in

Το φαντασιακό και τα Κοινά, του Federico Battistutta

πηγή: Comune-info.net, Μετάφραση: Καλλιόπη Ράπτη

Τοιχογραφία του Felice Pignataro, που δημιουργήθηκε στο Μπάρι της Ιταλίας το 1997

Όταν κοιτάζουμε κάτι, δεν βλέπουμε μόνο σπίτια, ποτάμια, δρόμους, δέντρα, καταστήματα, αυτοκίνητα, υπολογιστές κ.λπ., παρατηρούμε, επίσης, τις σχέσεις που τα έχουν οικοδομήσει – σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, μεταξύ ανθρώπων και μη ανθρώπων. Με τη σειρά τους, αυτές οι σχέσεις δεν είναι η έκφραση απλών κοινωνικών πράξεων και συναλλαγών. Δεν έχουν την φαινομενική φυσικότητα και αμεσότητα που έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε, αλλά είναι το, μάλλον, περίπλοκο αποτέλεσμα της εφαρμογής κάτι λιγότερο προφανούς: του κοινωνικού φαντασιακού. Το φαντασιακό – ακολουθώντας τις σκέψεις του Κορνήλιου Καστοριάδη – δεν είναι κάτι επιπλέον, μια νοητική αναπαράσταση ελάχιστα σημαντική, σε γενικές γραμμές, αλλά η μήτρα κάθε κοινωνικού φαινομένου, ξεκινώντας από τους οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς, καθώς και της ίδιας της υποκειμενικότητας. Με άλλα λόγια, το φαντασιακό είναι αυτό που καθιστά δυνατή τη δημιουργία εικόνων, μορφών, συμβόλων, νοημάτων, κανόνων και θεσμών.΄ Εν ολίγοις,   αποτελεί τη βάση της δημιουργίας των κόσμων.

Αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «πραγματικότητα» είναι το αποτέλεσμα όχι μόνο των βιολογικών διεργασιών (οι αισθήσεις μας, όπως γνωρίζουμε, συλλαμβάνουν μόνο ένα ελάχιστο μέρος των φυσικών ερεθισμάτων), αλλά και της συνεχούς αλληλεπίδρασής τους με κοινωνικές διεργασίες, με τις οποίες επεξεργαζόμαστε, μέσω της γλώσσας, γνωστικούς χάρτες για να προσανατολιστούμε στον κόσμο μέσω συμβόλων και θεσμών στις διάφορες μορφές τους. Πρόκειται, τελικά, για μια επιτελεστική μηχανή μέσω της οποίας παράγεται και νομιμοποιείται ένα συγκεκριμένο ιστορικό σύστημα αναπαραστάσεων, δηλαδή ένα σύμπλεγμα λόγων και πρακτικών που επιτρέπουν σε μια κοινωνία να αποφασίσει τι είναι επιτρεπτό, αληθινό και πραγματικό.

Όταν ο Μαρκ Φίσερ, μιλώντας για τον καπιταλιστικό ρεαλισμό, έλεγε ότι ήταν ευκολότερο να φανταστεί κανείς το τέλος του κόσμου παρά το τέλος του καπιταλισμού, αυτό ακριβώς εννοούσε. Ο καπιταλισμός, ειδικά στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του, είναι το προϊόν ενός βαθιά ριζωμένου φαντασιακού, ένα είδος δεύτερου δέρματος που διαμορφώνει την αντίληψη του εαυτού και του κόσμου. Δομείται πάνω σε μια σειρά αφηρημένων αξιών – όπως το κέρδος, η αποτελεσματικότητα, η παραγωγικότητα, η ανάπτυξη, ο ανταγωνισμός – και θεσπίζεται μεταφέροντας μια ακολουθία συμβόλων, όπως το χρήμα, η λογιστική, οι οικονομικοί δείκτες, τα χρηματοοικονομικά μέσα και ούτω καθεξής. Το περίφημο μάντρα της Μάργκαρετ Θάτσερ – «Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση» – που υιοθετήθηκε αμέσως και από άλλους πολιτικούς, είχε σκοπό να το επαναλάβει, γιορτάζοντας με αυτόν τον τρόπο τον θρίαμβο του καπιταλιστικού ονείρου ως το καλύτερο από όλους τους δυνατούς κόσμους.

