Την περασμένη Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου, ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Γιάννης Μπουτάρης, σε δηλώσεις του για τις κινητοποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν με αφορμή την 3η Ελληνογερμανική Συνέλευση(;) τόνισε πως: «Είναι οι τελευταίο σπασμοί ενός συστήματος που πεθαίνει. Πρέπει να το σκοτώσουμε κι άλλο». Τ’ ότι ο Μπουτάρης ως ακραία νεοφιλελεύθερος είναι και ακροδεξιός είναι κάτι δεδομένο. Άλλωστε σε διάφορες φάσεις και δηλώσεις του δεν έχει κρύψει το πόσο αναπολεί διάφορα πράγματα που συνέβαιναν επί χούντας, αλλά το θέμα δεν είναι εκεί. Το θέμα είναι για ποιο σύστημα μιλάει ο Μπουτάρης. Ποιο είναι το σύστημα που έχει τους τελευταίους του σπασμούς. Ποιο είναι το «πράγμα» που θα πρέπει να σκοτωθεί και άλλο. Προφανώς ο Μπουτάρης μιλάει για τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων ενάντια στις απολύσεις και τις ιδιωτικοποιήσεις. Μιλάει για τον κόσμο που κατεβαίνει στις γενικές απεργίες, που διαμαρτύρεται για τους μισθούς πείνας και για τις συντάξεις εξαθλίωσης. Μιλάει για όλους αυτούς που επιλέγουν την αντίσταση στη Χαλκιδική ενάντια στην καταστροφή που φέρνει η Ελληνικός Χρυσός. Μιλάει για όλους αυτούς και αυτές που μέρα νύχτα συζητούν για τη μεγάλη πολιτική απαλλαγή, που έρχεται, και για τη μεγάλη πολιτική αλλαγή που μαζί, όλοι οι καλοί άνθρωποι, θα πρέπει να φτιάξουν. Με άλλα λόγια, ο Μπουτάρης μιλάει για όλους τους καλούς ανθρώπους. Εμείς, λοιπόν, πρέπει να μιλήσουμε για τα καθίκια και τους ναζίδες.
Όπως ο Μπουτάρης, έτσι κι εγώ, απ’ εδώ που στέκομαι, βλέπω τους τελευταίους σπασμούς ενός συστήματος που πεθαίνει. Βλέπω ακόμα τους τελευταίους σπασμούς μίας γέννας, ενός παιδιού που έρχεται, ουρλιάζοντας, στη ζωή. Το σύστημα που πεθαίνει είναι αυτό της διαπλοκής της πολιτικής και της οικονομικής ελίτ, παιδί του οποίου είναι και ο Μπουτάρης, γι’ αυτό και έχει τόσο μίσος για τους πολλούς καλούς ανθρώπους. Αυτό το σύστημα, και από λαμογιά και από ανικανότητα, κατάφερε να διαλύσει τα πάντα για να τρομπάρει τους τραπεζικούς του λογαριασμούς και να φτιάξει off shore εταιρίες. Αυτό το σύστημα, τα τελευταία τρία χρόνια, προσπαθεί να σωθεί καταστρέφοντας τις ζωές των πολλών καλών ανθρώπων, που μεταξύ μας συχνά κάνουν και κακά πράγματα, αλλά έτσι είναι η ζωή. Αυτό το σύστημα, όμως, στην προσπάθεια του να καταστρέψει τις ζωές των πολλών καλών ανθρώπων σκοτώνει και τον εαυτό του. Μαδάει, χάνει κομμάτια, του κρέμονται χέρια και πόδια από τους ιστούς, έχει μείνει χωρίς δόντια και σάρκες, αναπνέει από την καρωτίδα. Είναι και ζωντανό και νεκρό, ένα ζόμπι γι’ αυτό και, όπως λέει και ο Μπουτάρης, πρέπει να το σκοτώσουμε κι άλλο, δεν αρκούν μία και δύο και τρεις φορές. Θέλει να το σκοτώνουμε όποτε βγαίνει από τον τάφο του. Και να είσαι σίγουρος καρντάση ότι θα βγει πολλές φορές.
Για τη γέννα τα ξέρεις. Κάθε μέρα όλο και περισσότεροι άνθρωποι ετοιμάζουν ένα παιδικό δωμάτιο στα σπίτια τους. Ετοιμάζονται για δύσκολες μέρες και νύχτες χωρίς ύπνο, υποψιάζονται πως το παιδί θα είναι μεγάλος/μεγάλη τζαναμπέτης/τζαναμπέτισσα και καλά κάνουν, τέτοιο θα είναι και όλοι αυτοί, οι πολλοί καλοί άνθρωποι, θα είναι γονείς για πρώτη φορά, που δεν θα ξέρουν και που όλα θα τους φαίνονται βουνό. Όμως όλα, όλα τα προβλήματα, οι δυσκολίες, οι σηκωμένοι ώμοι σε ένα κάρο ερωτήσεις, δεν θα μετρούν τίποτα μπροστά σε αυτό το νέο παιδί. Θα πρέπει όμως καρντάση να έχουμε το νου μας στο παιδί, γιατί πάντα θα υπάρχει και το ζόμπι, ένα κομμάτι του και μέσα μας, σε μικρούς συμβιβασμούς, σε ατολμίες, σε φόβους μας, σε λάθος πράγματα που τα θεωρούμε σωστά, ακόμα και στην οργή και την αγάπη, που δικό τους είναι το παιδί. Ένα παιδί με δύο μαμάδες, που το γεννούν μαζί, την ίδια μέρα, με ένα σπασμό η μία και με ένα σπασμό η άλλη και με όλους τους πολλούς καλούς ανθρώπους να τρώνε τα νύχια τους από την αγωνία. Την άνοιξη έτσι;