Win to lose, Του Θ. Μαρουλιάδη

 

1. Σε αυτή την ιστορία – σχέσεις, πολιτική, δουλειές, αναδουλειές – γενικά την πατάμε. Υπάρχουν προφανώς ωραίες, υπέροχες, στιγμές, αλλά στη γενική σούμα σχεδόν πάντα υπάρχει ένα ξινισμένο μούτρο. Βρες έναν τύπο που να λέει πόσο υπέροχη είναι η δουλειά του και πόσο πολύ περισσότερο αγαπάει τον άνθρωπο του, από τότε που τον γνώρισε, και θα βρεις έναν ψεύτη. Και από την άλλη σε αυτή την ιστορία – σχέσεις, πολιτική, δουλειές, αναδουλειές – και από τις αλλαγές νιώθεις ότι την πατάς. Μια νέα δουλειά είναι, βέβαια, μία πρόκληση. Αλλά μη μου πεις ότι δεν σκέφτεσαι όλα τα καλά της προηγούμενης δουλειάς… Ένα άλλο κορμί είναι πάντα ένα άλλο κορμί. Αλλά, μεταξύ μας, αν μπορούσες να γυρίσεις το χρόνο πίσω πάλι τα ίδια, κατά βάση σκατά, δεν θα έκανες; Το θέμα μας μάλλον δεν έχει να κάνει με την ίδια την ιστορία, αλλά με τις προσδοκίες μας, που είναι σχεδόν πάντα όνειρα, που είναι σχεδόν πάντα εξωπραγματικές, όπως λέει ο Κόου. Δεν ξέρω ποιος το έχει πει, αλλά νομίζω πως έχει δίκιο: «Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Οι απαισιόδοξοι, που πιστεύουν ότι τα πράγματα βρίσκονται σε ένα πολύ άσχημο σημείο. Και οι αισιόδοξοι, που πιστεύουν ότι τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα».

2. Σε αυτή την ιστορία κάποιοι άνθρωποι μπαίνουν έχοντας φάει πολλά γκολ από τα αποδυτήρια. Είναι οι άνθρωποι που πιστεύουν στην ήττα. Αντιμετωπίζουν την ήττα και συμβιβάζονται με αυτήν με – ας τους πούμε – ιδεολογικούς όρους. Σε παλαιότερες εποχές, πιο λαρτζ, το ρεύμα της ήττας εμφανιζόταν ως ένα ρεύμα κυνισμού, κυνισμού της μερέντας… Τώρα που τα λαρτζ μας τελείωσαν (έχουμε σμολ θα πάρετε;) το ρεύμα της ήττας φλερτάρει με την αυτογνωσία… και με δεξιές αρλούμπες, «για να μη βγαίνουν τα πόδια μας έξω από το πάπλωμα». Ε, τράβα φόρα κάλτσες ρε φίλε! Μόνο που τι σκατά αυτογνωσία είναι αυτή όταν λες ότι σε αυτή την ιστορία θα υπάρξει ήττα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι εσύ θα είσαι ο ηττημένος. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να τρώνε γκολ από τα αποδυτήρια, μπορεί και ο οργανισμός τους να τραβάει την ήττα, αλλά αυτό που θέλουν είναι να τη βολέψουν, κι αν η ήττα τελικά κάτσει σε κανέναν άλλον, τόσο το καλύτερο! Πραγματική αυτογνωσία είχε ο Μπουκόφσκι. Ήξερε από πιτσιρικάς ότι σε όλη του τη ζωή θα είναι μαζί με ρεμάλια, αποτυχημένους, χαμένα κορμιά, αλλά και ότι το «πράγμα» του θα παρέμενε μεσαίου μεγέθους. Για πάντα.

