in

Το θέμα είναι τώρα τι κάνεις: Σχέδιο, Διάσπαση(;), Ανασυνθέσεις. Tου Γιάννου Γιαννόπουλου

Το θέμα είναι τώρα τι κάνεις: Σχέδιο, Διάσπαση(;), Ανασυνθέσεις. Tου Γιάννου Γιαννόπουλου

Οι τελευταίες εβδομάδες καταδεικνύουν με διαυγή τρόπο ότι μια εξαιρετικά σημαντική παράμετρος του ερωτήματος είναι η ίδια η δημοκρατία και η δυνατότητα άσκησης στοιχειωδώς ακηδεμόνευτης πολιτικής από την ελληνική κυβέρνηση. Η διαρκής απειλή του στραγγαλισμού και η στάγδην χρηματοδότηση που ανακοίνωσαν οι δανειστές, αποδεικνύουν ότι κανένα περιθώριο και χρόνος δεν κερδίζεται με την εφαρμογή των “συμφωνηθέντων”, και ότι στη συμφωνία δεν υπάρχουν όχι ρωγμές, αλλά ούτε καν σχισμές, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την κατάργηση της έκτακτης εισφοράς για τα εισοδήματα άνω των 500 χιλιάδων ευρώ. Καθίσταται σαφές ότι δεν είναι δυνατή η άσκηση καμίας πολιτικής ανακούφισης των ασθενέστερων, αφού οι δανειστές, οι οποίοι προφανώς διατηρούν προνομιακούς διαύλους επικοινωνίας με τις αστικές δυνάμεις στην Ελλάδα, απαγορεύουν όχι απλώς τη δικαιότερη κατανομή των βαρών, αλλά ακόμα και την σχετικώς ανάλογη κατανομή τους. Παρά την επικοινωνιακή διολίσθηση της κυβέρνησης από το “επιβληθέν πραξικόπημα” στην “νίκη απέναντι στο σχέδιο Σόιμπλε”, το #thisIsACoup είναι εδώ για να μείνει.

Ένα δεύτερο σημαντικό στοιχείο στην παρούσα συζήτηση, αποτελεί η ανάγκη να αντιμετωπίζουμε πλέον τα ερωτήματα στο βάθος του χρόνου, ούτως ώστε να απαντάμε και στα πραγματικά διλήμματα. Να σταματήσουμε δηλαδή αυτό που είχαμε, δυστυχώς, συνηθίσει το προηγούμενο διάστημα να σχεδιάζουμε τις πολιτικές μας κινήσεις και πρακτικές σε βραχυπρόθεσμο χρονικό πλαίσιο, “μέρα με τη μέρα”, διαδικασία που άρχισε να μετατρέπει την τακτική μας σε στρατηγική. Υπό αυτήν την έννοια είναι λάθος να επιχειρούμε να απαντήσουμε στο διλημματικό ερώτημα “μνημόνιο ή καταστροφή”, αλλά πρέπει να διαβλέψουμε ότι οδηγούμαστε στην πλήρη εξάντληση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας με την παράλληλη εκποίηση όλου του δημόσιου πλούτου με επαχθείς όρους (η περίπτωση του Ελληνικού και η διαφωνία του ΤΑΙΠΕΔ με το ΤΕΕ έχει σημαντικά στοιχεία να μας διδάξει για τους όρους των αποκρατικοποιήσεων και το ρόλο του ταμείου [1]), οδηγούμενοι πιθανώς τότε σε συνδυασμό εκδίωξης από την Ευρωζώνη και ακόμα σκληρότερων μνημονίων. Εάν λοιπόν σκεφτούμε μακροπρόθεσμα, το ερώτημα αντιστρέφεται, και πιθανώς και οι απαντήσεις να μην είναι τόσο δεδομένες. Η εκτίμηση πως η συνθηκολόγηση αποκλείει την ολοκληρωτική καταστροφή μας από δυνάμεις που λειτουργούν ως ιμπεριαλιστές του 19ου αιώνα, αποτελεί μάλλον ευχή ή ψυχολογικού τύπου απάντηση, και όχι ψύχραιμη και ρεαλιστική πολιτική ανάλυση. Θυμίζει κάποιον που παραδίδεται στον αντίπαλό του και ελπίζει στη μεγαλοψυχία του για να σώσει τη ζωή του, ενώ ξέρει ότι ο αντίπαλός του είναι εγκληματίας πολέμου. Η μετατροπή του ερωτήματος από “μνημόνιο ή καταστροφή”, σε “απεγκλωβισμό και ρήξη άμεσα παρά τις τεράστιες δυσκολίες και πιθανές απώλειες ή υποταγή μέχρι την πλήρη διάλυση” μας οδηγεί νομίζω σε διαφορετικές απαντήσεις.

