζονται στην Ελλάδα, που πήγαν σχολείο και μεγάλωσαν στην Ελλάδα, που δεν γνωρίζουν άλλη χώρα ως «πατρίδα» και που φυσιολογικά θα μείνουν εδώ (εκτός βέβαια αν επιλέξουν τα ίδια μεγαλώνοντας να μεταναστεύσουν, μαζί με τους χιλιάδες άλλους νέους ελληνικής καταγωγής), αποκτήσανε μία απλή ταυτότητα. Ότι σε 10.000 ιθαγενείς με άλλα λόγια, αναγνωρίστηκε η αυτονόητη ιθαγένεια. Δεν θα χρειάζεται δηλαδή στα 18 τους να μαζεύουν υποχρεωτικά 150 ένσημα το χρόνο για να μην απελαθούν ως «λαθρομετανάστες». Πρόκειται μόνο για αυτό το τόσο απλό και τόσο στοιχειώδες δικαίωμα, το οποίο μάλιστα το απέκτησαν δυστυχώς τόσο λίγα παιδιά, εξαιτίας των ασφυκτικών όρων του νόμου Ραγκούση: 10.000 παιδιά, ένας στους χίλιους κατοίκους, κι αν δεχτούμε ότι οι μόνιμοι μετανάστες στη χώρα είναι περίπου 1 εκατομμύριο, ένας στους εκατό μετανάστες.

Πού το βρήκανε λοιπόν τόσο μίσος οι σερίφηδες των κ.κ. Σαμαρά και Κουβέλη κι αναδείξανε το νόμο για την ιθαγένεια στην ύψιστη εθνική απειλή; Τι ακριβώς φοβούνται από 10.000 παιδιά και θέλουν να τα καταδικάσουν σε αιώνια ομηρία;

Είναι τόσο παράλογο κι απάνθρωπο, που μοιάζει σχεδόν ακατανόητο. Το αντιρατσιστικό κίνημα βέβαια, έχει σκεφτεί πάνω σε αυτό δυο-τρεις απαντήσεις. Λέει για παράδειγμα ότι η μεταναστευτική πολιτική έχει συνειδητό στόχο να κρατά τους μετανάστες σε αυτή τη γκρίζα ζώνη για να τους πιέζει στο περιθώριο και να τους στερεί δικαιώματα. Πρόκειται για μία βασική μέθοδο κατάτμησης και υποβάθμισης των δικαιωμάτων σε προνόμια και άρα συνολικής επίθεσης σε όλους τους εργαζομένους και την κοινωνία.

Άλλοι λένε επίσης ότι σε αυτή τη συγκυρία, το βασικό ζήτημα είναι το ιδεολογικό: έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για κοινωνική συναίνεση, τα χλωμά πρόσωπα που μας κυβερνούν επενδύουν στη νύχτα: στα πιο σκοτεινά μας ένστικτα, στο μίσος, στο Έθνος και τη φυλή, στον πιο φτηνό λαϊκιστικό ρατσισμό. Αν σε αυτό προσθέσεις και την έμφυτη ακροδεξιά ροπή της σαμαρικής παρέας, μαζί με την πίεση από τη γνήσια φασιστική δεξιά, καταλαβαίνεις ότι η μάχη ενάντια στον ‘εσωτερικό εχθρό’ αποτελεί πια τη μοναδική διέξοδο – ένας δρόμος βέβαια που οδηγεί στον κανονικό, κρατικό φασισμό.

Οι δυο λογικές αυτές μάλιστα δεν είναι άσχετες μεταξύ τους· ο κατακερματισμός της εργατικής τάξης και της κοινωνίας, είτε μέσα από το θεσμικό, είτε μέσα από τον ιδεολογικό και κοινωνικό ρατσισμό, έχει ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωσή μας, τη διάλυση και την παράδοση. Εμείς χάνουμε, αυτοί κερδίζουν· όπως λέει κι ένα παλιό καλό σύνθημα, ο ρατσισμός ρίχνει τα μεροκάματα.

Όλα αυτά είναι σωστά· αλλά πάλι λες έξαλλος, είναι δυνατό τόσο μένος για 10.000 παιδιά; Ακόμα κι οι παλιάτσοι του κ. Κουβέλη, που σχίζανε τα κόκκινα ιμάτιά τους της προάλλες για να στηρίξουν τον κουτσό νόμο Ραγκούση, τώρα κατάπιαν τη γλωσσίτσα τους; Με τι σόι καθάρματα έχουμε μπλέξει;

Ένα τέτοιο έγκλημα δεν σηκώνει ούτε μισόλογα, ούτε ολιγωρίες. Οκ, τρέχουνε δυο χιλιάδες σημαντικές μάχες, αλλά σε κάτι τέτοια ζητήματα χαράσσονται οι πιο ουσιαστικές διαχωριστικές γραμμές: όποιοι είναι με τους εργαζόμενους και με τους φτωχούς, δεν αρκεί να είναι ενάντια στο Μνημόνιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρέπει να είναι με την ενότητα της τάξης τους και άρα με τους μετανάστες. Δεν μπορείς επίσης να ανησυχείς για την άνοδο του φασισμού και να μην τα δώσεις όλα στη μάχη για την ιθαγένεια. Ίσως, σε κάτι τέτοιες «μικρές» και δευτερεύουσες μάχες παίζονται πολλά περισσότερα από όσα φαίνονται. Σε κάτι τέτοια μετριόμαστε.

ΥΓ. Η Αντιρατσιστική Πρωτοβουλία, η ΚΕΕΡΦΑ κι άλλες αντιρατσιστικές κινήσεις της πόλης οργανώνουν το Σάββατο στις 2 μμ, πορεία για το ζήτημα της ιθαγένειας. Την Παρασκευή (18.30, ΕΚΘ) θα προηγηθεί εκδήλωση, με τη συμμετοχή μεταναστευτικών συλλόγων και της Ομάδας Νομικών για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων προσφύγων και μεταναστών. Είναι δύο καλές ευκαιρίες να μετρηθούμε. Ακόμα όμως κι αν βρεθούμε λίγοι, είναι καθήκον μας να δώσουμε μια συμβολική έστω απάντηση στους σερίφηδες. Κι ακόμα περισσότερο, να δείξουμε στα παιδιά που απειλούνται ότι είναι δικοί μας άνθρωποι και δεν θα τα αφήσουμε μόνα.