Κάποιοι θα θυμούνται ότι εκείνα τα χρόνια υπήρχαν και κάποιοι που κόμπαζαν για το τέλος της ιστορικής πάλης μεταξύ των πολιτικών συστημάτων και, κατά συνέπεια, για το τέλος της ιστορίας, υπαινισσόμενοι ένα λαμπρό μέλλον.Ήταν η δεκαετία του 1990, και ήταν, συνολικά, μια εποχή βραχύβιας ευφορίας, αν κοιτάξουμε σήμερα το σκηνικό των ανέμων του πολέμου που πνέουν από παντού. Γίνεται πλέον ολοφάνερη μια από τις αλήθειες που πάντα είχαμε μπροστά στα μάτια μας: η σχέση μεταξύ καπιταλισμού και πολέμου. Όχι ως περιστασιακό γεγονός ή ως ατυχές ατύχημα, αλλά ως έκφραση της ίδιας της δυναμικής με την οποία η καπιταλιστική μηχανή τείνει να αναπαράγεται, επεκτείνοντας τη λογική της μέσω συγκρούσεων για να διαμορφώσει νέες ηγεμονίες και να επαναπροσδιορίσει τις οικονομικές, πολιτικές και νομισματικές δομές σε παγκόσμιο επίπεδο.

Από την άλλη πλευρά, το κράτος που υποτίθεται ότι θα οδηγούσε την ανθρωπότητα προς το νεοφιλελεύθερο όνειρο έχει εδώ και καιρό βυθιστεί σε ένα ιλιγγιώδες δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, με ολοένα και πιο σημαντικά ετήσια ελλείμματα, εγείροντας αμφιβολίες σε παγκόσμιο επίπεδο  για τη δημοσιονομική του βιωσιμότητα. Και με έναν πληθυσμό, στο εσωτερικό του, στον οποίο είναι όλο και περισσότερο παρούσες τόσο η απόλυτη φτώχεια (αστεγία, επισιτιστική και υγειονομική ανασφάλεια) όσο και η σχετική, με τη διαδεδομένη επίγνωση μιας οπισθοδρόμησης των προσδοκιών για τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Αυτό έχει προκαλέσει μια ψυχική δυσφορία, που δεν μπορεί πλέον να ταξινομηθεί ως ατομική διαταραχή, αλλά, όπως υποστήριζε ο Μαρκ Φίσερ πάντα, αποτελεί πραγματικό συστημικό σύμπτωμα ενός κοινωνικού και πολιτικού φαινομένου.

Θρησκεία και μαγεία του Κεφαλαίου

Πιστεύω ότι λίγοι σήμερα θα αμφισβητούσαν το γεγονός ότι στην καπιταλιστική κοινωνία, η οικονομία έχει καταλάβει τη θέση  της θρησκείας. Η οικονομία έχει γίνει ένα πραγματικά ιεροποιημένο πεδίο: δεν μπορεί να αγγιχτεί ή να αμφισβητηθεί. είναι κυριολεκτικά αδιαμφισβήτητη. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν υπηρξε διορατικός από αυτή την άποψη όταν, τη δεκαετία του 1920, περιέγραφε τον καπιταλισμό ως θρησκεία. Αφού αναπτύχθηκε «παρασιτικά πάνω στον Χριστιανισμό», ο καπιταλισμός είχε πάρει τη μορφή μιας θρησκείας sui generis, ανταποκρινόμενος «στην ικανοποίηση των ίδιων αγωνιών, πόνων και ανησυχιών στις οποίες κάποτε ανταποκρίνονταν οι λεγόμενες θρησκείες». Η καπιταλιστική λατρεία, λέει ο Μπένγιαμιν, δεν γνωρίζει ανάπαυλα, δεν προβλέπει ημέρες ανάπαυσης, ούτε καμία διακοπή, καθώς το σύνολο του χρόνου της ζωής εμπλέκεται στην αξιοποίηση του κεφαλαίου. Κατά συνέπεια, είναι μια λατρεία που δεν γνωρίζει λύτρωση, διότι δεν εγγυάται την ανταμοιβη, αλλά την καθυστερεί συνεχώς μέσα στην αλυσίδα παραγωγής-κατανάλωσης, δημιουργώντας έτσι απογοήτευση και μια συνθήκη μόνιμης ενοχής, χωρίς ελπίδα λύτρωσης.

