in ,

Το κόστος της σιωπής. Της Emilia De Rienzo

πηγή: Comune-info.net, μετάφραση: Καλλιόπη Ράπτη

Η υπόθεση Τσόμσκι- Έπσταϊν δεν είναι μια ιδιωτική υπόθεση, αλλά ένα πρόβλημα που αγγίζει την ίδια την αλήθεια της κριτικής σκέψης. Όταν ένας διανοούμενος επιλέγει τη συναναστροφή και τη σιωπή απέναντι σε ένα σύστημα διεθνικής βίας εναντίον ανηλίκων, το επιχείρημα της «γνώσης εκ των έσω» χάνει κάθε νομιμότητα.

Ο Έντουαρντ Σαΐντ, στο «Speaking Truth to Power», είναι εξαιρετικά σαφής σε αυτό το σημείο. Ο διανοούμενος, γράφει, δεν είναι κάποιος με προνομιακή πρόσβαση στους χώρους εξουσίας, αλλά κάποιος που αρνείται να γίνει insider, ακόμη και όταν αυτή η πρόσβαση υπόσχεται πληροφορίες, επιρροή ή κύρος. Η αλήθεια, για τον Σαΐντ, δεν πηγάζει από την εγγύτητα, αλλά από την κριτική απόσταση· ούτε από την ένταξη, αλλά από μια μορφή αποξένωσης που εκθέτει κάποιον στον κίνδυνο, στην απώλεια και μερικές φορές στην απομόνωση. Για αυτό ο Σαΐντ επιμένει ότι το να «λες την αλήθεια στην εξουσία» δεν είναι μια ρητορική πράξη, αλλά μια πρακτική που συνεπάγεται κόστος. Χωρίς κόστος, η αλήθεια μετατρέπεται σε ειδημοσύνη· χωρίς έκθεση, η κριτική γίνεται επάγγελμα. Ο διανοούμενος που δεν πληρώνει κανένα τίμημα για όσα γνωρίζει και όσα βλέπει, που δεν σπάει κανέναν δεσμό, που δεν παίρνει κανένα ρίσκο, έχει ήδη πάψει —σύμφωνα με τον Σαΐντ— να ασκεί το δημόσιο λειτούργημά του.

Ο Νόαμ Τσόμσκι αφιέρωσε ένα ολόκληρο έργο στην κριτική των ελίτ, των μηχανισμών κυριαρχίας, της βιομηχανίας της συναίνεσης. Ωστόσο, όταν η εξουσία εκδηλώθηκε στην πιο χυδαία μορφή της —ως ένα δίκτυο που διαπλέκει πλούτο, επιρροή και βία εναντίον των πιο ευάλωτων σωμάτων— αυτές οι αναλύσεις δεν μεταφράστηκαν σε μια δημόσια χειρονομία ρήξης. Ελλείψει αυτής της χειρονομίας, η κριτική σκέψη κινδυνεύει να συρρικνωθεί σε συμβολικό κεφάλαιο: παράγει κύρος και καριέρα, αλλά όχι υπευθυνότητα.

Ο Σαΐντ προσφέρει μια πολύ σημαντική διάκριση εδώ: ο διανοούμενος δεν είναι κάποιος που «κατανοεί» τον κόσμο καλύτερα από τους άλλους, αλλά κάποιος που επιλέγει σε ποια πλευρά θα σταθεί όταν ο κόσμος χωρίζεται στα δύο. Και υπάρχουν όρια που, μόλις ξεπεραστούν, δεν επιτρέπουν πλέον την αμφισημία. Η βία εναντίον των παιδιών δεν είναι μια δευτερεύουσα αντίφαση ούτε μια βιογραφική λεπτομέρεια. Είναι ένα απόλυτο όριο. Μπροστά σε αυτό το όριο, η έλλειψη της δημόσιας καταδίκης και της αποστασιοποίησης δεν είναι παράλειψη, αλλά επιλογή.

