Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης κατάφερε να παρουσιάσει το πιο σύγχρονο, επικαιροποιημένο και καθαρό μανιφέστο του νεοφιλελευθερισμού και μάλιστα σε μορφή σχεδίου νόμου. Πέρα από το βασικό σκεπτικό που κινείται γύρω από το τρίπτυχο περιορισμός των δημοσίων δαπανών, διάλυση των εργασιακών σχέσεων, αποσάθρωση του δημόσιου τομέα, το νομοχέδιο που κατατίθεται σήμερα αγγίζει τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης σκέψης με σχεδόν ακαδημαϊκό τρόπο, δίχως να λαμβάνει υπόψιν την κοινωνική συνοχή, το ξεπέρασμα της κρίσης ακόμη και με ένα “Θατσερικό” μοντέλο και εν πάση περιπτώση την πολιτική αντιμετώπιση -με ακραία δεξιό τρόπο- της κρίσης.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της “σχεδόν πολιτικής” είναι η αντιμετώπιση της ανεργίας και ο τρόπος με τον οποίο περνάει στην αντζέντα ή καλύτερα απουσιαζει το οποιοδήποτε μέτρο για την αντιμετώπισή της από το σημερινό νομοσχέδιο. Εδώ βρίσκεται και η βασική παρέμβαση της σκέψης ΔΝΤ στον κυβερνητικό σχεδιασμό. Τα τσακάλια του παγκόσμιου νεοφιλελευθερισμού δεν θεωρούν ότι υπάρχει ακούσια ανεργία, καθώς σε κάθε περίπτωση η ζήτηση ισοδυναμεί με την αγορά. Αν η ζήτηση για εργασία ισούται με την προσφορά, δεν υπάρχει ποτέ ανεργία. Κάποιος δηλαδή που δεν εργάζεται έχει προφανώς επιλέξει να μην εργάζεται. Επειδή όμως η ανεργία ως μέγεθος σε περιπτώσεις όπως η Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοηθεί, πρέπει να ορίσουμε το πρόβλημα ανεξάρτητα από την κατάσταση των αγορών. Πρέπει να οφείλεται αλλού…
Πρέπει να οφείλεται στα άπληστα συνδικάτα, στους προνομιούχους συνταξιούχους, στο διαφθαρμένο δημόσιο.Άρα η πολιτική απαίτηση επιβάλλει ότι αν υπάρχει ανεργία, οι μισθοί πρέπει να μειωθούν. Και φυσικά να ξορκίσουμε το μοντέλο της κρατικής παρέμβασης για μείωση της ανεργίας.
Αυτό είναι το καθαρό μοντέλο που επιβάλλεται σήμερα και αποτελεί μία από τις δύο διεξόδους που ακολουθούν οι κυριάρχοι σε περιόδους κρίσης. Ή θα προχωρούσε δηλαδή ένα νέου τύπου κοινωνικό συμβόλαιο -αντιμετώπιση κρίσης του ’70- ή θα αποσαρθρωθεί εντελώς ο κοινωνικός ιστός και νομοτελειακά θα οδηγηθούμε στον εκφασισμό της κοινωνίας -Σαμαράς, Πινοσέτ-.
Σε αυτή την περίπτωση δεν μπορεί το αίτημα να είναι άλλο από κοινωνική δικαιοσύνη. Μια κοινωνική διακαιοσύνη που σπάνια βρίσκει σύμφωνη την κοινωνία και ας αποτελεί την προμετωπίδα της σκέψης της αριστεράς. Ακόμη και αν μπορούμε να μιλήσουμε για επαναφορά της ταξικότητας -το εχουμε και εκλογικά βλ.ΣΥΡΙΖΑ- τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και το μεγαλύτερο μέρος των μεσσαιων στρωμάτων, αποδέχονται την επιδείνωση της ανισότητας, όπως αποδέχονται και την αύξηση της ανεργίας και την επεκταση της φτώχειας στο όνομα πάντα της εθνικής σωτηρίας. Άρα τα στρατόπεδα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα ή δεν είναι οι συσχετισμοί απαραίτητα και τόσο πολύ με το μέρος μας. Και εδω δεν μιλάμε για έναν φιλελεύθερο κοινωνικό διάλογο, αλλά για πόλεμο δίχως επιχειρήματα. Έχουμε δίκιο γιατί είμαστε οι καλοί, έχουμε δίκιο γιατί είμαστε εμπειριστές και όχι ακαδημαϊκοί, έχουμε δίκιο γιατί πρέπει να επιβιώνουμε, έχουμε δίκιο και πρέπει να το επιβάλλουμε σε επίπεδο ιδεολογίας πλέον. Γιατί οι απέναντι αυτό κάνουν.
Οφείλουμε να απαντάμε στην επίθεση με όλους τους τρόπους. Αν μπορέσουμε να ακυρώσουμε τη σημερινή ψηφοφορία να το κάνουμε. Γιατί μόνο εμείς μπορούμε, οι άλλοι θα ψηφίσουν. Αν μπορούμε να βάλουμε τον κόσμο στα νοσοκομεία χωρίς να πληρώνει να το κάνουμε και αυτό. Αν μπορούμε να σώσουμε τον γείτονα από την εξαθλίωση να το κάνουμε, γιατί η αλληλεγγύη θα είναι το όπλο μας. Και προς Θεού μην αρχίσουμε να κλαίμε για ντουβάρια και μάρμαρα. Μικρή σημασία έχουν, μπροστά στις ανθρώπινες ζωές.