Με άλλα λόγια: ο καπιταλισμός δεν μπορεί να σταματήσει την επέκτασή του, αλλιώς θα οδηγηθεί στην καταστροφή, αλλά πρέπει να είναι σε θέση να παράγει περισσότερο κεφάλαιο μέσω της συνεχούς αποικιοποίησης και εμπορευματοποίησης του χρόνου και του χώρου, με όλα όσα αυτό συνεπάγεται.

Πιο πρόσφατα, η Ιζαμπέλ Στένγκερς —ήταν τα χρόνια του ΠΟΕ (Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου) στο Σιάτλ και της G8 στη Γένοβα— μίλησε για τον καπιταλισμό ως μαγεία. Δεν πρόκειται για μεταφορά (όπως δεν ήταν ούτε για τον Μπένγιαμιν), αλλά για μια χειρουργική περιγραφή της λειτουργίας  του νεοφιλελεύθερου μοντέλου.

Ο καπιταλισμός δεν λειτουργεί ως ορθολογικό σύστημα, αλλά ως μαγική μηχανή σύλληψης και, όπως οι μαγικές πρακτικές, κινείται «εξ αποστάσεως», χωρίς εμφανή άμεση βία, ωστόσο είναι διάχυτος, μεταμορφώνει αργά τις επιθυμίες, τα συναισθήματα και τις προσδοκίες. Η λογική του λειτουργεί επειδή μαγεύει και εγκλωβίζει, καταφέρνοντας να διεισδύσει στο φαντασιακό, αλλοιώνοντας με αυτόν τον τρόπο την αντίληψη του εφικτού, δημιουργώντας εξάρτηση και πείθοντας ότι δεν υπάρχουν βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις. Εάν πίσω από το σκεπτικό της νεοφιλελεύθερης αφήγησης κρύβεται ένα φαντασιακό το οποίο έχει δημιουργήσει μια θρησκεία που ενοχοποιεί και μια μαγεία που προκαλεί αναστάτωση, υπάρχει πραγματικά η ανάγκη για μια πρακτική που να λαμβάνει υπόψη την αποαποικιοποίηση αυτού του κοινωνικού φαντασιακού προκειμένου να παράγει ένα διαφορετικό σύστημα συμβόλων ως ορίζοντα αναφοράς.

Μεταξύ μύθου και πνευματικότητας

Αντιμέτωποι με τη νεοφιλελεύθερη κοσμολογία—η οποία απομονώνει τις υποκειμενικότητες για χάρη της αυτο-επιχειρηματικότητας, διαλύοντας κάθε μορφή συλλογικής φροντίδας, καταστρέφοντας την τελετουργική διάσταση που συνοδεύει την κοινωνική ζωή – η συζήτηση που διεξάγεται εδώ και καιρό για τα Κοινά (common, commoning, commonwealth …) τοποθετείται στην προοπτική της οικοδόμησης ενός νέου φαντασιακού, καθώς ο ορίζοντας είναι η ολότητα της ζωής, η ανασύσταση του κοινωνικού και μοναδικού ανθρώπινου όντος μέσα στο οικολογικό σύστημα στο οποίο ζούμε, σε ρήξη με μια αναγωγιστική ανθρωπολογία, που λειτουργεί για την αναπαραγωγή του σχήματος- εργασία και του σχήματος-κράτος.

