πηγή:meltingpot.org, Μετάφραση: Καλλιόπη Ράπτη
Το 2026 αναμένεται να αποτελέσει ένα σημείο καμπής για τις μεταναστευτικές πολιτικές. Ωστόσο, ερχόμαστε από μια δεκαετία γεμάτη ριζικούς μετασχηματισμούς.
Η καθιέρωση των hotspot το 2015, η οποία θεσμοθέτησε τις πρακτικές της άτυπης κράτησης και της διαλογής στα σύνορα· η συστηματική σύγκρουση – που διεξάγεται από κυβερνήσεις με διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις – εναντίον των ΜΚΟ που εμπλέκονται στις επιχειρήσεις θαλάσσιας διάσωσης · τα διατάγματα ασφαλείας του 2017, του 2018 και του 2019 και η ιλιγγιώδης νομοθετική παραγωγή της παρούσας ιταλικής κυβέρνησης έχουν αναδιαμορφώσει -με μια συνολικά αρνητική διάσταση- το νομικό και πολιτικό καθεστώς της μετανάστευσης.
Ωστόσο, κανένα από αυτά τα βήματα δεν είχε το συστημικό εύρος των μεταρρυθμίσεων που θα τεθούν σε εφαρμογή το 2026.
Το Ευρωπαϊκό σύμφωνο: Ο ελέφαντας στο δωμάτιο
Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, που εγκρίθηκε οριστικά από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Απρίλιο του 2024 και πρόκειται να τεθεί σε ισχύ τον Ιούνιο του 2026, συνιστά την πιο ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση που έχει γίνει ποτέ σε σχέση με το κοινό σύστημα ασύλου. Οι εννέα κανονισμοί που το απαρτίζουν, μαζί με την Οδηγία για την υποδοχή, σκιαγραφούν ένα συνεκτικό και βαθιά ανησυχητικό πλαίσιο.
Παρά τη σημασία του, το Σύμφωνο εξακολουθεί να παραμένει στο περιθώριο του δημόσιου διαλόγου. Το χάσμα μεταξύ του αναμενόμενου αντίκτυπου που θα έχει και της ελάχιστης συζήτησης που το συνοδεύει δεν είναι απλώς μια παράπλευρη συνέπεια.
Οι λόγοι για αυτόν τον αποκλεισμό είναι πολλαπλοί. Στην Ιταλία, σε αντίθεση με άλλα κράτη μέλη, το εθνικό σχέδιο εφαρμογής δεν έχει δημοσιοποιηθεί ποτέ, θέτοντας τη μεταρρύθμιση σε μια αβεβαιότητα που αποκρύπτει το εύρος της εφαρμογής της και εμποδίζει τις διαδικασίες της ενημερωμένης κινητοποίησης. Γενικότερα, το εύρος και η ριζοσπαστική φύση του Συμφώνου έχουν μέχρι στιγμής προκαλέσει περισσότερο σύγχυση παρά ενεργοποίηση.
Ουσιαστικά, μεταξύ πολλών άλλων παραμέτρων, το Σύμφωνο ορίζει τα σύνορα ως κεντρικό μηχανισμό για τη διαχείριση της κινητικότητας. Τα σύνορα δεν είναι πλέον μόνο μια γεωγραφική τοποθεσία, αλλά ένα νομικό πλαίσιο στο οποίο συγκεντρώνονται διαδικασίες και εξουσίες.
Οι ταχείες διαδικασίες εξέτασης των αιτήσεων προστασίας θα εφαρμόζονται σε άτομα που προέρχονται από χώρες με ποσοστά αναγνώρισης, σε πρώτη φάση, κάτω του 20%. Ένα ετερογενές σύνολο που στην Ιταλία περιλαμβάνει ένα πολύ σημαντικό ποσοστό των ατόμων που φτάνουν στη χώρα. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα μια μαζική συγκέντρωση των διαδικασιών στα σύνορα, η οποία θα συνοδεύεται από εκτεταμένες μορφές περιορισμού της προσωπικής ελευθερίας και από μια πραγματική συμπίεση των εγγυήσεων.