Εκτός των παραπάνω, η συζήτηση για το συλλογικό μας σχέδιο δεν μπορεί να γίνεται με βάση την υπόθεση του τι είναι “αυτό που θέλει ο κόσμος”. Μια τέτοια προσέγγιση, εκτός της μετατροπής της τακτικής σε στρατηγική, αποφεύγει να ορίσει τις ταξικές συμμαχίες μας, αφού δεν αποσαφηνίζει σε ποιον “κόσμο” ακριβώς αναφέρεται, ενώ ταυτόχρονα παραγνωρίζει πως ο κόσμος θέλει πολλά πράγματα ταυτόχρονα και όχι ένα. Αφήνει επίσης εκτός οπτικής το γεγονός πως τα θέλω του κόσμου επηρεάζονται σημαντικά από τις πολιτικές επιλογές του πολιτικού φορέα και των ηγετών που θεωρεί συλλογικούς εκφραστές του. Τη βδομάδα του δημοψηφίσματος, αλλά και στις 12 Ιουλίου, εν μέσω μιας φοβερής συμπύκνωσης του πολιτικού χρόνου που ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση προκάλεσαν, ο κόσμος, ή τουλάχιστον ο κόσμος που μας αφορά, έδειξε να μην θέλει να υποταχτεί στο πραξικόπημα των δανειστών. Είναι διαφορετικό να εντάσσουμε τον κοινωνικό συσχετισμό στις αναλύσεις μας για να μην εκτρεπόμαστε σε βολονταριστικούς και αριστερίστικους σχεδιασμούς, από το να υποτασσόμαστε σε δημοσκοπικές προσεγγίσεις της πολιτικής που με κανένα τρόπο δεν θυμίζουν αριστερή πολιτική με συγκεκριμένη στρατηγική που περιλαμβάνει κοινωνικές μετατοπίσεις. Τέλος, είναι κωμικοτραγικό για μια αριστερή δύναμη να μην διαβλέπει την εξέλιξη των διαθέσεων του κόσμου στη βάση των μεταβολών του βιοτικού του επιπέδου, όπως έκανε διαχρονικά η Αριστερά και ειδικά ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2010 και μετά, αλλά να συζητάμε ως καφενόβιοι αναλυτές μιας φωτογραφίας της κοινωνικής στιγμής.

Διάσπαση;

Αντιμετωπίζοντας έτσι το αρχικό ερώτημα, θεωρώ ότι είμαστε αναγκασμένοι να προχωρήσουμε στην εκπόνηση και την υλοποίηση ενός σχεδίου που θα εμπλέκει το λαϊκό παράγοντα σε μια διαδικασία αποδέσμευσης της χώρας από την καταστροφική επιτροπεία. Οι παρεμβάσεις μιας σειράς συντρόφων το τελευταίο διάστημα (ενδεικτικά[2], [3], [4], [5]) κινούνται επίσης σε αυτήν την κατεύθυνση.

Παρά τις επιμέρους κριτικές και τις ευθύνες της ηγετικής ομάδας για τη μη υλοποίηση πλευρών των συνεδριακών μας αποφάσεων, είναι το συλλογικό πολιτικό μας σχέδιο που ηττήθηκε, αφού ο πυρήνας του βασίστηκε στη λανθασμένη εκτίμηση της δυνατότητας μεταρρύθμισης της ευρωζώνης με την αλλαγή των συσχετισμών σε μια οικονομικά περιφερειακή χώρα. Εφόσον λοιπόν η στρατηγική μας ήττα είναι συλλογική, οι παραδόσεις της Αριστεράς θα οδηγούσαν στο συμπέρασμα πως μπορούμε να εξετάσουμε όλοι μαζί τις δυνατότητες και τα σχέδια που μπορούμε να ακολουθήσουμε. Δυστυχώς, μετά την επιστροφή της διαπραγματευτικής ομάδας από τις Βρυξέλλες στις 13/7 βιώνουμε μια ριζικά διαφορετική κατάσταση. Ένα εξαιρετικά στενό επιτελείο δρα ως εάν να μην υπάρχει κόμμα και συλλογικές διαδικασίες. Οι συνεντεύξεις του πρωθυπουργού σε ΕΡΤ(14/7) και Κόκκινο (30/7) δείχνουν μια πλήρη απομάκρυνση από τη λογική του συναποφασίζειν και συμπράττειν της Αριστεράς, που κινείται ολοταχώς στην επιθετική επιλογή υπεράσπισης της υλοποίησης της συμφωνίας, με την παράλληλη προσπάθεια εύρεσης ρωγμών και αντισταθμιστικών μέτρων για τους αδύναμους και του χτυπήματος στη διαφθορά, κατεύθυνση που δεν προκύπτει κατά κανέναν τρόπο από καμιά συλλογική διαδικασία του ΣΥΡΙΖΑ. Την ίδια στιγμή, συγκεκριμένοι σύντροφοι βρίσκονται κάθε μέρα στα ΜΜΕ, υπερασπιζόμενοι τις κυβερνητικές επιλογές με τρόπο που θάβει στο σήμερα οποιαδήποτε εναλλακτική, περιγράφοντας ως καταστροφή την αλλαγή νομίσματος, προκαταλαμβάνοντας τις συλλογικές αποφάσεις στα νέα δεδομένα. Σύντροφοι οι οποίοι, στην καλύτερη περίπτωση, δεν σκέφτονται μακροπρόθεσμα ή αρνούνται να το πράξουν με ψυχολογικούς όρους, διαφορετικά δεν μπορεί να εξηγηθεί η βεβαιότητα των τοποθετήσεών τους. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Δ. Μάρδας, ο οποίος δεν έχει καμία αναφορά στο κόμμα μας πλην της πρωθυπουργικής επιλογής, ξεκινάει εκστρατεία ενημέρωσης εναντίον της δραχμής, και αναβαθμίζεται ενδοκυβερνητικά.

