Η ανάγκη για δωρεάν νομική βοήθεια αποτελεί μία πραγματικότητα για χιλιάδες πολίτες σε όλη τη χώρα. Μία πραγματικότητα που γιγαντώθηκε τα χρόνια της κρίσης καθώς τείνει να μετατραπεί τελικά στο ίδιο το μέσο πρόσβασης στη δικαιοσύνη.
Στη Θεσσαλονίκη ένα πρωτοποριακό πρόγραμμα η ΣΥΜ-ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ που υλοποιείται από την Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Nέων ΑΡΣΙΣ με τη χρηματοδότηση του Αλληλεγγύη SolidarityNow ξεκίνησε τη δράση του τέλη του 2013 εντός του Κέντρου Αλληλεγγύης με στόχο την παροχή νομικής συμπαράστασης και κοινωνικής αρωγής σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες.
Άνθρωποι που σταδιακά λόγω της οικονομικής κρίσης οδηγήθηκαν σε δυσμενή κοινωνική θέση, χάνοντας κοινωνικές παροχές, δικαιώματα και υπηρεσίες που έμειναν άνεργοι, που είναι υπερχρεωμένοι και αποκλεισμένοι από την κοινωνική ασφάλιση αλλά και που παραδοσιακά ανήκουν στις ευπαθείς κοινωνικά ομάδες όπως οι μετανάστες είναι κατα βάση εκείνοι που ζήτησαν την συνδρομή των υπηρεσιών του προγράμματος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στον απολογισμό για τα δύο χρόνια λειτουργίας του προγράμματος το 2015 αυξήθηκε ελαφρώς το ποσοστό των αλλοδαπών σε σχέση με τους Έλληνες που ζήτησαν την υποστήριξη της ΣΥΜ-ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ, σταθερά πάνω από τους μισούς ήταν ανασφάλιστοι και άνεργοι, αυξήθηκε το ποσοστό των δικαστικών ενεργειών ενώ ταυτόχρονα δόθηκε μεγαλύτερο βάρος στη διαμεσολάβηση.
Οι δικηγόροι της ΣΥΜ-ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ το 2015 αντιμετώπισαν υποθέσεις αλλοδαπών σχετικές με προστασία από επιστροφή/επαναπροώθηση, δικαίωμα πρόσβασης στο άσυλο, προστασία ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής, υποθέσεις αλλοδαπών θυμάτων παιδικής εκμετάλλευσης, υποθέσεις με αίτημα την ίδια την κατοχύρωση του δικαιώματος έννομης προστασίας, όχι μόνο υπό τη μορφή της δικαστικής εκπροσώπησης, αλλά και εκείνη του δικαιώματος στη νομική συνδρομή, την πρόσβαση σε συνήγορο.
Επιπλέον κλήθηκαν να συνδράμουν στην προστασία από άκυρη απόλυση, το δικαίωμα στο μισθό, την κατοχύρωση εργασιακών δικαιωμάτων, την πρόσβαση σε κοινωνικά δικαιώματα όπως η κοινωνική ασφάλιση και η πρόνοια και στη προστασία θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας και των δικαιωμάτων του παιδιού και της παιδικής ηλικίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία το 2014 η ΣΥΜ-ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ συνέδραμε σε 850 άτομα. Από το σύνολο των ωφελούμενων οι μισοί περίπου ήταν Έλληνες, η συντριπτική πλειονότητα ήταν ανασφάλιστο και άνεργοι, μόνο λίγοι παραπάνω από 50 άτομα εξ’ αυτών δήλωσαν συνταξιούχοι ή είχαν πενιχρά εισοδήματα.
Στις 1000 υποθέσεις που χειρίστηκε η ΣΥΜ-ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ το 2014 περίπου οι μισές ήταν υποθέσεις δικαίου αλλοδαπών ενώ ακολουθούν υποθέσεις οικογενειακού, ποινικού δικαίου και δικαίου κοινωνικής ασφάλισης/πρόνοιας καθώς και υπερχρεωμένα νοικοκυριά και γενικότερα υποθέσεις προστασίας της στέγης, κυρίως με μισθωτικές διαφορές.
Μάλιστα από αυτές το 7% κατέληξαν σε δικαστική ενέργεια, το 15% περίπου ενείχαν ενέργειες διαμεσολάβησης και εκπροσώπησης ενώπιον αρχών, περί το 60-70% περαιώθηκε με νομική συμβουλή ενώ το 8% μόνο κατέληξε σε παραπομπή σε άλλο φορέα, ή την κρατική νομική βοήθεια.
“Η ισότιμη πρόσβαση στη δικαιοσύνη είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα”
Πρόκειται για ένα πρωτοποριακό πρόγραμμα για τη χώρας μας, υπογράμμισε κατά τον απολογισμό του προγράμματος στο Δημαρχείο της Θεσσαλονίκης η Αγγελική Νικολοπούλου, δικηγόρος και μέλος της Νομικής Υπηρεσίας “Συμ- Παράσταση” δεδομένου ότι όμοιο πρόγραμμα δεν είχε μέχρι τότε υλοποιηθεί στην Ελλάδα.
Η κ. Νικολοπούλου υπογράμμισε πως στόχος του προγράμματος είναι η πρόσβαση στη δικαιοσύνη να καταστεί πραγματική κι αποτελεσματική για όσους το έχουν ανάγκη, εκπροσωπώντας δικαστικά τους ωφελούμενους σε αρκετές περιπτώσεις.
