Θα στα πω σκόρπια, όπως τα θυμάμαι και όπως μου έρχονται. Δεν μπορώ να πω πως οι φράουλες ήταν ποτέ το… φλιτζάνι του τσαγιού μου, που λένε και οι φίλοι μας οι Άγγλοι. Πάντα μου φαινόταν ξινές και άγευστες και η θεια μου για να τις φάω, όταν ήμουν σπόρος, τις έκοβε και τις έβαζε σε ένα τάπερ με ζάχαρη και κονιάκ. Τις λέγαμε «τα φράουλα» για να τις ξεχωρίσουμε από τις σκέτες/νέτες φράουλες. Θυμάμαι πως πολύ συζήτηση για τις φράουλες έγινε την άνοιξη του 1986, μετά που έσκασε το Τσερνομπίλ, με τις πορείες, τα χυμένα γάλατα, κάτι μοτοσικλετιστές της αστυνομίας φλαμπέ στην Ομόνοια και την Πασοκάρα να λέει ότι δεν τρέχει τίποτα και πως όλα είναι διαδώσεις του ιμπεριαλισμού. Τότε λοιπόν βγήκε βρώμα πως οι φράουλες είχαν «χτυπηθεί» περισσότερο από κάθε άλλο φρούτο και λαχανικό και το ΚΚΕ για να αντιμετωπίσει την προπαγάνδα των εχθρών του λαού είχε κατεβάσει κομματική οδηγία όλοι οι καλοί κομουνιστές να τρώνε φράουλες. Κορυφαία στιγμή στον αγώνα του Κόμματος υπέρ των φραουλών ήταν ο γάμος της Δαμανάκη με τον Δανίκα – για τους μικρούς σε ηλικία αναγνώστες του alterthess να θυμίσουμε πως η Δαμανάκη ήταν κάποτε κορυφαίο στέλεχος του Κόμματος – όπου έκοψαν μία τεράστια τούρτα με φράουλες! Μετά από μερικά χρόνια την έπιασαν, τη Δαμανάκη, κάτι πονοκέφαλοι αλλά οι ειδικοί στα κουτσομπολιά της Αριστεράς αποφάνθηκαν πως δεν είχαν να κάνουν, οι πονοκέφαλοι, με τις ραδιενεργές φράουλες, αλλά με τον πρώτο της γάμο με τον Καραγκουλέ. Τι να πεις, τα πράγματα κινούνται με μυστήριους τρόπους.
Η επίθεση των τσιφλικάδων, με όπλα, κατά των απλήρωτων μεταναστών/εργατών γης στη Μανωλάδα, έφερε και αυτή την άνοιξη, χωρίς κάποιο πυρηνικό ατύχημα, πρώτο θέμα στις συζητήσεις τις φράουλες. Τις ματωμένες φράουλες, όπως γράφουν και λένε πολλοί φίλοι και γνωστοί, άνθρωποι αλληλέγγυοι και συμπονετικοί. Κάποιοι από αυτούς, νομίζω αρκετά σωστά, την λένε στους υπόλοιπους ότι θυμήθηκαν τώρα τη Μανωλάδα, μετά τους πυροβολισμούς, και κάνουν σαν να μην ήξεραν τίποτα για μία ιστορία που είναι γνωστή εδώ και αρκετά χρόνια, γνωστή μάλιστα με όλες τις λεπτομέρειες και τις πτυχές της. Και για να κάνουμε μία μεγάλη ιστορία μικρή: Πάνω στα χαλάσματα του αγροτικού τομέα και την εποχή της αποσύνδεσης της παραγωγής από τις κοινοτικές επιδοτήσεις, στη «μεσοδυτική» Ελλάδα ξεκίνησε μία πολύ δυναμική κατάσταση με την εκμετάλλευση μεγάλων εκτάσεων, πολύ μεγάλων εκτάσεων λέμε, για την παραγωγή φράουλας. Καθώς μέσα σε λίγα χρόνια αυτές οι εκμεταλλεύσεις από το τόσο πήγαν στο τόσο επί δέκα και σε εκτάσεις και σε σοδειές σήμερα οι ανάγκες για χέρια – οι φράουλες μαζεύονται με τα χέρια και αυτό καρντάση έχει μεγάλη σημασία – είναι τεράστιες. Στην ευρύτερη περιοχή δουλεύουν περίπου 6500 εργάτες γης, όλοι μετανάστες, όλοι χωρίς χαρτιά, όλοι με 20 ευρώ μεροκάματο, όλοι