Ακόμα δυστυχέστερα, οι διαφωνούντες αφήνονται βορά στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, προσφυγή σε “ανοιχτά” (sic) συνέδρια και εσωκομματικά δημοψηφίσματα διαρρέονται μέσω non paper, όπως και “η οργή του πρωθυπουργού που εκδηλώθηκε σε συνεργάτες του για όσους καταψήφισαν το πρώτο πακέτο των προαπαιτούμενων”. Ταυτόχρονα, αποδεικνύεται με τραγικό τρόπο πως δεν γίνεται άλλα να πιστεύεις και άλλα να πράττεις. Οι υπερασπιστές της υλοποίησης της συμφωνίας και της πάση θυσία παραμονής στην κυβέρνηση, όπως και ο ίδιος ο πρωθυπουργός φαίνεται να μεταλλάσσονται ραγδαία μαζί με τη φρασεολογία τους, εκπλήσσοντάς μας διαρκώς αρνητικά στις δημόσιες παρουσίες τους.

Εάν θέλουμε λοιπόν να είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας μετά τα όσα συλλογικά και με συλλογική ευθύνη υποστήκαμε, πρέπει να το πούμε καθαρά: Η διάσπαση στο κόμμα μας είναι κατά πάσα πιθανότητα αναπόφευκτη. Τα δύο σχέδια που αποτυπώνονται ως σκέλη στο δίλημμα της πρότασης με την οποία ξεκινάει το παρόν κείμενο είναι μη συνθέσιμα, και η ηγετική ομάδα δεν επιθυμεί να τα συζητήσει. Δεν είναι τυχαία η επίθεση του πρωθυπουργού στη διαδικασία της Πολιτικής Γραμματείας στις τοποθετήσεις των μελών του οργάνου και του γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής, που στήριζαν την -έστω και μεσοπρόθεσμη- διαδικασία απεγκλωβισμού από τα μνημόνια. Επιπλέον, η εσωκομματική αντιπολίτευση βάλλεται με το ερώτημα “ποιο είναι το εναλλακτικό σχέδιο;”, ως εάν ο σχεδιασμός να αποτελεί υποχρέωση μιας τάσης, τη στιγμή που δεν έχει περιγραφεί ούτε μια ρωγμή στη συμφωνία, και τα αντισταθμιστικά μέτρα για να μην την πληρώσουν και πάλι οι φτωχοί, οι άνεργοι, οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι δεν γίνονται δεκτά. Οι διαφωνούντες δεν αντιμετωπίζονται καλόπιστα στη βάση των επιχειρημάτων τους, αλλά στο ότι “θέλανε να βγούμε από το ευρώ αύριο και χωρίς λαϊκή εντολή και ταυτίζονται με το σχέδιο Σόιμπλε”. Ταυτόχρονα, ο όρος “κόκκινη γραμμή” καταντά κενό γράμμα, όταν δεν εξηγείται ο τρόπος αντίδρασης εάν οι δανειστές περάσουν -και- αυτήν την κόκκινη γραμμή. Προφανώς εκφράζονται ακρότητες και από την πλευρά των διαφωνούντων, με όρους απαράδεκτους και εκτός πλαισίου της Αριστεράς (“πουλημένοι”, “προδότες” κλπ) που δεν συμβάλλουν με κανέναν τρόπο στην εξεύρεση λύσης, μόνο που κυρίως προέρχονται από ψηφοφόρους και όχι από μέλη ή στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.