Επιπλέον αναφέρθηκε στη συσσώρευση εμπειριών και στον εντοπισμό προβληματικών από την ομάδα του προγράμματος όπως το γεγονός ότι υπάρχουν θέματα στα οποία το νομοθετικό πλαίσιο δεν εφαρμόζεται ορθά από τη διοίκηση ή/και ιδιωτικούς φορείς και πρέπει να διορθωθούν αλλά συνολικά, ώστε η ωφέλεια να έρθει για αόριστο αριθμό προσώπων.
«Υπάρχουν και θέματα στα οποία το νομοθετικό πλαίσιο δεν είναι επαρκές -ή δεν είναι επαρκές πλέον- για να τα καλύψει, είτε απλά λείπει», πρόσθεσε.
Η κ. Νικολοπούλου εκτίμησε ότι η επιτυχία του προγράμματος, «που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπέρασε ακόμα και τις προσδοκίες μας, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται από τους αριθμούς ωφελούμενων-υποθέσεων (ποσοτικό κριτήριο) και τις επιτυχημένες παρεμβάσεις μας (ποιοτικό κριτήριο) καταδεικνύει ουσιαστικά την ανεπάρκεια του υπάρχοντος συστήματος».
«Ο κυριότερος λόγος που συμβαίνει αυτό είναι διότι η νομική βοήθεια που παρέχεται από τους κρατικούς φορείς αρχίζει και τελειώνει στην εκπροσώπηση στο δικαστήριο, ιδίως σε ποινικές δίκες. Παραγνωρίζεται έτσι συστηματικά και συστημικά η σημασία της συμβουλευτικής δικηγορίας και της δικηγορικής διαμεσολάβησης. Και αυτό επιφέρει συνέπειες όχι μόνο στο δικαίωμα πρόσβασης των αδυνάμων στη δικαιοσύνη αλλά και στη χρηστή διοίκηση», πρόσθεσε.
«Μια υπηρεσία νομικής βοήθειας που θα είχε δυνατότητα να προωθεί διαμεσολαβητικές λύσεις στα προβλήματα του κόσμου θα σήμαινε και αποφόρτιση των δικαστηρίων και των υπηρεσιών, δεδομένου ότι δεν θα πήγαινε ο καθένας σε 15 γραφεία να ρωτάει όλους τους υπαλλήλους και να κάνει αλλεπάλληλες αιτήσεις και δικαστικές ενέργειες στο κενό», τόνισε και υπογράμμισε πως είναι καιρός λοιπόν η πολιτεία αλλά και οι δικηγορικοί σύλλογοι να ξεφύγουν από το παρωχημένο σύστημα που εφαρμόζεται σήμερα και να παρέμβουν ουσιαστικά γιατί όπως ανέφερε «η ισότιμη πρόσβαση στη δικαιοσύνη δεν είναι ούτε πολυτέλεια ούτε πάρεργο. Είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα».
Το πρόβλημα του κόστους ως πραγματικό εμπόδιο πρόσβασης στη δικαιοσύνη
Το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, μολονότι μοιάζει, δεν είναι κοινωνικό αλλά ατομικό δικαίωμα, υποστήριξε από τη πλευρά του ο Ακρίτας Καϊδατζής, Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Τμήμα Νομικής ΑΠΘ.
Πρόσθεσε δε πως “το ατομικό δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη είναι ένα ταξικό –ή, πάντως, ταξικά επικαθορισμένο– δικαίωμα”.
Ο κ. Καϊδατζής ανέλυσε τον τρόπο μέσα από τον οποίο τα διάφορα εμπόδια, δηλαδή περιορισμοί, που τίθενται για την πρόσβαση στη δικαιοσύνη λειτουργούν τελικά αποτρεπτικά.
“Τυπικά, εξακολουθείς να έχεις το δικαίωμα πρόσβασης. Ουσιαστικά, όμως, δυσκολεύεσαι να το ασκήσεις”, πρόσθεσε.
Για παράδειγμα εξήγησε πως αν το συνολικό κόστος μίας δίκης (τέλη, παράβολα, αμοιβή δικηγόρου, δικαστική δαπάνη, μετακινήσεις κλπ.) είναι, 1.500 ευρώ, είναι προφανές ότι τελείως διαφορετικό αποτρεπτικό αποτέλεσμα έχει το κόστος αυτό για έναν πλούσιο επιχειρηματία ή για έναν χαμηλοσυνταξιούχο.
“Το –αντικειμενικό, δεδομένο και ίδιο για όλους– κόστος της δίκης λειτουργεί τελείως υποκειμενικά, ανάλογα με την οικονομική και κοινωνική δυνατότητα του καθενός”, υπογράμμισε και πρόσθεσε πως “όσον αφορά τη δικαιοσύνη, έχουμε άνιση πρόσβαση, εξαιτίας της διαφορικής οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης του καθενός”.
“Εάν μας ενδιαφέρει πραγματικά η ισότιμη και καθολική προστασία του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη, νομίζω πως ο νόμος θα πρέπει να δώσει την ευρύτερη δυνατή ευελιξία στο δικαστή, να αναπροσαρμόζει (δηλαδή να μειώνει) τα κόστη της δίκης (παράβολα, ένσημα, δαπάνες κλπ.), όταν κρίνει ότι αυτά μπορεί να λειτουργούν αποτρεπτικά”, επεσήμανε.
Κατερίνα Μπακιρτζή
Φωτογραφία: REUTERS/ YANNIS BEHRAKIS