3. Σε αυτή την ιστορία κάποιοι μπαίνουν όπως η συμμορία Μπελίνι μπροστά από το Στατάλε, έχοντας τσακίσει όσους βρήκαν μπροστά τους, μπάτσους, καραμπινιέρους, φασίστες, τους εαυτούς τους, τα κορίτσια που τους αγαπάνε και τους φέρνουν στο στόμα το ποτήρι με το ποτό… Είναι οι άνθρωποι που πιστεύουν πως δεν έχουν άλλη επιλογή από τη νίκη. Ξέρουν όλους τους δρόμους και τα περάσματα, είναι αποφασισμένοι για τα πάντα, ακόμα και για να υποχωρούν όταν αυτό χρειάζεται. Αλλά η νίκη, πάντα νίκη, γι’ αυτό και είναι οπλισμένοι σαν αστακοί, γι’ αυτό και πιστεύουν πως είναι ήττα το να βολευτούν. Το ρεύμα της νίκης είναι παντός καιρού και όλων των εποχών. Ελίσσεται, αλλά δεν αλλάζει. Τη μη αλλαγή τη θεωρεί συνέπεια, ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων δεν πετάει τίποτα. Στο ρεύμα της νίκης οι άνθρωποι νικάνε νωρίς, παίρνουν σύνταξη νωρίς, χάνουν ανθρώπους νωρίς, πολλοί τρελαίνονται νωρίς, κάποιοι πεθαίνουν νωρίς. Πάρα πολύ νωρίς. Το ρεύμα της νίκης είναι σαν ένα πολύ άρρωστο κορίτσι που χορεύει στην παραλία την τελευταία μέρα του καλοκαιριού. Ξέφρενα… Ξέρουν, και το κορίτσι και το καλοκαίρι, ότι θα τελειώσουν σύντομα. Αυτή η ατάκα, από τότε την που είπε (στο περίπου, έτσι…) ο Μίκι Ρουκ στο Rumble Fish, μου έχει σφηνωθεί στο μυαλό.

4. Σε αυτή την ιστορία οι απλοί άνθρωποι μπαίνουν χωρίς να έχουν κάποιο ιδιαίτερο σχέδιο. Οι απλοί άνθρωποι βρίσκονται μέσα στα λεωφορεία του ΟΑΣΘ και δεν κάνουν διδακτορικό στην κοινωνική ανθρωπολογία της μουσικής βιομηχανίας στο Λονδίνο, αν με πιάνεις… Στη γειτονιά μου είναι ένας – ας πούμε – ηλικιωμένος που κάθε μέρα κατεβαίνει με τα πόδια στον ΟΑΕΔ στη Δωδεκανήσου για να ρωτήσει αν υπάρχει κάποια δουλειά. Όπως μπορείς να καταλάβεις αυτό το κάθε μέρα – και κάθε μέρα να μην έχει τίποτα – τον έχει μισοτρελάνει. Το «μισό» έχει να κάνει με τ’ ότι ο τύπος διατηρεί μία αρκετά καλή σχέση με την πραγματικότητα. Τον πέτυχα προχθές στο λεωφορείο να εξηγεί σε έναν άγνωστο ότι υπάρχει περίπτωση να βρει κάποια δουλειά σε αυτά τα προγράμματα «κοινωφελούς εργασίας» που θα τρέξουν οι δήμοι με 500 ευρώ το μήνα για λίγους μήνες. Έλεγε ότι να φροντίζεις τα πάρκα, ή να σκουπίζεις τα πεζοδρόμια, είναι μία σπουδαία δουλειά, είναι μία οποιαδήποτε δουλειά, είναι μία σκατοδουλειά και ότι αυτό το πάνω/κάτω κάθε μέρα είναι ο αγώνας του για να κρατηθεί στη ζωή. Σε αυτή την ιστορία δεν πρέπει να είμαστε σκληροί με κανέναν, όλοι την παλεύουν όπως μπορούν, με εξωπραγματικές προσδοκίες, με νίκες που καταλήγουν σε ήττες, με ήττες που παραμένουν ήττες, κάνοντας κάθε μέρα αυτό το γαμημένο το πάνω/κάτω. 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Νέα ανακοίνωση του υπουργείου οικονομικών για το χαράτσι

Πέθανε ο απεργός πείνας Βιλμάρ Βιγιάρ