Παρά το πολεμικό κλίμα, το αποφασισμένο πλέον συνέδριο είναι αναγκαίο να γίνει, και μάλιστα με τη συμμετοχή όλου του κόσμου του ΣΥΡΙΖΑ που συνέβαλλε στο να φτάσει ως εδώ, αλλά φέρει και τη συλλογική ήττα και συντριβή. Αφενός, είναι ο ίδιος κόσμος που έχει ίσως τη δυνατότητα να κάμψει την ηγετική αδιαλλαξία και να επιβάλλει μια συλλογική πορεία απεγκλωβισμού από το σημείο που βρισκόμαστε, όχι για να διασωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, η Αριστερά και κάποια αφηρημένη “καθαρή ιδεολογία”, αλλά για να διασωθούν από την κοινωνική καταστροφή όσους η Αριστερά θέλει να εκπροσωπεί, και ως εκ τούτου και όλα τα προηγούμενα. Αφετέρου, κανένας δεν μπορεί να προεξοφλήσει το αποτέλεσμα του συνεδρίου, εφόσον το μπλοκ των διαφωνούντων αποφασίσει να δώσει τη μάχη με όρους συνεννόησης, σοβαρότητας και οράματος για την επόμενη μέρα, και όχι εσωκομματικής αντιπολίτευσης. Με όρους νίκης δηλαδή.

Εκτός των προαναφερθέντων, οι διαπρύσιοι υποστηρικτές της υλοποίησης της συμφωνίας εγκαλούνται από το πρόσωπο του αρχηγού και την “κυβέρνηση της αριστεράς”, και επιχειρούν αυτή η έγκληση να λειτουργήσει και για την κοινωνία και για τα υπόλοιπα κομματικά μέλη. Tην ίδια στιγμή δεν υπάρχει αντίστοιχη αντίστροφη ενιαία έγκληση για όσους διαφωνούν. Πολύ περισσότερο, ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ, είναι σίγουρα πρώτα ΣΥΡΙΖΑ και μετά οτιδήποτε άλλο, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του Γ. Δραγασάκη• η πλειοψηφία δεν έχει καν μόνιμου τύπου αναφορές στα συγκροτημένα ιδεολογικά ρεύματα του ΣΥΡΙΖΑ, χρειάζονται επομένως μια διαδικασία για να συντονιστούν πολιτικά και χρονικά, μια διαδικασία που θα ψηλαφίσει τους άξονες μιας εναλλακτικής πορείας, ακόμα και αν αυτή τελικώς δεν καταστεί δυνατό να υλοποιηθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ. Τέλος, τα συνέδρια των κομμάτων της Αριστεράς, ως η ανώτατη δημοκρατική διαδικασία, αποτελούν πόλο συσπείρωσης των μελών. Εάν σκεφτούμε με τον μεσοπρόθεσμο τρόπο που περιγράφεται στο πρώτο τμήμα του κειμένου, θα αντιληφθούμε ότι το πραγματικό ερώτημα όσον αφορά το κόμμα μας δεν είναι το “διάσπαση ή ενότητα” αλλά ενδεχομένως το “διάσπαση ή διάλυση” και επομένως πρέπει να προστατεύσουμε όσο το δυνατόν περισσότερους αριστερούς από την αποστράτευση. Οι κοινωνικές συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές από αυτές στις οποίες συντελέσθηκε η προηγούμενη μαζική διάσπαση της ελληνικής Αριστεράς, και επομένως δεν έχουμε την πολυτέλεια να πάμε σπίτι μας για να σκεφτούμε, όσο και να το επιθυμούσαμε.

Για ένα σχέδιο απεγκλωβισμού, και επομένως ρήξης

Εφόσον στόχος είναι η συγκρότηση ενός πραγματικά σοβαρού και συγκροτημένου σχεδίου ρήξης, αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ούτε μιας τάσης του ΣΥΡΙΖΑ, και για αυτό είναι εκ του πονηρού οι αντίστοιχες αιτιάσεις, ούτε μιας μικρής οργάνωσης, ή μιας ομάδας ειδικών.