Σε σύγκριση με την προσέγγιση των hotspot, το νέο μοντέλο σηματοδοτεί ένα ποιοτικό άλμα. Κατά την εποχή των hotspot, αναδύθηκαν χώροι επαφής -συχνά άτυποι και επισφαλείς- μεταξύ όσων βρίσκονταν εντός και εκτός των κέντρων.
Το Σύμφωνο αποσκοπεί στον συστηματικό περιορισμό και την εφαρμογή συνοπτικών διαδικασιών, που σχεδιάστηκαν για να δημιουργήσουν λειτουργική συνέχεια μεταξύ της άφιξης και του επαναπατρισμού για έναν πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων.
Αυτή η αρχιτεκτονική, αν και παρουσιάζεται ως οργανική και ορθολογική, φαίνεται ότι προορίζεται να παράγει ασταθή και δυσανάγνωστα αποτελέσματα. Είναι ένας πειθαρχικός μηχανισμός που πρέπει να αναλυθεί εις βάθος συλλογικά, αξιοποιώντας πολλαπλές γνώσεις και θέσεις.
Η μακρά σκιά της εξωτερίκευσης των κέντρων κράτησης
Στον τομέα των επαναπατρισμών, το 2026 θα μπορούσε να σηματοδοτήσει ένα περαιτέρω ποιοτικό άλμα. Ο νέος Κανονισμός των Επαναπατρισμών, ο οποίος επίσημα είναι ακόμη υπό διαπραγμάτευση αλλά βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο, παγιώνει μια πορεία προσανατολισμένη στην εξωτερίκευση της διαδικασίας του ασύλου και στις ταχύτερες απελάσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η πρόταση των return hubs. Εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε τρίτες χώρες στις οποίες μπορούν να μεταφερθούν άτομα χωρίς δεσμούς με αυτά τα κράτη, μετατοπίζοντας ολόκληρη τη διαχείριση της διαδικασίας εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η πρόσφατη θέση του Συμβουλίου της ΕΕ ενίσχυσε αυτήν την προσέγγιση, νομιμοποιώντας το μοντέλο της εξωτερικής ανάθεσης που “μετεγκαθιστά” τη νομική ευθύνη και τον ουσιαστικό έλεγχο.
Δεν πρόκειται για μια υπόθεση δευτερεύουσας σημασίας , αλλά για ένα βήμα που επηρεάζει την ίδια την εκτελεστότητα του δικαιώματος του ασύλου, εγείροντας βαθιά νομικά, ηθικά και πολιτικά ερωτήματα.
Το 2026 θα είναι επίσης καθοριστικό για το μέλλον των ιταλικών κέντρων κράτησης στην Αλβανία. Μέχρι στιγμής, το σχέδιο δεν έχει επιτύχει τους αριθμητικούς στόχους που είχε αναγγείλει και βασίζεται σε μια εύθραυστη υποδομή, η οποία ωστόσο είναι ικανή να παράγει πολιτικά αποτελέσματα που υπερβαίνουν τις προφανείς επιχειρησιακές δυσκολίες.
Η ιταλική κυβέρνηση συνεχίζει να απελαύνει τους μετανάστες από τα CPR (Centri di Permanenza per il Rimpatrio) στο κέντρο Gjader της Αλβανίας, παρά το γεγονός ότι το έργο επιβαρύνεται με δύο προσφυγές στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες αμφισβητούν σοβαρά τη νομιμότητα του συστήματος που έχει σχεδιάσει η ιταλική κυβέρνηση.