Η ευφυΐα χωρίς την καρδιά: ένα μη βιώσιμο ρήγμα

Η ευφυΐα δεν μπορεί να διαχωριστεί από την καρδιά. Δεν μπορούμε να πιστεύουμε ότι οι λαμπρές ιδέες διατηρούν την αλήθεια τους όταν αυτός που τις εξέφρασε τις ποδοπατά βάναυσα με τις πράξεις του, ή, χειρότερα, με την αδιαφορία του. Αυτό δεν είναι ένα μικρό ανθρώπινο λάθος, μια συγχωρητέα αδυναμία. Είναι μια συνειδητή πράξη που αγνοεί, κανονικοποιεί και αποδέχεται αυτό που έχει κάνει ο συνομιλητής.

Ο Τσόμσκι δεν όφειλε απλώς να «αποστασιοποιηθεί». Έπρεπε να καταγγείλει, να καταδικάσει, να διακόψει τη σχέση. Χωρίς αυτή την χειρονομία, οι ιδέες του δεν αποδυναμώνονται απλώς – απογοητεύουν όσους τις υποστήριξαν, επειδή αποδεικνύουν ότι αυτός που τις έγραψε δεν ήταν πρόθυμος να θυσιάσει τίποτα όταν έφτασε η στιγμή να το κάνει. Ως εκ τούτου, προκύπτει το αναπόφευκτο ερώτημα: πώς μπορεί ένας διανοούμενος που «αντιτίθεται» σε ένα σύστημα εξουσίας, που παρουσιάζεται ως κριτής της συνενοχής των άλλων, στη συνέχεια να γίνεται συνένοχος όταν αυτή η εξουσία εκδηλώνεται μπροστά στα μάτια του; Πώς μπορεί η αναλυτική σαφήνεια και η ηθική τύφλωση να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο;

Η Χάνα Άρεντ και η κοινοτοπία της συνενοχής

Η Χάνα Άρεντ μας δίδαξε ότι το κακό δεν είναι πάντα τερατώδες, ότι μπορεί να συνυπάρχει με την κανονικότητα, ακόμη και με την ευφυΐα. Αλλά μας δίδαξε, επίσης, ότι η κοινοτοπία του κακού δεν το δικαιολογεί – μάλιστα, το κάνει πιο ανησυχητικό. Ο διανοούμενος που «δεν βλέπει» τι συμβαίνει μπροστά στα μάτια του, που κανονικοποιεί το ανυπόφορο επειδή ανήκει στον στενό του κύκλο, αναπαράγει ακριβώς τον μηχανισμό της ηθικής αποστασιοποίησης που η Άρεντ ανέλυσε στους συνηθισμένους εκτελεστές του ολοκληρωτισμού.

Αυτό που προκύπτει από την υπόθεση Έπσταϊν είναι κάτι φρικτό, απάνθρωπο, πέρα ​​από κάθε ανθρώπινη κατανόηση. Και ακριβώς μπροστά σε αυτή τη φρίκη η σιωπή ενός κριτικού διανοούμενου γίνεται απαράδεκτη. Επειδή αποδεικνύει ότι η κριτική ευφυΐα δεν εγγυάται την ηθική ακεραιότητα. Κάποιος μπορεί να καταγγέλλει την εξουσία γενικά και αφηρημένα και στη συνέχεια να βολεύεται στα σαλόνια, στις ιδιωτικές συζητήσεις, στις σχέσεις που «δεν θέλει να διακόψει». Η κριτική τότε γίνεται σημάδι ταυτότητας, όχι πρακτική. Ένα διακοσμητικό στοιχείο, όχι ρίσκο.

Και όταν η επιλογή είναι ανάμεσα στην καταγγελία της βίας εναντίον των παιδιών και στη διατήρηση μιας σχέσης με την εξουσία, δεν υφίσταται καμία αμφισημία. Υφίσταται μόνο η σιωπή που καταδικάζει.

Η Σιμόν Βέιλ θα έλεγε ότι η πραγματική ενοχή δεν είναι η συναναστροφή με το κακό, αλλά το να μην νιώθεις το βάρος του ως πληγή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

BookBubble: 2666 Άγριοι Ντετέκτιβ