Το μοναδικό όχημα που η Αριστερά διαθέτει για να συντονίσει ως πολιτικό υποκείμενο μια τέτοια διαδικασία, είναι το κόμμα. Εάν αυτόν τον ρόλο δεν μπορέσει να τον διαδραματίσει ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, θα πρέπει να το διαδραματίσει ένας νέος πολιτικός φορέας. Ένα κόμμα που όμως δεν θα λειτουργεί ως πολιτικό μέτωπο αντίστασης, αλλά διεκδίκησης της κυβερνητικής και όχι μόνο εξουσίας. Αν θεωρούμε, και ορθώς, ότι στη συμφωνία δεν υπάρχουν ρωγμές και ο έλεγχος είναι ασφυκτικός, δεν μπορούμε να ελπίζουμε στη λαϊκή κινητοποίηση που δεν θα προσβλέπει και στην αλλαγή σε κεντρικοπολιτικό επίπεδο, στην αποδέσμευση δηλαδή από τα δεσμά του ασφυκτικού αυτού ελέγχου. Η εκπόνηση του σχεδίου αυτού οφείλει να βασίζεται όμως σε συγκεκριμένες παραδοχές.

Μια πρώτη σοβαρή παραδοχή είναι πως δεν μπορεί να υπάρξει εντελώς πλήρες σχέδιο το οποίο θα προετοιμαστεί σε δοκιμαστικό σωλήνα μακριά από τις κοινωνικές συνθήκες και διεργασίες και θα εφαρμοστεί με έναν μαγικό, ταχύ και αυτόματο τρόπο. Η εκπόνηση ενός τέτοιου σχεδίου δεν μπορεί να εδράζεται λοιπόν σε βεβαιότητες του προηγούμενου διαστήματος σε ένα τόσο ρευστό ευρωπαϊκό και παγκόσμιο τοπίο, και ο φορέας που θα το κληθεί να το φέρει σε πέρας, δεν μπορεί να καταφεύγει σε ευκολίες εκφώνησης. Για παράδειγμα, η αποχώρηση από την ευρωζώνη δεν μας θέτει και εκτός ιμπεριαλιστικής αλυσίδας και είναι δεδομένο ότι, αφού δεν υπάρχει ισχυρός πόλος άσκησης εναλλακτικής πολιτικής σε παγκόσμιο επίπεδο, θα είμαστε αναγκασμένοι να συνομιλήσουμε, να συμβιβαστούμε και να υποχωρήσουμε σε μια σειρά από ζητήματα ώστε να έχουμε το περιθώριο να ασκήσουμε ανεξάρτητη πολιτική εντός της χώρας. Διαδικασία που εντείνεται σε μια πιθανή παράλληλη έξοδο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενδεχομένως επίσης αναγκαία. Υπό αυτή την έννοια, η εύκολη φιλολογία για πολιτικές που θα χρηματοδοτηθούν από τα 20 δις της ΕΚΤ ή τα 35 δις που βρίσκονται στην Ελλάδα αλλά εκτός τραπεζικού συστήματος, παρότι προφανώς πηγάζουν από την καλή πρόθεση αμφισβήτησης των μονόδρομων της λιτότητας, δεν προσδίδουν εγκυρότητα και διευκολύνουν την αντίπαλη πολεμική.

Μια δεύτερη παραδοχή, ακόμα σημαντικότερη, παραδοχή είναι πως οι περισσότερες πλευρές ενός τέτοιου σχεδίου εξαρτώνται από την έκβαση των ταξικών αγώνων και την εμπλοκή του λαϊκού παράγοντα στην υλοποίησή του, και στις συγκρούσεις που θα παραχθούν κατά τη διάρκειά της. Επομένως, βασική παράμετρος του σχεδιασμού πρέπει να είναι η κινητοποίηση του κόσμου της ανεργίας, της εργασίας και της νεολαίας, με νέα όμως μεθοδολογία, ακόμα και σε διαδικασίες οιωνεί επαναστατικής υποκατάστασης κρατικών λειτουργιών εάν αυτές δεν υλοποιούνται από αντιστεκόμενα τμήματα του κρατικού μηχανισμού. Πέραν αυτού, ένα τέτοιο σχέδιο δεν μπορεί να εκπονηθεί σε συνθήκες ομαλότητας, όταν ακόμα και η άνοδος ποσοστών κόμματος με πρόταγμα που θα περιλαμβάνει την έξοδο από την Ευρωζώνη θα προκαλεί bank run και οικονομικές αναταραχές. Ο πόλεμος στον ΣΥΡΙΖΑ το προηγούμενο διάστημα και στο “Όχι” τη βδομάδα του δημοψηφίσματος, θα μοιάζει με περίπατο μπροστά σε όσα θα επακολουθήσουν.