Ακόμα και σε μια φάση που σίγουρα δεν είναι τόσο επιθετική όπως αυτή, στην οποία τα κοινά διαμορφώνονται κυρίως ως καταφύγιο, ως κιβωτός επιβίωσης – όπως την αποκαλεί ο Raúl Zibechi – για να πλεύσει και να επιπλεύσει μέσα στην καταιγίδα, ο προσανατολισμός απαιτεί ενεργητική διεύρυνση του βλέμματος, προς τα σώματα, τα συναισθήματα, τη φροντίδα, τις σχέσεις, τα εδάφη, τον χρόνο, τις γλώσσες, τη φαντασία. Επιπλέον, δεν μπορεί να περιοριστεί στην ανθρώπινη σφαίρα, πρέπει, αντ’ αυτού, να επικαλεστεί την  σχεσιακή οντολογία στην οποία η ζωή είναι πάντα ζωή-με. Με τη γη, με το νερό, με τα μη ανθρώπινα ζώα, με τους εποχιακούς  κύκλους και τους κοσμικούς ρυθμούς, με το μυστήριο της ζωής που συντηρεί τη ζωή.

Όλα αυτά υπονοούν ένα κοινωνικό φαντασιακό ικανό να υπερβεί την υλικο/πνευματική διχοτομία με τους -ισμούς που προκύπτουν από αυτήν (υλισμός  vs. πνευματικότητας), ενσωματώνοντας -όπως υποστηρίζει και η Ana Cecilia Dinerstein- το πνευματικό και το μυθικό στη νέα απελευθερωτική πρόθεση, όχι ως δόγματα ή αφηρημένες αρχές, αλλά ως εργαλεία που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για να διατηρηθεί ο ορίζοντας ανοιχτός, αφηγήσεις που ζεσταίνουν, καθιστώντας το άγνωστο κατοικήσιμο, ενώ ταυτόχρονα το απομακρύνουν από κάθε προσπάθεια κανονικοποίησης.

Και αυτό ακριβώς σκέφτηκαν οι Ζαπατίστας στο semillero που πραγματοποιήθηκε στα τέλη Δεκεμβρίου, τονίζοντας την ανάγκη για μια βαθιά εσωτερική μεταμόρφωση ως προϋπόθεση για την οικοδόμηση των Κοινών (común).  Αν κοιτάξουμε προσεκτικά στην Τσιάπας βλέπουμε να εκφράζεται μια άρρητη, ευρέως διαδεδομένη πνευματικότητα, ενσωματωμένη στον  τρόπο ζωής, σκέψης, αφήγησης και λήψης αποφάσεων. Παρουσιάζεται ως μια έμφυτη κοσμική ηθική, όπου η γη είναι ζωντανή και είναι σχέση, όπου το ανθρώπινο είναι συνεξαρτώμενο από το μη ανθρώπινο. Εδώ, η πνευματικότητα και ο μύθος δεν είναι αρχαϊκά κατάλοιπα, ούτε μια περιττή προσθήκη, αλλά ένα αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής του φαντασιακού. Αν η νεοφιλελεύθερη ιερότητα υπαγορεύει ταχύτητα, παραγωγικότητα, επείγουσα ανάγκη, ανταγωνισμό και ατελείωτη ανάπτυξη, η ζαπατίστικη κοσμοθεωρία αντιπαραθέτει τη βραδύτητα, τη φροντίδα, τη συνεργασία, την αναμονή και την κυκλικότητα. Με άλλα λόγια, μια τροπικότητα που είναι ταυτόχρονα μια μορφή πολιτικής και πνευματικής αντίστασης.

Ρωτώντας περπατάμε

Η αναφορά στην Τσιάπας και τον ζαπατισμό σταματά εδώ, δεν θέλουμε να υπερθεματίσουμε, έχουμε επίγνωση ότι κατοικούμε σε άλλα γεωγραφικά πλάτη με καταστάσεις έκτακτης ανάγκης που εκφράζονται διαφορετικά. Άλλωστε, η αναφορά αυτή αφορά μια μέθοδο που πρέπει να δοκιμαστεί, όχι ένα μοντέλο με το οποίο πρέπει να συμμορφωθούμε.