Τα δύο σχέδια – η διαπραγμάτευση του νέου κανονισμού επαναπατρισμού και το μέλλον των κέντρων κράτησης στην Αλβανία – μπορεί να διασταυρωθούν το 2026. Μια πιθανή έγκριση του νέου Κανονισμού ενδέχεται να επαναπροσδιορίσει ριζικά το νομικό προφίλ των υποδομών στην Αλβανία, μετατρέποντάς τες σε κρίκο για περαιτέρω διαδικασίες μετεγκατάστασης. Αντίθετα, μια επιβράδυνση ή διακοπή της μεταρρύθμισης θα μπορούσε να ευνοήσει στην ευκταία κατάρρευση ολόκληρου του έργου – που, σε αυτό το σημείο, θα ήταν αδιέξοδο.
Διασχίζοντας τις ρωγμές
Η σύγκλιση των μετασχηματισμών αυτού του μεγέθους δημιουργεί μια περίοδο αποπροσανατολισμού μεταξύ εκείνων που αναλύουν με κριτικά εργαλεία τη νομοθεσία και τις πολιτικές που ρυθμίζουν τη μετανάστευση. Αυτό το φαινόμενο είναι κατανοητό, αλλά δεν είναι χωρίς εναλλακτικές λύσεις.
Το Σύμφωνο, παρά την πειθαρχική του φιλοδοξία, δεν συνιστά ένα κλειστό ή απόλυτα συνεκτικό σύστημα. Η απομόνωση στα σύνορα είναι απίθανο να είναι ολοκληρωτική. Σε αυτές τις ασυνέχειες ανοίγεται ένας χώρος για παρέμβαση.
Πρέπει να εκμεταλλευτούμε τις ατέλειες του συστήματος. Να παρακολουθούμε με τρόπο ανεξάρτητο τις πρακτικές, να δημιουργήσουμε διαύλους επικοινωνίας με τους κρατούμενους, να καταγράφουμε συστηματικά τις παραβιάσεις, να πειραματιστούμε με ανανεωμένες μορφές νομικής και πολιτικής παρέμβασης, μεταξύ άλλων μέσω διεθνικών δικτύων ακτιβισμού και έρευνας.
Παρόμοιες εκτιμήσεις ισχύουν για την πιθανή ευρωπαϊκή μεταρρύθμιση σχετικά με τους επαναπατρισμούς. Οι διαπραγματεύσεις παραμένουν ανοιχτές και αφήνουν περιθώρια για πολιτική παρέμβαση. Ελλείψει αυτών, ο κίνδυνος είναι η παγίωση ενός πλαισίου που προορίζεται να διαμορφώσει τις ευρωπαϊκές πολιτικές μακροπρόθεσμα.
Ακόμα και το ζήτημα που αφορά τα κέντρα κράτησης στην Αλβανία δεν έχει τελειώσει. Η πίεση από ακτιβίστριες και ακτιβιστές, η κοινωνία των πολιτών και η νομική διαμάχη έχουν αποτρέψει, μέχρι στιγμής, την ομαλοποίηση. Το 2026, θα είναι αναγκαίο να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να αποτραπεί η σταθεροποίηση αυτών των δομών.
Μια χρονιά συγκρούσεων
Το 2026 θα σημαδευτεί από έναν βαθύ μετασχηματισμό των ευρωπαϊκών μεταναστευτικών πολιτικών. Οι ρυθμιστικοί μετασχηματισμοί, που βρίσκονται σε εξέλιξη, θα επηρεάσουν τις υλικές και νομικές συνθήκες των ανθρώπων που μετακινούνται και τις μορφές διαχείρισης της μετανάστευσης.
Η θεσμική πορεία είναι προσανατολισμένη στον περιορισμό και την εξωτερίκευση. Μέσα και ενάντια σε αυτή τη διαδικασία ανοίγει ο χώρος για την πολιτική παρέμβαση.
Κριτική έρευνα, διαρκής παρουσία στα συνοριακά περιβάλλοντα, παραγωγή και κυκλοφορία ανεξάρτητης γνώσης, οικοδόμηση κινητοποιήσεων ευρείας βάσης, και όχι αποκλειστικά αμυντικού χαρακτήρα.
Πάνω σε αυτό είναι το έδαφος θα καθοριστεί το πολιτικό νόημα του 2026.