Χρειάζεται επομένως τρομακτική κοινωνική ισχύ, γείωση και μαζικότητα -προσανατολισμό που σταδιακά εγκατέλειψε ο ΣΥΡΙΖΑ την τελευταία τριετία-, διαφορετικά δεν θα μπορεί να επιτελεί το ρόλο ενός κέντρου που θα μπορεί να απαντάει στον πόλεμο θέσεων και κινήσεων στο κράτος. Αλλά και για δύο επιπλέον λόγους: Ο πρώτος είναι για να υπηρετεί μια νέου τύπου κατανομή, διάθεση και διεύθυνση ανθρώπινων -απλό παράδειγμα η αξιοποίηση στελεχών στο κοινοβουλευτικό και κυβερνητικό έργο ή στην κοινωνική δουλειά – και οικονομικών πόρων όπως περιγράφει και σε μια σειρά παρεμβάσεων του τελευταίου διαστήματος ο Α. Καρίτζης[6]. Μια μεθοδολογία που θα επιτρέψει να γίνει πρώτα πράξη στην εκπόνηση και την υλοποίηση του σχεδίου αυτού το “χωρίς εσένα γρανάζι δεν γυρνά”. Αφού οι αστοί υλοποιούν πολιτικές σε μεγάλο βαθμό σχεδιασμένες από τα οικονομικά επιτελεία του αστισμού και των αντίστοιχων επιχειρήσεων, εμείς θα πρέπει να βάλουμε στο παιχνίδι αυτούς που πραγματικά κινούν την οικονομία, οι οποίοι διαθέτουν και τις γνώσεις και τα ταξικά αντανακλαστικά για να σχεδιάσουμε μαζί τη διαφορετική μας πορεία. Αυτό σημαίνει επίσης ότι το κέντρο σχεδιασμού και υλοποίησης ενός τέτοιου σχεδίου θα μείνει στο πολιτικό υποκείμενο στο ενδεχόμενο μιας πιθανής κυβέρνησης, αφού η πλήρης θεσμική στεγανοποίηση των υπουργείων από την κοινωνία, καθιστά έναν γειωμένο πολιτικό φορέα πολύ ικανότερο στο να γνωρίζει τα κοινωνικά προβλήματα, και επομένως να προτείνει και να σχεδιάζει τις λύσεις τους.

Ο δεύτερος, ότι η δικτύωσή του σε όλους τους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, πέραν της συνδικαλιστικής οργάνωσης και της αλλαγής στο συνδικαλιστικό κίνημα, χωρίς την οποία δεν μπορεί να σταθεί μια τέτοια προσπάθεια, θα δώσει την δυνατότητα απευθείας και εκ των έσω εποπτείας της οικονομικής διαδικασίας, αλλά και των κινήσεων του αντιπάλου. Πράγμα που πολύ αμφιβάλλω ότι διαθέτει η σημερινή -αποκομμένη από το κόμμα της- κυβέρνηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, την ώρα που στη βουλή συζητούσαν για τα αντισταθμιστικά μέτρα που θα προστατεύσουν τους ασθενέστερους από τις διευκολύνσεις στις κατασχέσεις, στα δικηγορικά γραφεία προετοιμάζονται πυρετωδώς για το κύμα πλειστηριασμών.

Μια τρίτη σοβαρή παραδοχή είναι πως η αλλαγή νομίσματος δεν είναι ο βασικός άξονας μιας εναλλακτικής πορείας, αλλά προϋπόθεση για την άσκηση των δικών μας πολιτικών, οι οποίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν μια σειρά μέτρων σκληρής ταξικής μονομέρειας, ακριβώς ώστε να μην επιβαρυνθούν τα χαμηλότερα στρώματα από την νομισματική υποτίμηση. Αν θεωρούσαμε πως η δραχμή θα έλυνε τα προβλήματά μας, δεν θα είχαμε πρόβλημα με το σχέδιο Σόιμπλε, ούτε με την εκδίωξή μας από την ευρωζώνη με τους όρους των δανειστών, κάτι που θα συνεπαγόταν και μνημόνιο και δραχμή. Σε αυτή τη διαδικασία ο συλλογικός διανοούμενος χρειάζεται να εκμεταλλευτεί και τη συσσωρευμένη πείρα και επιστημονική γνώση που συμπυκνώθηκε στην συγγραφή του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο παρέμεινε αναξιοποίητο στο μεγαλύτερο βαθμό του. Βέβαια, μια διαδικασία ρήξης επηρεάζει τις προτεραιότητες πλευρών ενός προγράμματος. Στην ενέργεια για παράδειγμα, η κάλυψη των αναγκών από την εγχώρια παραγωγή, θα πρέπει μάλλον να προηγηθεί της απεξάρτησης από το λιγνίτη. Εκτός αυτού, για να μην έχει ένα μεταβατικό πρόγραμμα τις αδυναμίες του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, θα πρέπει να μην επιχειρεί να αθροίσει κοινωνικές συμμαχίες, προσπαθώντας να ικανοποιήσει όλα τα αιτήματα ταυτόχρονα, αλλά να θέσει προτεραιότητες στη βάση της διαμόρφωσης ενός κοινωνικού μπλοκ που θα στηρίξει αυτήν την προσπάθεια, εντός του οποίου η κάλυψη των αναγκών ορισμένων κοινωνικών στρωμάτων και κατηγοριών, προηγούνται άλλων. Σε αυτή τη συζήτηση πρέπει αντικειμενικά να ενταχθεί και μια εκ βάθρων αναδιάρθρωση του δημοσίου τομέα ώστε να γίνει παραγωγικός, να μπορούν να ανακατευθύνονται πόροι από τις γραφειοκρατικές στις περισσότερο κοινωνικές λειτουργίες του, να υπόκειται σε κοινωνικό έλεγχο.