Το ίδιο το μότο “preguntando caminamos” (ρωτώντας περπατάμε), συμπίπτει λέξη προς λέξη, με την ιδέα της πρακτικής ως ερευνητικής διαδικασίας και όχι ως απλής εφαρμογής ενός προγράμματος. Πώς, λοιπόν, μπορούμε να αρθρώσουμε στην πράξη ένα ριζικά εναλλακτικό κοινωνικό φαντασιακό στον δικό μας Πρώτο Κόσμο, σε αυτήν την (ολοένα και πιο γερασμένη) Γηραιά Ήπειρο, και ιδιαίτερα σε εκείνη τη μικρή γωνιά, όπου μιλιέται  ιταλική γλώσσα, και που τώρα βρίσκεται όλο και περισσότερο στο περιθώριο της αυτοκρατορίας;

Πώς μπορούμε να ανοίξουμε και να διευρύνουμε και εδώ τις ρωγμές στον καπιταλιστικό ρεαλισμό; Πώς μπορούμε να αναγνωρίσουμε και να ενισχύσουμε αυτά τα θραύσματα των Κοινών που ήδη αναδύονται κάτω από την επιφάνεια του υπάρχοντος; Πού φωλιάζουν σήμερα οι μορφές της κοινωνικής συνεργασίας, της φροντίδας και των μη ανταγωνιστικών και μη εξορυκτικών σχέσεων; Πώς μπορούμε να τις εντοπίσουμε και να τις συνδέσουμε; Ποιες εμπειρίες -συχνά αόρατες ή περιθωριοποιημένες- παράγουν ήδη μια άλλη κατανομή του αισθητού, μια άλλη αντίληψη του χρόνου, ένα άλλο λεξιλόγιο του εφικτού και του ανέφικτου;

Το πρόβλημα δεν είναι να δημιουργήσουμε κάτι ex novo, αλλά να μάθουμε να βλέπουμε αυτό που συμβαίνει ήδη στο περιθώριο: στα δίκτυα της διαμαρτυρίας, της σύγκρουσης και της αλληλεγγύης, στις οικονομίες της αμοιβαιότητας, στις  μορφές της αλληλοβοήθειας, στις αγροοικολογικές πρακτικές, στις μικρές κοινότητες που παράγουν νόημα και στις τελετουργίες (κοσμικές και πνευματικές) που ανταποκρίνονται στην ανάγκη του ανήκειν χωρίς να επιστρέφουν στους ταυτοτισμούς.

Τι είδους προσωπική μεταμόρφωση απαιτεί, από τον καθένα μας, η δυνατότητα των Κοινών; Ποιες χειρονομίες, ποιες αφηγήσεις, ποιες μορφές προσοχής επιτρέπουν σε αυτές τις εμπειρίες να μην απορροφηθούν από τον καπιταλιστικό ρεαλισμό; Το θέμα δεν είναι να σχεδιάσουμε ένα πρόγραμμα επί χάρτου, ούτε να περιμένουμε παθητικά τις ιδανικές συνθήκες, αλλά να προσπαθήσουμε, μάλλον,  να μεταμορφώσουμε αυτόν τον κόσμο μεταμορφώνοντας τους εαυτούς μας. Να μάθουμε πώς να διαβάζουμε και να υποστηρίζουμε τις δυναμικές που ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη, προσφέροντας καταφύγιο σε ό,τι γεννιέται εύθραυστο, θρέφοντας ό,τι χρειάζεται χρόνο για να αναπτυχθεί. Με λίγα λόγια, να αντιμετωπίσουμε από κοινού την καταιγίδα που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Υπό αυτήν την έννοια, το φαντασιακό είναι μια πρακτική που πρέπει να καλλιεργηθεί, μια αργή εργασία επανακατοίκησης του κόσμου, μια καθημερινή άσκηση για να γίνει ορατό αυτό που σημερα φαίνεται αδύνατο. Και τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά, και ίσως είναι καλό που παραμένουν ανοιχτά, επειδή το φαντασιακό και τα Κοινά δεν μπορούν να περιοριστούν σε φόρμουλες, επειδή το ίδιο το ταξίδι είναι μια συνεχής διαδικασία μάθησης, κατασκευής και επιδιόρθωσης.

πηγή: https://comune-info.net

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινή δήλωση φοιτητών ακτιβιστών από τα πανεπιστήμια της Τεχεράνης, Shahid Beheshti, Allameh Tabataba’i, Iran University of Science and Technology και Tarbiat Modares, σε αλληλεγγύη με τις πανεθνικές διαμαρτυρίες