για μήνες ζούνε σε συνθήκες που δεν τις βλέπουμε ούτε στους εφιάλτες μας και όλοι πάνε και έρχονται με τη «βοήθεια» κυκλωμάτων που κινούνται στα όρια των δουλεμπορικών. Το βασικό σε αυτή την ιστορία δεν είναι πως αυτοί οι εργάτες γης δεν πληρώνονται τα νόμιμα – γιατί τα «νόμιμα» είναι τα αστρονομικά 581 ευρώ το μήνα – αλλά ότι αυτή η εκμετάλλευση έχει «νόημα» με τον τρόπο που γίνεται, δηλαδή με χιλιάδες χέρια ανθρώπων που είναι διευθετημένοι να ζήσουν το μισό χρόνο στην κόλαση για να μπορέσουν να θρέψουν, για όλο το χρόνο, πάρα πολλά στόματα. Η βελτίωση των μισθών, η «ρύθμιση» των εργασιακών σχέσεων, οι άδειες παραμονής και οι ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης για τους εργάτες γης στη Μανωλάδα, τα πράγματα δηλαδή για τα οποία γράφουν και λένε τόσες μέρες φίλοι και γνωστοί, θα τίναζαν στον αέρα το «νόημα» αυτής της εκμετάλλευσης, ακριβώς γιατί είναι μία εκμετάλλευση που υπάρχει ως «σύνολο», ως αυτό που είναι χωρίς να επιδέχεται αλλαγές προς το ανθρώπινο.
Η γιαγιά μου, από τον πατέρα μου, ήρθε στην Ελλάδα από τον Πόντο. Όλη η οικογένεια της βρέθηκε σε ένα χωριό έξω από το Κιλκίς να δουλεύει στα καπνοχώραφα. Από τότε που ήμουν σπόρος και έτρωγα στην κουζίνα της τα «φράουλα», μου έλεγε πως όσες ώρες είχε φως τους είχανε στα χωράφια και όσες ώρες είχε νύχτα ξάπλωναν σε ένα γκρέμι και κλαίγανε για το κακό που τους είχε βρει. Νομίζω πως στον κόσμο που θέλουμε – στον κόσμο που θέλουμε να φτιάξουμε, λέω εγώ, γιατί δεν ξέρω εάν αυτός ο κόσμος που ζούμε επιδέχεται αλλαγές προς το ανθρώπινο – δεν θα υπάρχουν άνθρωποι που θα κλαίνε για το κακό που τους έχει βρει. Θα έχει φράουλες, αλλά οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις θα είναι μικρές. Θα έχει… χέρια, εποχικούς εργάτες γης, ντόπιους και μετανάστες, που θα παίρνουν ένα καλό «δανέζικο» μεροκάματο και όταν τελειώνει η δουλειά θα μαζεύονται στα ανθρώπινα καταλύματα τους θα παίζουν κιθάρες, θα τραγουδάνε, θα ερωτεύονται, θα κάνουν φίλους, θα λένε για το πόσο (ελπίζω) εντάξει άνθρωποι είναι οι υπουργοί της εναλλακτικής διακυβέρνησης, όπου θα κυβερνάει ο λαός και η κυβέρνηση θα τον υπακούει. Θα με πεις… προσδοκίες, όνειρα εξωπραγματικά και το θέμα είναι σήμερα τι θα γίνει με αυτούς τους ανθρώπους που πάνε να ζήσουν και να δουλέψουν στην κόλαση της Μανωλάδας για να ταΐσουν ένα σωρό στόματα. Θα σε πω πως αν δεν αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε την κόλαση ως ένα μέρος όπου δεν αξίζει να πηγαίνει κανένας καλός άνθρωπος τότε θα μείνουμε κολλημένοι σε αυτό που υπάρχει σήμερα, σε αυτό που υπάρχει ως «σύνολο».
Υ.Γ. Σε λίγες μέρες είναι η Πρωτομαγιά. Αλλάζουμε την ιστορία από έναν βαρετό εργατικό επιτάφιο σε μία μεγάλη κεφάτη, γεμάτη από οργή και αγάπη, κινητοποίηση ενάντια στην ιδιωτικοποίηση της ΕΥΑΘ;