Για να υπάρχει η ελπίδα να συμβούν όλα τα παραπάνω, χρειάζεται αυτή τη φορά να μην ξεχάσουμε τις αναλύσεις μας για το κράτος και την καταστατική του διαίρεση από την κοινωνία και επομένως να δώσουμε την πρωτοκαθεδρία στο πολιτικό υποκείμενο. Να εξασφαλίσουμε την υπαγωγή όλων σε ένα συλλογικό σχέδιο, από τα πιο απλά όπως οι οικονομικές συνδρομές όσων κατέχουν δημόσια αξιώματα μέχρι τα μεγάλα όπως η λήψη των κρίσιμων αποφάσεων. Να μην ξαναεπιτρέψουμε δηλαδή στη θεσμική υλικότητα του κράτους να διαλύσει ξανά τη λειτουργία του κόμματος.

Ανασυνθέσεις στην σκιά του Όχι

Είτε καταστεί δυνατόν ο ΣΥΡΙΖΑ να αναλάβει το αναγκαίο έργο διαμόρφωσης της εναλλακτικής, έχοντας αλλάξει όμως σημαντικά η φυσιογνωμία του, είτε όχι, είναι δεδομένο ότι η διαμορφωθείσα δυναμική από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και η λαϊκή διαθεσιμότητα που διεφάνη, άνοιξε μια συζήτηση στην ευρύτερη αριστερά η οποία δεν κλείνει, παρά την μεταστροφή της πολιτικής που ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως δεν πρόκειται να κλείσει σύντομα το ξεκάθαρο ταξικό ρήγμα που άνοιξε στην ελληνική κοινωνία. Η άρση του ερωτήματος περί ευρωζώνης που συντελέστηκε και για μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, ειδικά μετά το βράδυ της 12ης Ιουλίου, ανοίγει αντικειμενικά μια σειρά ερωτημάτων που θα οδηγήσουν σε νέες συγκλίσεις και αποκλίσεις στην ευρύτερη Αριστερά.

Για να συζητήσουμε με όρους διαμόρφωσης μιας νικηφόρας στρατηγικής, δεν αρκεί να συναντηθούν οι “συνήθεις ύποπτοι” της ελληνικής Αριστεράς. Θα πρέπει καταρχάς να διασωθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι αριστεροί από τις τάσεις φυγής που αντικειμενικά παράγει η παρούσα κατάσταση, και από την απογοήτευση που θα επηρεάσει και τους μη ενταγμένους στο ΣΥΡΙΖΑ αριστερούς. Θα πρέπει να εκμεταλλευτούμε τόσο την ταξική όσο και την ηλικιακή διάσταση της απάντησης του λαού στο τελεσίγραφο των δανειστών. Φάνηκε πως όσοι αισθάνονται πως δεν έχουν τίποτα να χάσουν και όσοι θεωρούν πως έχουν μπροστά τους μια ζωή που αξίζει να προσπαθήσουν να τη ζήσουν διαφορετικά, είναι έτοιμοι να προβούν σε μεγάλες ανατροπές. Πρέπει ταυτόχρονα να εκμεταλλευτούμε και μια ακόμη διάσταση, αυτή των παραγωγικότερων τμημάτων των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα αλλά και των υψηλά ειδικευμένων ανέργων και νέων μεταναστών, που ενώ δεν θεωρούν πως η σύγκρουση με τους δανειστές είναι μια εύκολη διαδικασία, αντιλαμβάνονται πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Μια ολόκληρη γενιά με εξαιρετικά υψηλό επίπεδο ειδίκευσης αλλά και σημαντικές κοινές πολιτικές εμπειρίες την τελευταία εικοσαετία στα κινήματα της νεολαίας, από τον Αρσένη και το άρθρο 16, ως το Δεκέμβρη του ΄08, τις πλατείες και το δημοψήφισμα, όπως την περιέγραψαν γλαφυρά ο Κ. Γούσης και η Ε. Γαϊτάνου[7], φαίνεται διατεθειμένη να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Μια γενιά που επειδή ο ελληνικός καπιταλισμός δεν φαίνεται ικανός να την ενσωματώσει με αξιοπρεπείς όρους στις οικονομικές λειτουργίες του, μετατρέπεται σε έναν εξαιρετικά υπολογίσιμο αντίπαλο που γεννήθηκε από τις αντιφάσεις του. Τον κεντρικό ρόλο και τις δυνατότητες αυτής της γενιάς, λόγω και των ειδικών χαρακτηριστικών της, αναλύει προσφάτως και ο Αλέξανδρος Ζαχιώτης [8]. Ρόλο που όμως δεν μπορεί να τον διαδραματίσει μόνη της μια οργάνωση νεολαίας. Αφενός ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής, εμπλέκει αντικειμενικά ανθρώπους με επιστημονικές γνώσεις και εργασιακές και άλλες εμπειρίες σε ηλικίες μεγαλύτερες από αυτές που συμμετέχουν σε οργανώσεις νεολαίας, αφετέρου ο στόχος της κατάληψης της εξουσίας αναγκαστικά πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις ηλικιακές κατηγορίες.

