in

Βενεζουέλα: Η αιτία του προβλήματος δεν θα είναι ποτέ η λύση

Υπογράφουν πολιτικοί, ακαδημαϊκοί και δημοσιογράφοι

Πηγή: hamartia.com.ar, Μετάφραση: Δημήτρης Γκιβίσης  

Αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Βενεζουέλα δεν είναι μια ανωμαλία ή μια απροσδόκητη απόκλιση από τη διεθνή τάξη. Ούτε μπορεί να ερμηνευτεί ως μια περιστασιακή αντίδραση σε μια συγκεκριμένη κυβέρνηση ή ως ένα μεμονωμένο επεισόδιο διπλωματικής έντασης. Είναι, για άλλη μια φορά, η επανεμφάνιση μιας ιστορικής λογικής που η Λατινική Αμερική γνωρίζει με οδυνηρή ακρίβεια: αυτή της αντιμετώπισης ως άγριου συνόρου, μιας περιοχής όπου οι κανόνες που διέπουν τον «πολιτισμένο κόσμο» αναστέλλονται χωρίς σκάνδαλα και η βία ασκείται σαν να ήταν φυσικό δικαίωμα. Ολικοί οικονομικοί αποκλεισμοί, δήμευση περιουσιακών στοιχείων, μυστικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, ρητές απειλές επέμβασης και απαγωγές που παρουσιάζονται στο πλαίσιο μιας νέας εκδοχής των δογμάτων Μονρόε και Εθνικής Ασφάλειας, τα οποία, μάλλον, μοιάζουν με τον μύθο του «ζωτικού χώρου» που ασκούσε το Τρίτο Ράιχ πριν από έναν αιώνα. Δεν είναι αποκλίσεις από το διεθνές σύστημα: αποτελούν μέρος της ιστορικής λειτουργίας του όσον αφορά τον Παγκόσμιο Νότο και τη Λατινική Αμερική ειδικότερα.

Αυτό που συνέβη στις 3 Ιανουαρίου, ωστόσο, σηματοδοτεί ένα νέο όριο. Δεν ήταν μόνο η επανάληψη γνωστών πρακτικών, αλλά μια αισχρή επίδειξη ατιμωρησίας ενώπιον οποιουδήποτε νόμου και μια επιβεβαίωση της τρέχουσας «παλαιστινοποίησης του κόσμου». Η παραβίαση της κυριαρχίας της Βενεζουέλας, που πραγματοποιήθηκε χωρίς κήρυξη πολέμου και παρουσιάστηκε δημόσια ως επίδειξη ισχύος, δεν ανέστειλε τη διεθνή τάξη: την κήρυξε περιττή και αναλώσιμη. Όπου λειτουργούσαν διπλωματικοί ευφημισμοί, νομικές ασάφειες ή ανθρωπιστικά προσχήματα, αναδύθηκε η άμεση διαβεβαίωση ότι η βία από μόνη της επαρκεί για να νομιμοποιήσει κανείς τον εαυτό του. Αυτό που παρουσιάστηκε δεν ήταν μια υπερβολή, αλλά μια παιδαγωγική κυριαρχίας που στοχεύει σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα ονόματα των κυβερνήσεων αλλάζουν, τα ιδεολογικά λεξικά ενημερώνονται, οι ηθικές δικαιολογίες ανακυκλώνονται, αλλά το σενάριο παραμένει άθικτο. Η Λατινική Αμερική εμφανίζεται για άλλη μια φορά ως χώρος διαθέσιμος για παραδειγματική τιμωρία, πολιτικό πειραματισμό και την παιδαγωγική του φόβου.

Η ιστορία της περιοχής είναι πολύ σαφής για να προσποιηθεί έκπληξη. Στρατιωτικές εισβολές, παρατεταμένες κατοχές, πραξικοπήματα, πόλεμοι μέσω αντιπροσώπων, οικονομικοί αποκλεισμοί, δολιοφθορές, απαγωγές και συστηματικές εκστρατείες δαιμονοποίησης των μέσων ενημέρωσης συνοδεύουν, εδώ και διακόσια χρόνια, κάθε προσπάθεια πολιτικής αυτονομίας, κοινωνικής αναδιανομής ή κυρίαρχου ελέγχου των πόρων. Αυτά δεν ήταν ποτέ μεμονωμένα λάθη ή διορθώσιμες υπερβολές, αλλά μια επίμονη πολιτική υποστηριζόμενη από μια ιεραρχική κοσμοθεωρία που επιφυλάσσει την πλήρη απόλαυση των δικαιωμάτων για ορισμένους λαούς που επιλέγονται από ένα Προφανές Πεπρωμένο και την μόνιμη εξαίρεση για άλλους.

Το να σκεφτόμαστε τη Λατινική Αμερική ως ένα άγριο σύνορο δεν συνεπάγεται την αποδοχή μιας επιβεβλημένης ταυτότητας, αλλά την καταγγελία του αυτοκρατορικού βλέμματος που την κατασκεύασε ως τέτοια. Αυτό το αυτοκρατορικό βλέμμα όχι μόνο δημιουργεί διαθέσιμα εδάφη αλλά παράγει και ανθρώπινες ιεραρχίες. Αποφασίζει ποιες ζωές αξίζουν να θρηνήσουμε, ποιες πράξεις βίας είναι σκανδαλώδεις και ποιες μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως παράπλευρες απώλειες. Η διεθνής τάξη δεν περιορίζεται στη ρύθμιση των συγκρούσεων: διανέμει ευαισθησία, νομιμοποιεί την αδιαφορία και οργανώσει τις σιωπές. Για το λόγο αυτό, η επιθετικότητα δεν ξεκινά με πυραύλους, αλλά με την κανονικοποίηση μιας γλώσσας που κάνει το απαράδεκτο αποδεκτό και καθιστά αόρατους όσους αποκλείονται από την κατανομή των δικαιωμάτων. Είναι μια άποψη που φυσικοποιεί τη βία προς τον Παγκόσμιο Νότο με τη συνενοχή των τοπικών λακέδων του, που φυλετικοποιεί τις συγκρούσεις και αναστέλλει ξεδιάντροπα τις αρχές του διεθνούς δικαίου όταν αυτές εμποδίζουν τα στρατηγικά συμφέροντα. Αυτό που σε άλλα εδάφη θα θεωρούνταν έγκλημα, πράξη πολέμου ή κατάφωρη παραβίαση της κυριαρχίας, εδώ γίνεται «μέτρο», «πίεση», «προληπτική επιχείρηση» ή «βοήθεια για σταθερότητα». Σε κάποιο βαθμό, η βαρβαρότητα έχει γίνει πιο ανοιχτή και η παλιά δικαιολογία της δημοκρατίας έχει ήδη χάσει τη χρήση και την ελκυστικότητά της. Αυτό που απομένει είναι η υπεράσπιση της ελευθερίας, της ελευθερίας των αφεντάδων και των εμπόρων, του φόβου και της ηθικής των σκλάβων.

Με αυτή την έννοια, η Βενεζουέλα δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά μια πρόβα τζενεράλε. Όταν μια δύναμη ενεργεί με αυτόν τον τρόπο και δεν αντιμετωπίζει καμιά αποτελεσματική κύρωση, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: η εξαίρεση γίνεται ο κανόνας. Αυτό που είναι ανεκτό σήμερα ως μεμονωμένη περίπτωση θα χρησιμοποιηθεί αύριο ως επιχειρησιακό προηγούμενο. Το διεθνές δίκαιο δεν καταρρέει σε μια νύχτα, διαβρώνεται από τη συσσώρευση των σιωπών. Πρόκειται για ένα σενάριο όπου δοκιμάζονται τα όρια του τι μπορεί να γίνει χωρίς να προκληθεί σημαντική αντίδραση από τη διεθνή κοινότητα.

Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι αγνοούμε τις εσωτερικές συγκρούσεις, τις συζητήσεις, τις βαθιές αντιλήψεις για το τι είναι ή τι πρέπει να είναι μια δημοκρατία, ούτε τα κοινωνικά χρέη, ένα ενδημικό πρόβλημα στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Δεν μπορούμε να το αρνηθούμε αυτό, όπως ακριβώς δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι αυτές οι εντάσεις επιτρέπουν την εξωτερική επιθετικότητα. Στην πραγματικότητα, η ιστορία δείχνει επανειλημμένα ότι τέτοιες ιμπεριαλιστικές επιθέσεις και παρεμβάσεις ήταν το μεγαλύτερο καύσιμο για τις κοινωνικές συγκρούσεις και την υπανάπτυξη αυτών των χωρών. Καμία εσωτερική κριτική δεν δικαιολογεί μια εισβολή. Καμία πολιτική διαφωνία δεν νομιμοποιεί τη συλλογική τιμωρία ενός λαού. Η κυριαρχία δεν είναι μια ανταμοιβή για την αρετή ή μια ηθική πιστοποίηση που παρέχεται από έξω: είναι το ελάχιστο όριο για τις κοινωνίες να αποφασίσουν για τη μοίρα τους χωρίς ένα όπλο τοποθετημένο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Μπροστά σε αυτή την κλιμάκωση, η αντίδραση μεγάλου μέρους της διεθνούς κοινότητας ήταν η σιωπή, η ασάφεια, η διπλωματική χλιαρότητα και η απουσία συγκεκριμένων μέτρων. Μια γλώσσα που δεν επιδιώκει να σταματήσει τη βία, αλλά να τη διαχειριστεί. Λέξεις που δεν κατονομάζουν ποτέ τον επιτιθέμενο, που αποδυναμώνουν τις ευθύνες και που τοποθετούν τον επιτιθέμενο και τον αντιστεκόμενο στο ίδιο επίπεδο. Η ιστορία της Λατινικής Αμερικής διδάσκει ότι οι μεγάλες τραγωδίες δεν ξεκίνησαν με βομβαρδισμούς, αλλά με λόγια και δικαιολογίες που τις έκαναν ανεκτές. Όταν η επιθετικότητα κανονικοποιείται, η βία προχωρά ανεξέλεγκτη.

Η υπεράσπιση της κυριαρχίας της Βενεζουέλας σήμερα δεν σημαίνει την υπεράσπιση μιας κυβέρνησης ή το κλείσιμο της εσωτερικής συζήτησης. Σημαίνει την απόρριψη μιας λογικής που επαναφέρει τον πόλεμο ως νόμιμο μέσο της διεθνούς τάξης που βασίζεται στα συμφέροντα του ισχυρότερου. Σημαίνει την επιβεβαίωση ότι η Λατινική Αμερική δεν είναι η πίσω αυλή ή τα σύνορα κανενός. Δεν είναι μια ζώνη θυσίας, ούτε το άγριο σύνορο κανενός. Και σημαίνει επίσης την ανάληψη μιας βασικής πνευματικής ευθύνης: να σπάσει η ιστορική αμνησία πριν η ιστορία γραφεί, για άλλη μια φορά, με το αίμα των άλλων. Επειδή η σιωπή απέναντι στην επιθετικότητα δεν ήταν ποτέ ουδέτερη. Η ιστορία, όταν τελικά μιλάει, σπάνια συγχωρεί εκείνους που έκαναν τα στραβά μάτια. Για πολλούς αυτό είναι ασήμαντο, για εμάς δεν είναι.

 

Οι υπογράφοντες/ουσες

Óscar Andrade, Uruguay

Felicitas Bonavitta, Argentina

Pablo Bohorquez, España

Atilio Borón, Argentina

Emilio Cafassi, Argentina

Stella Calloni, Argentina

Mario Carrero, Uruguay

Aviva Chomsky, Estados Unidos

Carolina Corcho, Colombia

Raquel Daruech, Uruguay

Boaventura de Sousa Santos, Portugal

Federico Fasano, Uruguay

Walter Goobar, Argentina

Débora Infante, Argentina

Eduardo Larbanois, Uruguay

Jorge Majfud, Estados Unidos

Víctor Hugo Morales, Argentina

Adolfo Pérez Esquivel, Argentina

Gustavo Petro, Colombia

Jeffrey Sachs, Estados Unidos

Andrés Stagnaro, Uruguay

Jill Stein, Estados Unidos

 

Πηγή: https://hamartia.com.ar/problema-nunca-solucion

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Βρισκόμαστε μέσα σε μια καταιγίδα μακράς διάρκειας. Του Raúl Zibechi

Οργή στη Μινεάπολη των ΗΠΑ μετά την εν ψυχρώ δολοφονία 37χρονης Αμερικανίδας από πράκτορες της ICE