Μια τέτοια δυναμική δεν μπορεί, θεωρώ, να μετατραπεί σε συλλογικό διανοούμενο αν επαναληφθούν κωλυσιεργίες του παρελθόντος, αν επιχειρηθεί να διατηρηθούν γραφειοκρατικοί μηχανισμοί που λειτουργούν και εντός του ΣΥΡΙΖΑ και απέτρεψαν μια αποτελεσματικότερη κατανομή των δυνάμεών του και εξέτρεψαν τον προσανατολισμό του από το κοινωνικό επίπεδο, ή λειτουργούσαν με όρους εσωκομματικής αντιπολίτευσης για την καταγραφή και όχι προωθητικής διαφωνίας σε κατεύθυνση συνθέσεων. Ούτε εάν ένα τέτοιο σχήμα αρκείται στο να λειτουργεί ως μέτωπο, αποτρέποντας πρακτικά τη δυνατότητα στον κόσμο του “Όχι” να ενταχθεί μαζικά στις τάξεις του και να το διαμορφώσει, αναγκασμένος να επιλέξει μια από τις συνιστώσες του για να διαδραματίσει ρόλο, σε μια επανάληψη της πρώτης οκταετίας του ΣΥΡΙΖΑ. Ένα πολυπολικό μέτωπο, εάν δεν θέλει να μετασχηματιστεί, μπορεί να διαδραματίσει ρόλο συντονιστή των αντιστάσεων, αλλά οι σημερινές συνθήκες απαιτούν μια πολύ πιο αναβαθμισμένη παρέμβαση που θα στοχεύει στην κατάληψη της εξουσίας.

Κλείνοντας, νομίζω ότι οφείλουμε να παραδεχτούμε πως υπάρχει ένα στοιχείο που η ελληνική Αριστερά το οφείλει ειδικά στον Αλέξη Τσίπρα, παρότι η Αριστερά είναι Αριστερά μόνο όταν λειτουργεί συλλογικά. Ήταν σύλληψη του Αλέξη Τσίπρα το σύνθημα για την “Κυβέρνηση της Αριστεράς”, η δήλωση δηλαδή πως μπροστά σε μια ολομέτωπη επίθεση του καπιταλισμού μέσα στην κρίση του, δεν μπορούμε να οργανωνόμαστε για να διεκδικούμε παραχωρήσεις από τον αστικό συνασπισμό εξουσίας, αλλά θα πρέπει να διεκδικήσουμε να πάρει η Αριστερά στα χέρια της τις τύχες των ανθρώπων που εκπροσωπεί. Να τολμήσουμε να αγωνιστούμε για να νικήσουμε. Και ενώ επιτύχαμε το πρώτο στάδιο αυτής της διαδικασίας, τώρα ηττόμαστε ξανά, γιατί ήττα αποτελεί η υλοποίηση του σχεδίου του αντιπάλου, είτε γιατί δεν ήμαστε έτοιμοι, είτε γιατί δεν ήμαστε αποφασισμένοι. Αυτό το στοιχείο θα πρέπει να το αξιοποιήσουμε σήμερα, απέναντι στο αρραγές μέτωπο των πολιτικών του πραξικοπήματος. Να ετοιμαστούμε και να τολμήσουμε να πάμε τη νίκη μας ως το τέλος.

πηγή: Rednotebook.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Νέα καθήκοντα. Του Τάσου Παππά

Ηρωική έξοδος και συνθηκολόγηση. Της Ρίας Καλφακάκου